Του Θανάση Κ.
Στην εφηβεία μου, στα χρόνια της Χούντας, άκουγα Θοδωράκη (τότε ήταν απαγορευμένος), Χατζηδάκη, Σκαλκώτα, Μαρκόπουλο, Ξαρχάκο και Διονύση Σαββόπουλο. Και πολλά μικρασιάτικα. Λίγο αργότερα και Ρεμπέτικα.
Άκουγα και ξένη μουσική: Κλέζμερ, New Orleans Jazz, Rock, Pop, και από Κλασσική, κυρίως Όπερα.
Διάβαζα στο δωμάτιό μου, κι είχα δίπλα ένα πικάπ να παίζει συνεχώς...
Ο πατέρας μου κάποια στιγμή μου είπε να ακούω Θοδωράκη πιο διακριτικά - μη μας πάρουν χαμπάρι...
Και η μάνα μου τον μάλωσε:
-- Τι λές στο παιδί να προσέχει;
Αφού και εσύ Θοδωράκη ακούς και δεν προσέχεις καθόλου.
Όταν κάποια στιγμή άκουγα δίσκο του Σαββόπουλου, μπήκε ο πατέρας μου στο δωμάτιο, κοντοστάθηκε, και με ρώτησε:
-- Σε πειράζει να μείνω και να το ακούσω;
Έμεινε σιωπηλός. Ήταν ο δίσκος "Μαύρη Θάλασσα".
-- Κωμικού ξυπόλυτου Θιάσου,/
έργο τρομερό, τα όρη του Καυκάσου,/
ερου-α- σ' όλα υπερέχω,/
όλα τα ζητώ και τίποτα δεν έχω.../
Μαλλιαροί τοξότες της Σκυθίας/
Με κοιτάζουν μέσα από εικόνες Παναγίας/
ερεού-α, κάνε τον σταυρό σου/
και σαν φαρμακερό, κοντάρι, απογειώσου...
Με την άκρη του ματιού μου, είδα τον πατέρα μου, μέσα στο ημίφως του δωματίου, να ανακάθεται κάπως ανήσυχος...
-- Τι γίνεται, του λέω; Κι αυτό σε πειράζει;
-- Δεν με πειράζει, μου απαντά. Μου αρέσει.
Δεν τον είχαν ακούσει ποτέ να λέει τόσο αυθόρμητα πως του άρεσε κάτι "μοντέρνο" που άκουγε για πρώτη φορά...
Και δεν ξαναμίλησε για ώρα...
Λίγο αργότερα ο δίσκος προχώρησε σε άλλο τραγούδι:
Μ' αεροπλάνα και βαπόρια,/
και με τους φίλους τους παλιούς,/
τριγυρνάμε στα σκοτάδια,/
κι όμως εσύ δεν μας ακούς./
Δεν μας ακούς που τραγουδάμε,/
με φωνές ηλεκτρικές,/
μες τις υπόγειες στοές.
Ώσπου οι τροχιές μας συντάνε,/
τις βασικές σου τις αρχές,/
Ο πατέρας μου ο Μπάτης,/
ήλθε από τη Σμύρνη του εικοσιδυό,/
κι έζησε πενήντα χρόνια,/
σε ένα κατώι μυστικό./
Σε αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπούνε,/
τρώνε βρώμικο ψωμί,/
έλεγε ο Μπάτης μια Κυριακή,/
κι οι πόθοι τους ακολουθούνε,/
υπόγεια διαδρομή.
Εκεί είδα κάτι πρωτοφανές:
Ο πατέρας μου δάκρυσε!
Αυτός ο άνθρωπος που δεν θύμωνε, δεν έχανε την ψυχραιμία μου, δεν δάκρυζε ποτέ και για τίποτα, ξαφνικά έπνιξε ένα απότομο λυγμό και σκούπισε βιαστικά ένα δάκρυ.
Τά' χασα...
Τά' χασε κι εκείνος!
Μετά από λίγο μου ζήτησε να πάρει τον δίσκο, να τον ακούσει μόνος του στο καθιστικό...