από Δημοσθένης Μιχόπουλος
Κάθε μεγάλη ἱστορικὴ ἐποχὴ παράγει τὸ δικό της κυρίαρχο πεδίο διανοήσεως. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μία ἀκαδημαϊκὴ προτίμηση οὔτε γιὰ μία τεχνικὴ ἐξειδίκευση. Τὸ κεντρικὸ πεδίο σκέψεως κάθε πολιτισμοῦ ἀποκαλύπτει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὸς ἀντιλαμβάνεται τὸν ἄνθρωπο, τὴν κοινωνία καὶ τὴν πραγματικότητα. Δείχνει ποιὸ θεωρεῖ ὡς κέντρο τοῦ κόσμου καὶ ποια ἀλήθεια λειτουργεῖ ὡς θεμέλιο τῆς συλλογικῆς ζωῆς.
Στὴν ἀρχαία οἰκουμένη, τὸ κέντρο βάρους βρισκόταν στὴ φιλοσοφία. Ὁ φιλόσοφος δὲν ἦταν μία περιθωριακὴ διανοητικὴ μορφή, ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιχειροῦσε νὰ ἑρμηνεύσει τὸ εἶναι, τὴν τάξη τοῦ κόσμου καὶ τὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου μέσα σὲ αὐτόν. Ἡ σκέψη περιστρεφόταν γύρω ἀπὸ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀληθείας, τῆς ἀρχῆς τοῦ κόσμου, τῆς κοσμικῆς ἁρμονίας καὶ τοῦ νοήματος τῆς πόλεως.
Ἡ ἴδια ἡ πόλη νοεῖτο ὡς ἀντανάκλαση μιᾶς βαθύτερης τάξεως. Ὁ Πλάτων ἀναζητεῖ τὴ δίκαιη πολιτεία ὄχι ὡς τεχνικὸ σύστημα διοικήσεως, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση ἁρμονίας μεταξὺ ψυχῆς καὶ κόσμου. Ὁ Ἀριστοτέλης θεωρεῖ τὸν ἄνθρωπο «πολιτικὸν ζῷον», ἐπειδὴ ἡ κοινωνία δὲν εἶναι σύμβαση συμφέροντος, ἀλλὰ φυσικὴ ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἡ φιλοσοφία ἐπομένως λειτουργεῖ ὡς τὸ κέντρο ὀργανώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, διότι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας θεωρεῖται ἡ ὑψηλότερη ἀνθρώπινη δραστηριότητα.
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τὸ κέντρο μετατοπίζεται. Ἡ θεολογία ἀναλαμβάνει τὸν ρόλο τοῦ κυρίαρχου ἑρμηνευτικοῦ πλαισίου. Ἡ ἱστορία πλέον δὲν ἀποτελεῖ ἕναν ἀτέρμονο κύκλο ἀνόδου καὶ πτώσεως, ἀλλὰ μία πορεία μὲ νόημα, ἀρχή καὶ τέλος. Ὁ χρόνος γίνεται ἱστορία σωτηρίας.
Στὴν ἀρχαία οἰκουμένη, τὸ κέντρο βάρους βρισκόταν στὴ φιλοσοφία. Ὁ φιλόσοφος δὲν ἦταν μία περιθωριακὴ διανοητικὴ μορφή, ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιχειροῦσε νὰ ἑρμηνεύσει τὸ εἶναι, τὴν τάξη τοῦ κόσμου καὶ τὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου μέσα σὲ αὐτόν. Ἡ σκέψη περιστρεφόταν γύρω ἀπὸ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀληθείας, τῆς ἀρχῆς τοῦ κόσμου, τῆς κοσμικῆς ἁρμονίας καὶ τοῦ νοήματος τῆς πόλεως.
Ἡ ἴδια ἡ πόλη νοεῖτο ὡς ἀντανάκλαση μιᾶς βαθύτερης τάξεως. Ὁ Πλάτων ἀναζητεῖ τὴ δίκαιη πολιτεία ὄχι ὡς τεχνικὸ σύστημα διοικήσεως, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση ἁρμονίας μεταξὺ ψυχῆς καὶ κόσμου. Ὁ Ἀριστοτέλης θεωρεῖ τὸν ἄνθρωπο «πολιτικὸν ζῷον», ἐπειδὴ ἡ κοινωνία δὲν εἶναι σύμβαση συμφέροντος, ἀλλὰ φυσικὴ ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἡ φιλοσοφία ἐπομένως λειτουργεῖ ὡς τὸ κέντρο ὀργανώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, διότι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας θεωρεῖται ἡ ὑψηλότερη ἀνθρώπινη δραστηριότητα.
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τὸ κέντρο μετατοπίζεται. Ἡ θεολογία ἀναλαμβάνει τὸν ρόλο τοῦ κυρίαρχου ἑρμηνευτικοῦ πλαισίου. Ἡ ἱστορία πλέον δὲν ἀποτελεῖ ἕναν ἀτέρμονο κύκλο ἀνόδου καὶ πτώσεως, ἀλλὰ μία πορεία μὲ νόημα, ἀρχή καὶ τέλος. Ὁ χρόνος γίνεται ἱστορία σωτηρίας.

