Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Δεκεμβρίου 2025

...εκεί όπου ο χρόνος έπαψε να λειτουργεί, δεν υπάρχει κενό, αλλά σχέση που επιμένει.



Του Μάνου Λαμπράκη 

Υπάρχει κάτι που ίσως δεν μας είπαν ποτέ, ή ίσως δεν μπορούσαμε τότε να το ακούσουμε, όταν ο θάνατος μπήκε στη ζωή μας: ότι δεν είναι απλώς ένα τέλος, αλλά μια αποκάλυψη. 
Όχι με την έννοια της εξήγησης — καμία εξήγηση δεν αντέχει εδώ — αλλά με την έννοια της απογύμνωσης. 

Ο θάνατος δεν σου πήρε μόνο έναν άνθρωπο. 
Σου αφαίρεσε τον ίδιο τον χρόνο όπως τον ήξερες. 
Και αυτό είναι που σε αποσυντονίζει τόσο βαθιά. 

Γιατί μέχρι τότε ζούσες μέσα σε μια σιωπηρή συμφωνία: ότι τα πράγματα συνεχίζονται, ότι υπάρχει ένα «μετά», ότι οι μέρες έχουν μια εσωτερική συνέχεια που, όσο κι αν πονά, σε κρατά όρθιο.
Όταν εκείνος έφυγε, αυτή η συμφωνία διαλύθηκε. 
Όχι επειδή ο χρόνος σταμάτησε αντικειμενικά, αλλά επειδή σου αποκαλύφθηκε κάτι που δεν ήξερες πως υπήρχε: ότι ο χρόνος, όπως τον ζούσες, ήταν εύθραυστος. 

Από τότε, το πριν και το μετά δεν λειτουργούν όπως παλιά. Το παρελθόν εισβάλλει απρόσκλητο στο παρόν, το παρόν παγώνει, το μέλλον χάνει τη βαρύτητά του. Και εσύ ίσως αναρωτιέσαι αν αυτό που ζεις είναι σύγχυση. 
Δεν είναι. 
Είναι η φυσική συνέπεια μιας ζωής που έμαθε ξαφνικά ότι δεν στηρίζεται σε ημερολόγια, αλλά σε δεσμούς.

Ίσως έτσι εξηγείται γιατί το πένθος σου δεν υπακούει σε καμία λογική διάρκειας. Όταν έχασες τον άνθρωπό σου, δεν έχασες μόνο ένα πρόσωπο. Έχασες τον κοινό σας χρόνο. Έχασες ένα μέλλον που είχε ήδη αρχίσει να υπάρχει μέσα σου. 

18 Δεκεμβρίου 2025

… δεν ξέρω πώς είναι οι μέρες σου από τότε που έφυγε...

Του Μάνου Λαμπράκη 

… δεν ξέρω πώς είναι οι μέρες σου από τότε που έφυγε. Ξέρω μόνο ότι ο χρόνος δεν κυλά πια όπως πριν, δεν προχωρά ευθύγραμμα, δεν υπακούει σε ημερολόγια, δεν σε βοηθά να «προχωρήσεις». 

Ο χρόνος, μετά από μια τέτοια απώλεια, γίνεται σπασμένος, επιστρέφει, κολλά, ανοίγει ξαφνικά τρύπες μέσα στην καθημερινότητα. Μπορεί να περπατάς, να μιλάς, να εργάζεσαι, κι όμως κάτι μέσα σου να μένει ακίνητο, καθηλωμένο σε εκείνο το σημείο όπου ο άλλος έπαψε να απαντά. Δεν είναι αδυναμία αυτό, να ξέρεις, είναι η πιο ακριβής μορφή πιστότητας.

Ίσως να σου είπαν πως ο χρόνος θεραπεύει. Ίσως να σου είπαν πως «έτσι είναι η ζωή», πως «όλοι χάνουμε», πως «πρέπει να συνεχίσεις». 
Μα η αλήθεια είναι πως δεν χάνουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν απώλειες που αφαιρούν πρόσωπα και υπάρχουν απώλειες που αφαιρούν δομές. 
Όταν χάνεται εκείνος ή εκείνη που είχε εγγραφεί βαθιά μέσα σου, δεν φεύγει απλώς ένας άνθρωπος· μετακινείται το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στεκόσουν. 

Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά δεν σε αναγνωρίζει πια. Κι εσύ, με τη σειρά σου, δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου μέσα σε αυτόν.

Θέλω να σου πω κάτι χωρίς να στο εξηγήσω, χωρίς να στο ωραιοποιήσω: δεν είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος που έχασες «έφυγε». Έπαψε να υπάρχει ως σώμα, ναι. Αλλά ως σχέση, ως εσωτερική παρουσία, ως εκείνο το βλέμμα που σε διάβαζε πριν μιλήσεις, παραμένει. 
Παραμένει όχι σαν ανάμνηση που μπορείς να καλέσεις όποτε θέλεις, αλλά σαν κάτι που σε επισκέπτεται απρόσκλητο. 
Σε μια μυρωδιά, σε μια άσχετη λέξη, σε μια χειρονομία τρίτων. Εκείνος ή εκείνη δεν επιστρέφει για να σε παρηγορήσει. Επιστρέφει για να σου θυμίσει ότι κάτι στη ζωή σου δεν ολοκληρώθηκε, και ίσως δεν χρειαζόταν ποτέ να ολοκληρωθεί.

10 Δεκεμβρίου 2025

Θράκη: Χιλιάδες περιουσίες Ελλήνων υποθηκευμένες στο τουρκικό δημόσιο

Του Μάνου Λαμπράκη 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, παρά τη ρητορική της περί «γεωπολιτικής σταθερότητας» και «ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος», έχει επιλέξει στην πράξη μία προκλητικά παθητική στάση απέναντι στη συστηματική οικονομική διείσδυση τουρκικών κεφαλαίων στον Έβρο και στη Θράκη. 

Το φαινόμενο δεν αποτελεί μεμονωμένη ή τυχαία οικονομική δραστηριότητα, αλλά εντάσσεται σε ένα συγκροτημένο στρατηγικό υπόδειγμα της Τουρκίας, το οποίο αξιοποιεί το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο περί ελευθερίας εγκατάστασης, προκειμένου να αποδυναμώσει στην πράξη το μοντέλο «εθνικής ασφάλειας μέσω δημογραφικής σταθερότητας» που χαρακτήριζε την ελληνική κρατική πολιτική επί δεκαετίες. 
Η απουσία κάθε θεσμικής πρωτοβουλίας εκ μέρους της κυβέρνησης, η έλλειψη σαφούς χαρτογράφησης των συναλλαγών και των εταιρικών σχημάτων, καθώς και η πλήρης πολιτική αδράνεια απέναντι σε ένα φαινόμενο που εξελίσσεται πλέον απροκάλυπτα, συνιστούν όχι απλώς αμέλεια αλλά παραίτηση από την άσκηση κυριαρχικών διαχειριστικών εργαλείων σε περιοχή υψίστης εθνικής ευαισθησίας.

Ο πυρήνας του προβλήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει έναν ιδιότυπο απορρυθμιστικό φιλελευθερισμό, ο οποίος στηρίζεται στη λογική ότι η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων αποτελεί αυτοτελή πολιτική αξία, ανεξαρτήτως προέλευσης, ελέγχου, στρατηγικού κινδύνου ή δημογραφικού αποτυπώματος. Το αποτέλεσμα είναι ότι η υφιστάμενη νομοθεσία του 2011 –ένα νομοθέτημα ήδη προβληματικό και επιζήμιο εθνικά ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής του– όχι μόνο δεν τροποποιήθηκε, αλλά ενισχύθηκε πολιτικά μέσω της επέκτασης της λογικής της golden visa και της διευκόλυνσης εταιρικών σχημάτων με ευρωπαϊκή έδρα αλλά μη ευρωπαϊκό έλεγχο. 

03 Δεκεμβρίου 2025

Η φάτνη χωρίς πρόσωπα και το μάθημα Ηθικής είναι σαν καθρέφτες που δείχνουν μόνο αυτό που έχει απομείνει: μια Ευρώπη που φοβάται πλέον να κατοικήσει το ίδιο της το βάθος.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Ξεκινά κανείς από δύο φαινομενικά άσχετες ειδήσεις: μια φάτνη στις Βρυξέλλες όπου ο Χριστός, η Παναγία και ο Ιωσήφ εμφανίζονται χωρίς πρόσωπα, και ένα νέο μάθημα Ηθικής που εγκαθίσταται στα ελληνικά σχολεία ως υποκατάστατο των Θρησκευτικών για όσους επιθυμούν «απαλλαγή». Κι όμως, αυτά τα δύο σημεία, αποσπασμένα από διαφορετικές γεωγραφίες, συναρμόζονται σε μια κοινή, βαθιά τομή: δεν είναι απλώς ενδείξεις πολιτισμικών ρωγμών, αλλά τα συμπτώματα ενός ευρύτερου προτάγματος, όπου η Ευρώπη, σε μια στιγμή εξόφθαλμης κούρασης, επιχειρεί να αποσυναρμολογήσει ό,τι θεωρούσε για αιώνες πηγή μορφής, νοήματος και συλλογικού πάθους. Η αφαίρεση του προσώπου από τη φάτνη και η αφαίρεση της θεολογικής μνήμης από την εκπαίδευση είναι, κατά παράδοξο τρόπο, πράξεις της ίδιας λογικής: της λογικής που θεωρεί ότι η υποκατάσταση του μυστηρίου από μια ηθικολογική ουδετερότητα, ή η αντικατάσταση του προσώπου από ένα ύφασμα, συνιστούν δήθεν λύσεις σε προβλήματα συμπερίληψης και πλουραλισμού. 

Δεν είναι λύσεις· είναι ενσυνείδητες δηλώσεις εξάντλησης.


Γιατί τι άλλο είναι μια φάτνη χωρίς πρόσωπα; Το πρόσωπο στη χριστιανική θεολογία δεν είναι διακοσμητικό αξεσουάρ· είναι πηγή υπάρξεως. Το «πρόσωπο» δεν είναι η μάσκα· είναι το αποκαλυπτικό βάθος, αυτό που κατοικεί, αυτό που φέρει τη μοναδικότητα, αυτό που κάνει τον Υιό να μην είναι μια αφαίρεση αλλά κάποιος. Η απουσία του προσώπου από το Βρέφος της Βηθλεέμ δεν είναι καλλιτεχνική επιλογή· είναι ένα είδος πολιτισμικού ευνουχισμού, ένας ευνουχισμός που δεν τολμά να παραδεχτεί ότι φοβάται την ίδια του την κληρονομιά. Γιατί η Δύση σήμερα δεν μπορεί να αντέξει ένα πρόσωπο· προτιμά μια επιφάνεια υφασμάτων, ένα ουδέτερο σχήμα, έναν άμορφο πυρήνα, ώστε κανείς να μην θιχτεί από την ίδια τη δυνατότητα της ενσάρκωσης. Η ενσάρκωση άλλωστε είναι πάντα σκανδαλώδης: απαιτεί σώμα, μορφή, σάρκα, ιστορική εγγραφή. Αντιθέτως, μια φάτνη χωρίς πρόσωπα δεν απαιτεί τίποτε—ούτε ιστορία, ούτε μνήμη, ούτε ταυτότητα. Είναι μια φάτνη φτιαγμένη για εκείνους που δεν αντέχουν να δουν.

10 Νοεμβρίου 2025

Σταύρος Λυγερός για Μανιφέστο Σαμαρά






Το μανιφέστο Σαμαρά:

"Σταθμίζω τη κατάσταση με μεγάλη προσοχή".




Του Μάνου Λαμπράκη 

Σε μια στιγμή όπου το πολιτικό σύστημα μοιάζει εγκλωβισμένο στη δική του αυτοαναφορικότητα, η χθεσινή συνέντευξη του Αντώνη Σαμαρά δεν λειτουργεί μόνο ως μια απλή αποτύπωση πολιτικών διαφωνιών. Λειτουργεί κυρίως ως εσωτερική σεισμική δόνηση μέσα στον ιστορικό κορμό της Νέας Δημοκρατίας. 

Το εύρος των θεματικών – τα εθνικά ζητήματα, η οικονομική υποβάθμιση, η δημογραφική φθορά, η ηθική αποσύνδεση από τις τραγωδίες όπως των Τεμπών – δεν είναι ένα συνονθύλευμα πολιτικών θέσεων αλλά μια συνεκτική διάγνωση μιας παράταξης που έχει μεταμορφωθεί από κοινότητα ιδεών σε μηχανισμό ιδιοκτησίας. 

31 Οκτωβρίου 2025

Το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχασε το έδαφός της. Η γενιά των τριαντάρηδων δεν πιστεύει πια ότι μπορεί να σταθεί πουθενά..

Του Μάνου Λαμπράκη 

Η γενιά των τριαντάρηδων στην Ελλάδα ζει σήμερα ένα αδιόρατο, αλλά διαρκές μαρτύριο: το μαρτύριο της αστήρικτης ύπαρξης. Δεν είναι πια η γενιά της ελπίδας, ούτε της αντίστασης· είναι η γενιά που εκπαιδεύτηκε να επιβιώνει χωρίς να στηρίζεται, να αποδίδει χωρίς να ανήκει, να χαμογελά ενώ βυθίζεται. Πριν λίγες μέρες, έλαβα ένα μήνυμα από μια μητέρα πως η κόρη της, μόλις 29 ετών, έπεσε από τον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου στους Αμπελόκηπους. Δεν είχε ψυχιατρική διάγνωση, δεν υπήρξε κάποια προειδοποίηση. Μόλις είκοσι μέρες πριν είχε χωρίσει, πάλευε με δυσκολίες στη δουλειά, αλλά τίποτα δεν προμήνυε το τέλος. Μου έγραψε η μητέρα της με φωνή που δεν ήταν πια φωνή, αλλά άηχη προσευχή: «Δεν ξέρω πώς να σταθώ τώρα. Δεν ξέρω πού πήγε το παιδί μου».

Το κορίτσι ήταν βαθιά θρησκευόμενο, από οικογένεια ευσεβή· κι όμως, όταν ήρθε η ώρα, αναγκάστηκαν να αποκρύψουν το γεγονός της αυτοκτονίας για να τελεστεί η νεκρώσιμη ακολουθία. Μέσα σε αυτήν τη σιωπή, που δεν είναι ψεύδος αλλά πράξη ελέους, αποτυπώνεται όλη η αντίφαση της εποχής μας: να ζητάμε απ’ τον Θεό παρηγορία, και απ’ την Εκκλησία ανοχή, να προσπαθούμε να διασώσουμε τη μνήμη ενός παιδιού μέσα σε έναν νόμο που ακόμη δεν αντέχει να αντικρίσει το βάρος του πόνου. Το ψέμα, εδώ, γίνεται ο μοναδικός τρόπος για να διασωθεί η προσευχή.

Η πράξη αυτής της νέας γυναίκας δεν είναι μόνο μία ατομική τραγωδία. Είναι το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχασε το έδαφός της. Η γενιά των τριαντάρηδων δεν πιστεύει πια ότι μπορεί να σταθεί πουθενά. Δεν έχει γλώσσα να ομολογήσει την απόγνωση, γιατί κάθε της λέξη μεταφράζεται σε αδυναμία. Ζει μέσα στην επιταγή του «πρέπει να τα καταφέρω», μέσα σε μία οικονομία της εξάντλησης που αντικατέστησε την υπακοή με την αυτο-εκμετάλλευση. Η ψυχή δεν αντέχει πια να είναι επιχείρηση. Και όταν δεν αντέχει, δεν ουρλιάζει αλλά σιωπά, κοιτάζει για λίγο τον ουρανό, και πέφτει στο κενό.

Η πτώση αυτή δεν είναι επιλογή, είναι εξάντληση. Είναι η στιγμή που το σώμα δεν βρίσκει έρεισμα να σταθεί εντός του κόσμου. Είναι μία πράξη χωρίς μίσος, χωρίς απόγνωση, χωρίς λόγια. Και ίσως μέσα της να υπάρχει κάτι ιερότερο απ’ ό,τι νομίζουμε: μία βουβή επιστροφή στο χώμα, μία επιθυμία να ακουστεί επιτέλους η σιωπή. 

Ο Θεός δεν βρίσκεται απέναντι σ’ αυτήν την πράξη, βρίσκεται μέσα στο κενό της. Εκεί όπου καμία λέξη δεν σώζει και καμία ενοχή δεν λυτρώνει, εκεί αρχίζει το μυστήριο της αγάπης Του.

Οι γονείς αυτής της γενιάς κουβαλούν το βάρος όχι μόνο της απώλειας, αλλά και της αδυναμίας να εξηγήσουν τον κόσμο στα παιδιά τους. Φοβούνται κάθε μέρα μήπως δεν τους άφησαν πίστη, μήπως δεν τους έμαθαν να αντέχουν, μήπως δεν τους χάρισαν αίσθημα προορισμού. Και όμως, αυτή η μητέρα που μου έγραψε, μέσα στη φωνή της απόγνωσης, φανέρωνε κάτι άλλο: μια ανείπωτη δύναμη συγχώρεσης. Το παιδί της έφυγε, κι εκείνη, αντί να καταριέται, ζητούσε απλώς να το θυμάται ο Θεός.

Η προεδρία του ΔΣ του Ελληνικού Φεστιβάλ στην Κατερίνα Σακελλαροπούλου

Του Μάνου Λαμπράκη 

Η ανάθεση της προεδρίας του ΔΣ του Ελληνικού Φεστιβάλ στην Κατερίνα Σακελλαροπούλου δεν είναι επιλογή θεσμικής συνέχειας, αλλά επιβεβαίωση της πολιτιστικής ανυπαρξίας ενός καθεστώτος που δεν πιστεύει πια στην τέχνη. Είναι μια κίνηση τυπική, διοικητικά ορθή και πνευματικά κενή, ένα σύμπτωμα της κυβερνητικής κουλτούρας της Μενδώνη, που επιλέγει πάντοτε τη μετριότητα με το πρόσχημα της «σοβαρότητας».

 Η τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μια φιγούρα άχρωμη και απολύτως αδρανής στην περίοδο της θητείας της, επιστρέφει για να καθαγιάσει το τίποτα. Πρόκειται για την επανίδρυση της ασημαντότητας ως θεσμού.

Στην πολιτιστική ιστορία των εθνών, ο τρόπος που επιλέγονται οι επικεφαλής των μεγάλων θεσμών δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά καθρέφτης της σχέσης του κράτους με την ίδια του την ψυχή. Όταν στη θέση του καλλιτέχνη τοποθετείται ο δικαστικός, στη θέση του δημιουργού ο τεχνοκράτης, και στη θέση του στοχαστή ο πρώην δημόσιος λειτουργός, τότε το κράτος ομολογεί την πνευματική του πτώχευση. 

Μπορεί, πράγματι, ιστορικά (απολύτως λανθασμένα) να μην τοποθετούνται καλλιτέχνες στις προεδρίες διοικητικών συμβουλίων, όμως σήμερα θα όφειλε να είναι ακριβώς αυτή η πράξη τομή: να ανατεθεί ο θεσμός της τέχνης σε κάποιον που την υπηρετεί, όχι σε κάποιον που απλώς την «εκπροσωπεί».

Η Σακελλαροπούλου, κατά τη θητεία της, δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ενότητας ούτε έκφραση ηθικού κύρους. Υπήρξε το αποτύπωμα μιας θεσμικής κόπωσης, μιας δημοκρατίας που μιλά χωρίς να λέει τίποτα. Τώρα, επανέρχεται για να συμβολίσει τη μετάβαση του Ελληνικού Φεστιβάλ από χώρο έμπνευσης σε γραφείο πολιτιστικής διαχείρισης. Το υπουργείο, αντί να στραφεί σε ανθρώπους που θα μπορούσαν να ανανεώσουν το φεστιβάλ — σκηνοθέτες, μουσικούς, χορογράφους, ερευνητές, διανοούμενους του παρόντος — επιλέγει ένα πρόσωπο του παρελθόντος, άσχετο με το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι, απλώς επειδή δεν ενοχλεί κανέναν. Είναι η πολιτική της μη ενόχλησης: η αισθητική μορφή της παραίτησης.

24 Οκτωβρίου 2025

Ο εκκλησιαστικός Λόγος, ως data.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Η Ιερά Μητρόπολη Νέας Ιωνίας, Φιλαδελφείας, Ηρακλείου και Χαλκηδόνος επιχειρεί, μέσα από ένα παράδοξο και τολμηρό εγχείρημα, να αναμετρηθεί με την ίδια τη μεταφυσική της τεχνολογικής εποχής: τη δυνατότητα να υπάρξει Θεολογία χωρίς σώμα. 

Ο «ΛΟΓΟΣ – LOGOS» δεν είναι απλώς ένα ψηφιακό εργαλείο του ChatGPT.

Είναι η είσοδος της Εκκλησίας στον μεταανθρώπινο χώρο της γλώσσας, εκεί όπου ο λόγος χάνει τη σάρκα του και η πίστη εκχωρείται στη διαχείριση ενός αλγορίθμου.

 Ο αλγόριθμος, βέβαια, δεν έχει κακή πρόθεση — απλώς δεν γνωρίζει τι σημαίνει Πνεύμα. Το μόνο που γνωρίζει είναι να προβλέπει. Έτσι, η Ορθοδοξία κινδυνεύει να καταστεί ένα πεδίο επιτήρησης του Θεού μέσω δεδομένων, μια νέα μορφή «ποιμαντικής της πληροφορίας», όπου το Πνεύμα αντικαθίσταται από τη διαφάνεια, και η προσευχή από την ακρίβεια.

17 Οκτωβρίου 2025

Η εκταφή είναι μια ανατροπή της αρχέγονης συμφωνίας ανάμεσα στη γη και το σώμα.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Στην Παλαιά Διαθήκη, το χώμα δεν είναι μεταφορικό. 

Είναι όρκος. 

«Χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσῃ» — το σώμα δεν ανήκει σε κανέναν πέραν της γης, και η γη δεν είναι αντικείμενο διοικητικής ανακύκλωσης. 

Η ταφή δεν είναι αποθήκευση, είναι λειτουργική επιστροφή.

Όταν όμως το σώμα εκταφεί, διακόπτεται αυτή η λειτουργική επιστροφή, ο κύκλος σπάει. Δεν έχουμε πλέον τον νεκρό ως πρόσωπο, αλλά ως υλικό προς τακτοποίηση — ως πρόβλημα χωρητικότητας.

Η σύγχρονη πρακτική των εκταφών, που επιβάλλεται από τη στενότητα των κοιμητηρίων, μετατρέπει το χώμα σε διαχειριστικό μέσο και τον θάνατο σε λογιστική υπόθεση. Ο χώρος ταφής παύει να είναι τόπος μνήμης και γίνεται μηχανισμός ροής σωμάτων, μια «γραμμή παραγωγής αποσύνθεσης».
Η φθορά, που κάποτε υπήρξε ιερή διαδικασία μεταμόρφωσης, γίνεται εδώ διοικητικό χρονοδιάγραμμα. Ο χρόνος της αποσύνθεσης δεν είναι πια χρόνος προσμονής της Ανάστασης, αλλά προθεσμία παραμονής.

08 Οκτωβρίου 2025

Η εικόνα του μικρού παιδιού δεν συγκινεί. Διαπομπεύει. Δεν γεννά οίκτο. Γεννά ντροπή.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Η Ελλάδα του 2025 ποζάρει –πολυτονικά κι ας γράφουμε μονοτονικά– ως κράτος ευρωπαϊκής κανονικότητας, την ώρα που τα παιδιά της στέκονται σκυμμένα μπροστά σε μαυρόασπρους μαρμάρινους σταυρούς, εκεί όπου όφειλε να υπάρχει κράτος δικαίου, κοινωνία φροντίδας και πολιτεία μνήμης. 


Μα τι λέξεις είναι αυτές, θα μου πείτε, για μια χώρα που ούτε στο παρόν δεν ζει, πόσο μάλλον στο μέλλον. Που διαχειρίζεται τον θάνατο με ημερολόγια επιδομάτων και τον χρόνο με τις ατζέντες της επικοινωνίας. 

Η εικόνα του μικρού παιδιού δεν συγκινεί. 
Διαπομπεύει. 
Δεν γεννά οίκτο. 
Γεννά ντροπή. 

Γιατί το ερώτημα εδώ δεν είναι «ποιος φταίει». Το ερώτημα είναι «ποιος συνεχίζει να κυβερνά αφού απέτυχε με τόση ακρίβεια».

Απέναντι σε αυτό το παιδί –και στα δεκάδες άλλα παιδιά που έχασαν γονείς στα Τέμπη και αλλού– ο πολιτικός λόγος μοιάζει ηχηρά ανήθικος. Είναι ακριβώς αυτό το είδος μετα-τραγικής γελοιότητας της κοινωνίας της παρηγορητικής λήθης: μιας κοινωνίας που, ανίκανη να διαχειριστεί την ενοχή της, την ιδιωτικοποιεί. 

Έτσι κι εδώ. Ο θάνατος της μητέρας γίνεται «προσωπικό δράμα», όχι δημόσιο έγκλημα. Το παιδί γίνεται φιγούρα συμπόνιας στα κοινωνικά δίκτυα, όχι πολιτική μονάδα διεκδίκησης δικαιοσύνης. 

Η μνήμη της Αθηνάς Κατσαρά-Ζήση, 34 ετών, καθίσταται «συγκινητική», αλλά όχι πολιτικά ένοχη για κανέναν από τους διαχειριστές της τραγωδίας.

Η Εκκλησία, βεβαίως, ως πάντοτε «παρούσα» με τα μνημόσυνα και τα τρισάγια, παραμένει θεαματικά απούσα από κάθε θεολογική πράξη δημόσιας υπεράσπισης της δικαιοσύνης. Είναι, φαίνεται, πιο εύκολο να τελέσεις επιμνημόσυνη δέηση παρά να καταγγείλεις την απουσία θεσμικής μετάνοιας. Είναι πιο ασφαλές να ευλογείς τους συγγενείς παρά να καταριέσαι –ευαγγελικά– εκείνους που σπέρνουν τον θάνατο με τις αποφάσεις τους. 

Αλλά μην ανησυχείτε. 

07 Οκτωβρίου 2025

Η τεχνολογία δεν είναι πλέον εργαλείο αλλά πολιτικό καθεστώς...Ό,τι παλιώνει, καταργείται κι ό,τι δεν προσαρμόζεται, παύει να υπάρχει.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Η Ελλάδα βιώνει την εισβολή της στην τεχνολογική μετάβαση χωρίς όρους και χωρίς προστατευτική μήτρα. Η ψηφιοποίηση του κράτους, η πλατφορμοποίηση της καθημερινότητας, η αναγωγή κάθε επιθυμίας σε προγραμματισμένο αίτημα, δεν λειτουργούν μέσα σε ένα προϋπάρχον πλέγμα νοήματος αλλά επιτελούνται μέσα στο κενό. Η τεχνολογία φτάνει πριν από τη βούληση, πριν από τη συνείδηση, πριν από την αφήγηση. Έρχεται χωρίς πρόσωπο και εγκαθίσταται χωρίς ερώτημα.


Το υπαρξιακό έλλειμμα της Ελλάδας δεν είναι απλώς έλλειμμα στρατηγικής. Είναι έλλειμμα τρόπου του είναι. Η χώρα δεν γνωρίζει ούτε πού βρίσκεται ούτε τι της ζητείται κι ούτε βέβαια τι πρέπει να διασώσει ούτε τι πρέπει να εγκαταλείψει, ούτε ποιο μέλλον της ανήκει ούτε ποιο μέλλον την προδίδει. Ο πολιτικός χρόνος διαλύεται και ο λαός μετατρέπεται σε χρήστη, ο πολίτης σε κωδικό, η φωνή σε δεδομένο. 

Η κοινωνία δεν αποφασίζει παρά μόνο αλληλεπιδρά.

Αυτή η μετάβαση δεν έχει μεταβατικότητα αφού δεν μεσολαβείται από θεσμούς, από πολιτισμό, από κοινές μνήμες. Είναι μια γυμνή επιτάχυνση χωρίς τελετουργία, χωρίς περίσκεψη, χωρίς όριο. Η τεχνολογία δεν είναι πλέον εργαλείο αλλά πολιτικό καθεστώς. Δεν συνομιλεί με το ανθρώπινο παρά μόνο το απορροφά. Δεν προσφέρεται αλλά επιβάλλεται ως μόνιμη υπόσχεση ανανέωσης. Ό,τι παλιώνει, καταργείται κι ό,τι δεν προσαρμόζεται, παύει να υπάρχει.

05 Οκτωβρίου 2025

Η Αγία Σοφία δεν διεκδικεί. Η Αγία Σοφία αναμένει. Και η αναμονή της, χωρίς λειτουργία, γίνεται έρημος της μνήμης.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Στους πολιτισμούς που εγκαθίστανται μετά τη μνήμη, το ιερό εκκενώνεται. Όχι επειδή καταστρέφεται, αλλά επειδή απογυμνώνεται από τη δυνατότητα του «συμβαίνειν». Το ιερό, όταν παραμένει μόνο ως αρχιτεκτονική αναφορά, όταν διατηρείται χωρίς το σώμα της συνάθροισης και της επίκλησης, καθίσταται νεκροταφείο της απουσίας του Θεού. 

Το κενό δεν είναι πια θεολογική κατηγορία. Είναι θεσμικά επιτηρούμενη σιωπή.

Η Αγία Σοφία αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα ενός τόπου όπου η σιωπή δεν είναι κενότητα, αλλά άρση της δυνατότητας του λόγου να προσευχηθεί. Η ιστορική της πορεία, από λειτουργικό κέντρο της Οικουμένης σε μουσειακή αναπαράσταση της πολιτιστικής υβριδικότητας, και στη συνέχεια σε σύγχρονο λατρευτικό χώρο άλλης πίστης, αναδεικνύει με απόλυτη ενάργεια την κρίση της θεολογίας του χώρου και του χρόνου στην ύστερη νεωτερικότητα. Δεν πρόκειται για ανταγωνισμό μεταξύ θρησκειών, αλλά για μεταφυσική υπεραξία που απογυμνώνεται από τη δυνατότητα συμμετοχής.

Γιατί το Ιερό, θεμελιωδώς, δεν είναι χώρος. Είναι συνάντηση. Δεν καθαγιάζεται από τους τοίχους του, αλλά από τη δομή της κλήσης και της ανταπόκρισης. Δεν είναι η αρχιτεκτονική που δημιουργεί τη Θεία Λειτουργία, αλλά το εσχατολογικό άνοιγμα του παρόντος προς την απουσία που καλείται να πληρωθεί. Όταν δεν επιτρέπεται σε κανέναν να λειτουργήσει, το Ιερό απολιθώνεται σε αναπαράσταση της δυνατότητάς του.

04 Οκτωβρίου 2025

Σε έναν κόσμο απόλυτης εξατομίκευσης, η μόνη επαναστατική πράξη είναι η εκ νέου επινόηση του «μαζί».

Του Μάνου Λαμπράκη 

Υπάρχουν εποχές όπου η Ιστορία δεν παράγει πρόοδο, αλλά ατέρμονη κυκλικότητα. Όπου η πολιτική φθίνει σε τελετουργία τεχνοκρατικής διαχείρισης και η συλλογική εμπειρία διαρρηγνύεται σε ατομικά αποθέματα αγανάκτησης, μνησικακίας και υπαρξιακής κόπωσης. Η Ελλάδα βρίσκεται σ’ ένα τέτοιο σταυροδρόμι: μια μετά-δημοκρατική κοινωνία εξουθενωμένη από την ίδια της την ιστορικότητα, αδυνατώντας πλέον να παραγάγει κοινό παρόν, πολλώ δε μάλλον κοινό μέλλον.

Η κρίση δεν είναι απλώς θεσμική ή οικονομική. Είναι πρωτίστως οντολογική: αφορά τη δομική αδυναμία να αναγνωριστεί ο εαυτός ως μέρος ενός εμείς που δεν λειτουργεί βάσει αίματος ή συμφέροντος, αλλά βάσει μοιρασμένης μνήμης και θεραπευτικής σχέσης με το τραύμα. Στην θέση του κοινού, εδραιώνεται το μερικό. Στην θέση της ενσυναίσθησης, η καχυποψία. Στην θέση του λόγου, ο ύψιστος θρίαμβος του θορύβου. Και σε αυτή την ασυνάρτητη τοπολογία, το «μαζί» καθίσταται αδιανόητο.

Η μετάθεση της πολιτικής στο πεδίο της ύβρεως και του αμοιβαίου ακρωτηριασμού έχει ως επακόλουθο μια κοινωνία υπαρξιακά απορφανισμένη: χωρίς κοινές αφηγήσεις, χωρίς κοινές σιωπές, χωρίς κοινές συγκινήσεις. Η λέξη πατρίδα δεν σημαίνει πια «τόπος επιστροφής», αλλά τόπος επιστροφής του κακού. Η λέξη λαός δεν δηλώνει πια δυναμική ολότητα, αλλά στατιστική συνάθροιση. Και το ίδιο το πολιτικό σώμα ― άλλοτε φορέας ιστορικής ενότητας ― έχει αποσυντεθεί σε δίκτυα ιδιωτικής ανασφάλειας, πληροφορικής μανίας και μικροψυχικού εθνικισμού.

03 Οκτωβρίου 2025

Ο Πάνος Ρούτσι δεν «κάνει απεργία πείνας».


Του Μάνου Λαμπράκη 

Ο Πάνος Ρούτσι δεν «κάνει απεργία πείνας». Ο Πάνος Ρούτσι εκθέτει, με το ίδιο του το σώμα, την αλήθεια μιας πολιτείας που έχει παραιτηθεί από τη Δικαιοσύνη και έχει επιλέξει τον εμπαιγμό ως κανόνα διακυβέρνησης.

 Πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας, στο κέντρο της κρατικής κυριαρχίας, μπροστά στο Κοινοβούλιο, εκεί όπου το Σύνταγμα υποτίθεται ότι καθιστά την αξιοπρέπεια αδιαπραγμάτευτη. Δεν πρόκειται για ιδιωτική απόγνωση αλλά για δημόσια μαρτυρία.

 Για μια βίαιη αποκάλυψη ότι εδώ και δεκαεπτά ημέρες ο χρόνος χρησιμοποιείται ως όπλο εξόντωσης, ότι το κράτος δεν συζητά αλλά αναβάλλει, δεν αναλαμβάνει ευθύνη αλλά αποσύρεται πίσω από την τεχνική της εξάντλησης. Η παθολόγος-λοιμωξιολόγος Όλγα Κοσμοπούλου ήδη απηύθυνε έκκληση να βρεθεί λύση, διότι δεν υπάρχει χρόνος, και αυτό δεν είναι μόνο ιατρική διάγνωση αλλά ηθική καταδίκη ενός καθεστώτος που παρακολουθεί τη φθορά ως διαδικαστικό δεδομένο. Η βιολογική καταστροφή είναι μετρήσιμη, έχει χαθεί περίπου το δεκαοκτώ με είκοσι τοις εκατό της μυϊκής μάζας, η καρδιά κινδυνεύει, οι γιατροί ζητούν διακοπή και νοσηλεία, όμως ο ίδιος επιμένει να συνεχίσει μέχρι να δικαιωθεί, διότι η δικαίωση εδώ δεν είναι ανταμοιβή αλλά αλήθεια. Η πείνα του δεν είναι εργαλείο εκβιασμού, είναι γλώσσα. Η σιωπή του δεν είναι αδυναμία, είναι κατηγορία. Το σώμα του δεν είναι θέμα υγείας, είναι τεκμήριο ενοχής της πολιτείας.

Δεν είναι ο Μπισμπίκης απλώς ένας παραστρατημένος ηθοποιός. Είναι το καθρέφτισμα μιας κοινωνίας που έχει εκπαιδευτεί να φαντασιώνεται την ελευθερία μέσω της εκτροπής, και να βιώνει την κάθαρση μέσω του δημόσιου εξευτελισμού.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Ο Βασίλης Μπισμπίκης δεν είναι απλώς ένας ηθοποιός. 
Είναι η συμπύκνωση μιας κοινωνικής φαντασίωσης που επένδυσε στην επιτελεστικότητα της ρωγμής, μέχρις ότου αυτή η ρωγμή καταστεί αδιαχειρίστως πραγματική. Αυτό που τώρα εκτυλίσσεται δεν είναι απλώς μια ποινική περιπέτεια: είναι η αποδόμηση ενός λατρευτικού φαινομένου που διατήρησε για πολύ την επίφαση της αυθεντικότητας, προτού διαρραγεί στο ίδιο το σημείο όπου κάθε ρόλος καταρρέει — στο σώμα.

Η αρρενωπότητα που πρόβαλε ο Μπισμπίκης δεν ήταν οργανική, μα μηχανικά επιτελεσμένη. Σχεδιάστηκε για να μοιάζει ανεξέλεγκτη, αλλά ελέγχθηκε επακριβώς όσο διαρκούσε η χρηστικότητά της. Πλαισιωμένος από το ψευδο-αυθεντικό σύμπαν μιας «ανδρικής αμφισβήτησης» της τηλεοπτικής και θεατρικής νόρμας, φλέρταρε όχι με τη στιβαρότητα αλλά με την παραβατικότητα. Και το έκανε με επιμονή. Δεν προέβαλε απλώς έναν ρόλο του «κακού παιδιού» αλλά τον έζησε. Έπινε, κάπνιζε, βωμολοχούσε, εκθέτοντας δημόσια την ίδια την κατασκευασμένη δυσφορία του — έναν ιδιότυπο ναρκισσισμό παραβατικότητας, όπου το «ανδρικό όριο» δεν είναι πια όριο αλλά αισθητικό συμβάν.

Τα τελευταία χρόνια, αυτό το όριο ξεπεράστηκε επανειλημμένα — όχι κρυφά, αλλά με θράσος. Όχι ως ατύχημα, αλλά ως μέρος του ρεπερτορίου. Η δημόσια εικόνα του Μπισμπίκη άρχισε να μετατρέπεται σε κανονιστική παρέκκλιση: να είναι κανείς επιθετικός, σπασμωδικός, ασυγκράτητος, ανεύθυνος — να εγκαταλείπει συμβάσεις και ίσως και… τόπους συμβάντων. Ο ηθοποιός δεν έκρυψε ποτέ την επιθυμία του να ζει στα άκρα. Απλώς κάποτε η κοινωνία πίστεψε ότι αυτό συνιστά ριζοσπαστική ειλικρίνεια. Τώρα ανακαλύπτει ότι πρόκειται για ανορθολογική αυθαιρεσία. Και η εικόνα του με χειροπέδες δεν είναι απλώς στιγμιότυπο ενός τυχαίου λάθους, είναι το απαύγασμα μιας μακράς πορείας επιθετικής αυτοκατανάλωσης.

Αλλά αυτό δεν απαλλάσσει το περιβάλλον του. 
 ίδιοι δημοσιογράφοι που τον αποθέωναν ως λαϊκό ίνδαλμα, που ενέκριναν τον «ενσαρκωμένο τραμπουκισμό» ως «αλήθεια», είναι τώρα αυτοί που επιμελούνται τη δημόσια διαπόμπευσή του — με μια σχεδόν τελετουργική κακεντρέχεια. Οι χειροπέδες παύουν να είναι ποινικό εργαλείο και καθίστανται εικονική νέμεσις — φιλτραρισμένες, διοχετευμένες, κυκλούμενες εικόνες που κλείνουν τον κύκλο του «επικίνδυνου αρσενικού». Η αρχική λατρεία βασιζόταν τη σκηνογραφημένη ρήξη. Η αποπομπή του βασίζεται τώρα στην ανεξέλεγκτη επαλήθευσή της. Το θέαμα δεν αντέχει το αληθινό ρήγμα — το επινοεί, αλλά δεν το συγχωρεί όταν αυτό εκδηλωθεί εκτός ρόλου.

18 Σεπτεμβρίου 2025

Υπόμνημα στην Κοίμηση του Αρχιμανδρίτη Βασιλείου Γοντικάκη:

Του Μάνου Λαμπράκη 

Η Θεολογία ως Πάθος της Έκπληξης

Ο Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης υπήρξε ένας από τους ελάχιστους θεολόγους της Ορθόδοξης παράδοσης που αρνήθηκαν συστηματικά την έξοδο της θεολογίας από την έκπληξη. Η θεολογική του στάση δεν ήταν απλώς ειρηνική απέναντι στο άγνωστο, αλλά εναγώνια, υπαρξιακή, μυστηριακή, θεμελιωμένη όχι στην απόδειξη αλλά στην εμπειρία, όχι στην κατοχή αλλά στη μετοχή. Δεν συνέδεσε ποτέ τη θεολογία με την αναπαραγωγή συστημάτων, ούτε με την ιδεολογική αυταρέσκεια της «Ορθοδοξίας». Ο Βασίλειος θεολόγησε όχι για να διδάξει αλλά για να γεννήσει τρόμο και θαυμασμό· να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας υπαρξιακής ανατροπής.

Στη σκέψη του, η Εκκλησία δεν είναι ο θεσμός της σωτηρίας αλλά η μήτρα της άκτιστης προετοιμασίας. Δεν είναι το κλειστό σύστημα των πιστών, αλλά ο ανοιχτός τόπος της έκπληξης: ο χώρος όπου «πρώτος στον Παράδεισο πηγαίνει ένας ληστής». Η θεολογία του είναι εκκλησιολογία του εσχάτου. Δεν οργανώνει ούτε ταξινομεί. Δεν καταγράφει το θεμέλιο της σωτηρίας αλλά αφήνει την ύπαρξη να πορευτεί προς το άγνωστο του Θεού. Όταν ρωτήθηκε τι είναι η αιώνια ζωή, απάντησε: «Είναι Κάποιος, κι είναι ο Χριστός, κι είναι κατανοητός, κι είναι μια διαρκής πορεία γεμάτη από εκπλήξεις».

14 Σεπτεμβρίου 2025

Ο Τίμιος Σταυρός περιμένει να τον υψώσεις μέσα στην ήττα σου...

Του Μάνου Λαμπράκη 

Ο Τίμιος Σταυρός δεν υψώνεται πια στις αγορές. Δεν καταλαμβάνει τον κεντρικό χώρο της πόλης. Δεν ευλογεί τη συμβολή των οδών. Σήμερα, υψώνεται σε σιωπή — κάποιες φορές μόνο σε ένα προφίλ, σε ένα emoji, σε μία ντροπιασμένα ευσεβή ανάρτηση που χάνεται στο scroll. Ένα μικρό σταυρουδάκι, ανάμεσα σε stories, διαφημίσεις, κυνισμούς και θορύβους. Κι όμως, ακόμη κι έτσι, ο Σταυρός απομένει το μόνο ίχνος Αλήθειας σε ένα σύστημα που απορρίπτει κάθε νόημα για χάρη της ροής.

Το Facebook είναι ένα νεκροταφείο πληροφοριών. Είναι το ψηφιακό πεδίο όπου η ζωή δεν μαρτυρείται, αλλά εκτίθεται. Όπου το εγώ δεν σταυρώνεται, αλλά αυτο-επενδύεται. Στο Facebook δεν υψώνεται ο Σταυρός – υψώνεται το προφίλ. Δεν σταυρώνεται το θέλημα, αλλά ενισχύεται η εικόνα. Κι όμως, ακριβώς εκεί, στο πιο εικονικό τοπίο της ανθρωπότητας, ο Χριστός εξακολουθεί να δείχνει τα χέρια Του ανοικτά. Σαν πρόσκληση εσωτερικής αποσύνδεσης. Σαν χειρονομία απόλυτης προσφοράς. Χωρίς like.

Ο Σταυρός του Χριστού είναι η ριζική ακύρωση κάθε αυτοαναφορικότητας. Είναι η άρνηση του Εγώ ως κυρίαρχης μορφής. Είναι η απόλυτη Εκκένωση. Και σήμερα, στην εποχή των διαρκών αναρτήσεων, των επιμελημένων φωτογραφιών και των τεχνητών συναισθημάτων, το «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν… ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» είναι το πιο σκληρό, το πιο επαναστατικό, το πιο αντι-πλατφορμικό μήνυμα που υπάρχει. Το Facebook σου επιτρέπει να δημιουργήσεις έναν εαυτό. Ο Χριστός σου ζητά να τον αποθέσεις.

12 Σεπτεμβρίου 2025

Στην Κύπρο μιλούμεν ελληνικά... Αλλά πιο πολύ απ’ όλα, μιλούμεν μνήμη.

Ακούγεται ως ύβρις η ερώτηση:
-Νιώθετε Ελληνίδα ή Κυπρία;
 Ποια είναι η πατρίδα σας;

Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη απαντά χωρίς εκδίκηση, χωρίς κραυγή. Η φωνή της δεν είναι εθνική. Είναι θεατρική. Δηλαδή υπαρξιακή. Και γι’ αυτό πιο ελληνική απ’ όσο αντέχει η Αθήνα.

-Στην Κύπρο μιλούμεν ελληνικά, κυρία Λοβέρδου. Αλλά πιο πολύ απ’ όλα, μιλούμεν μνήμη.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας Το Βήμα, της 7ης Σεπτεμβρίου 2025, στη συνέντευξη που φιλοξενείται στο ένθετο BΗΜΑgazino, η δημοσιογράφος Μυρτώ Λοβέρδου απευθύνει στην εμβληματική ηθοποιό Δέσποινα Μπεμπεδέλη την εξής ερώτηση:

«Νιώθετε Ελληνίδα ή Κυπρία; Ποια είναι η πατρίδα σας;»

Η Μπεμπεδέλη βρισκόταν χθες στην Αθήνα, στο Εθνικό Θέατρο, για να παρουσιάσει την παράσταση «Εκ κοιλίας μητρός μου»– παρούσα, αθόρυβη και μεγαλόπρεπη, σαν μάρτυρας ενός θεάτρου που όλο χάνεται. Η ίδια, επί δεκαετίες, χτίζει υπομονετικά μια καλλιτεχνική γέφυρα που ενώνει τον Ελληνισμό της Κύπρου με τον πυρήνα της νεοελληνικής θεατρικής ζωής. Και την ώρα που προσφέρει το σώμα της στη μνήμη και στην ποίηση, της υποβάλλεται ένα ερώτημα που δεν ανήκει στην τέχνη αλλά στην ψυχρή διοικητική λογική της «ταυτότητας».

Γιατί όταν μια δημοσιογράφος της μητροπολιτικής πρωτεύουσας ρωτά μια Κύπρια καλλιτέχνιδα αν νιώθει «Ελληνίδα ή Κυπρία», δεν θέτει ζήτημα βιογραφίας. Επικυρώνει μια υπόγεια διάσπαση. Δεν πρόκειται για άγνοια. Πρόκειται για αποκαλυπτική στιγμή μιας κρατικής και πολιτισμικής αντίληψης που βλέπει το «έθνος» σαν εταιρική ταμπέλα, και τους ανθρώπους του σαν φορείς ISO. Είναι μια φαινομενικά «ουδέτερη» ερώτηση που φέρει μέσα της ολόκληρο τον ηγεμονισμό της πρωτεύουσας – αυτήν την εγγεγραμμένη αλαζονεία που θεωρεί την περιφέρεια προσάρτημα και τους Κυπρίους ως «άλλους», μέχρις αποδείξεως του εθνικώς ανήκειν.

Η αναζήτηση του Πατέρα

Του Μάνου Λαμπράκη 

Δεν ξέρω τι σημαίνει ότι ο πατέρας μου πέθανε. Τέσσερα χρόνια μετά, δεν έχω καταλάβει ακόμα πού βρίσκεται. Η τέφρα του είναι στο σπίτι. Είναι παρούσα, τοποθετημένη, υπαρκτή. Και όμως, δεν αισθάνομαι ότι είναι εκεί. Δεν αισθάνομαι ότι είναι πουθενά. Δεν λείπει, γιατί δεν ήταν ποτέ εκεί με τρόπο κατοικήσιμο. Η απουσία του δεν είναι απλώς σιωπή. Eίναι ένα βλέμμα χωρίς χάδι, μια ισχύς χωρίς οικειότητα, ένα μέσα χωρίς μαζί.

Ο πατέρας μου δεν με αγκάλιασε ποτέ. Ούτε όταν ήμουν παιδί, ούτε όταν έγινα ενήλικος. Η μορφή του δεν ήταν τρυφερή, ούτε καν ψυχρή – ήταν παρεμβατική. Ήταν εκεί όπου δεν έπρεπε να είναι, όχι για να συνδεθεί, αλλά για να γνωρίζει. Να ελέγχει. Να κρίνει σιωπηλά. Δεν υπήρξε ποτέ αυταρχικός - ίσως στην αρχή κάπως. Υπήρξε παρατηρητικός. Αντικειμενικός. Αθέατος και παρών, με τρόπο που έκανε τη σχέση να μοιάζει με παρακολούθηση χωρίς επιθυμία.

Δεν θυμάμαι να μου είπε ποτέ «σ’ αγαπώ». Ίσως το ένιωσα κάποια στιγμή σε ένα βλέμμα ή ένα ψίχουλο φροντίδας, ίσως το έγραψε σε ένα μήνυμα λίγο πριν το τέλος. Αλλά δεν είμαι βέβαιος. Δεν ξέρω αν ειπώθηκε ποτέ. Δεν ξέρω αν το διάβασα ή αν το φαντάστηκα. Ίσως ήθελα τόσο πολύ να το έχει πει, ώστε το κατασκεύασα. Ίσως αυτό το «σ’ αγαπώ» να υπάρχει μόνο για να με κρατά. Ίσως να ήταν αυτός ο μοναδικός του τρόπος να μείνουμε σε σχέση: μια απροσπέλαστη επιθυμία, κρυμμένη στη σιωπή.

11 Σεπτεμβρίου 2025

Η Εκκλησία, οι μηχανισμοί της εξουσίας και ο προσωπικός αριθμός



Η Εκκλησία ως Υπογραφή ή Παρατηρήσεις για τη θεσμική συναίνεση στην αλγοριθμική αποπροσωποποίηση

Δεν συνιστά απλώς ρητορική παραχώρηση η παρουσία Εκκλησιαστικού εκπροσώπου σε τεχνοπολιτική παρουσίαση του «Προσωπικού Αριθμού» κατά την 89η ΔΕΘ. Αποτυπώνει, βαθύτερα, τη μετατόπιση της Εκκλησίας από θεσμικό αναστοχασμό σε τελεστική νομιμοποίηση πολιτικών διαχείρισης της ταυτότητας. Η θετική τοποθέτηση περί «απουσίας θεολογικών επιφυλάξεων» δεν αποκαλύπτει θεολογική ωριμότητα, αλλά ρητή απουσία εσχατολογικής φαντασίας. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην ψηφιακή διακυβέρνηση καθεαυτή, δεν εντοπίζεται στη χρήση αριθμών, ούτε καν στην κανονιστική αποτύπωση της ιδιότητας του πολίτη. Το πρόβλημα είναι μετα-οντολογικό: έγκειται στην αναισθησία απέναντι στον τρόπο που το Κράτος παράγει το Υποκείμενο μέσω των δομών του αριθμού, και η Εκκλησία αποδέχεται αυτή τη διαδικασία χωρίς κριτική, χωρίς ερμηνευτική επιφύλαξη, χωρίς καν ερωτηματικό.

Ο «Προσωπικός Αριθμός» δεν είναι απλώς διοικητικό εργαλείο. Εντάσσεται σε ένα μεταφυσικό σχέδιο ελέγχου της ετερότητας: η ταυτότητα δεν νοείται πλέον ως προσωπικό γεγονός σχέσης (ἰδιότης ἀσχέτως οὐσίας, κατά τους Πατέρες), αλλά ως αριθμήσιμη και διαχειρίσιμη μεταβλητή. Το γεγονός ότι η Εκκλησία συμμετέχει στη δημόσια επιτελεστικότητα αυτής της μετάβασης χωρίς να αρθρώσει καμία προβληματική περί του τρόπου οντολογικής συγκρότησης του προσώπου, υποδηλώνει θεσμική λήθη — όχι απλώς σιωπή.