Δημοσθένης Μιχόπουλος
(Θεολογία τῆς Ἱστορίας)
Ὑπάρχει μία βαθιὰ καὶ σχεδὸν καθολικὴ τάση στὴ σύγχρονη ἑλληνικὴ διανόηση∙ ἡ προσπάθεια νὰ συμβιβασθοῦν τὰ ἀσυμβίβαστα. Ἐπαναλαμβάνεται μὲ ποικίλες διατυπώσεις ἡ ἴδια βασικὴ θέση, ὅτι ἡ Δύση ἑδράζεται στὸν Ἑλληνισμό, ὅτι ἀποτελεῖ ἐξέλιξή του ἢ φυσικὴ συνέχειά του μέσα στὴν ἱστορία.
Ἡ θέση αὐτὴ φαίνεται πειστικὴ ὅσο παραμένει ἐπιφανειακή. Ἀναφέρεται στὴ γλῶσσα, στὴ φιλοσοφία, στὴν ἐπιστήμη. Ὅμως ἀκριβῶς ἐκεῖ ἐντοπίζεται καὶ ἡ πλάνη. Ἡ ἐστίαση σὲ ἐπιμέρους στοιχεῖα ἀποκρύπτει τὸ κεντρικὸ γεγονὸς ποὺ καθορίζει τὴν ἱστορικὴ πορεία.
Διότι ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς πολιτισμὸς. Εἶναι πορεία. Καὶ ἡ πορεία αὐτὴ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν συνάντησή του μὲ τὸν Χριστιανισμό.
Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὸν ἔνσαρκο Λόγο
Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη ἐμφανίζεται ἡ ἔννοια τοῦ Λόγου. Ὁ κόσμος νοεῖται ὡς τάξη καὶ ὄχι ὡς χάος, ὡς ἑνότητα καὶ ὄχι ὡς διάσπαση. Ἡ φιλοσοφία ἀναζητεῖ τὸ θεμέλιο τοῦ ὄντος καὶ προσπαθεῖ νὰ συλλάβει τὴν πραγματικότητα ὡς σύνολο μὲ ἐσωτερικὴ συνοχή. Ὅμως ὁ Λόγος παραμένει ἀπρόσωπος. Εἶναι ἀρχή, εἶναι νόημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι κοινωνία.Μὲ τὸν Χριστιανισμό, ἡ ἔννοια τοῦ Λόγου ἀποκαλύπτεται ὡς πρόσωπο. «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ἰω. 1,14) — καὶ ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος. Δηλαδή, τὸ νόημα τοῦ κόσμου δὲν βρίσκεται σὲ μία ἀρχὴ ἢ σὲ μία ἰδέα, ἀλλὰ σὲ μία σχέση. Ὁ κόσμος ἀποκτᾶ ἑνότητα ὄχι διὰ τῆς λογικῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς κοινωνίας.
Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν καταργεῖται. Ὁλοκληρώνεται. Ἡ φιλοσοφικὴ ἀναζήτηση βρίσκει τὸ ἀντικείμενό της. Ὁ Λόγος ποὺ ἀναζητεῖται γίνεται ὁ Λόγος ποὺ βιώνεται. Ἔτσι συγκροτεῖται ἡ Χριστιανικὴ Ῥωμαϊκὴ Οἰκουμένη, ὄχι ὡς ἁπλὴ συνέχεια, ἀλλὰ ὡς μεταμόρφωση τοῦ κόσμου.

