Του Κώστα Καλλίτση
Αν η κυβέρνηση θύμωνε εξαιτίας της ακρίβειας, θα γίνονταν ουσιαστικοί έλεγχοι σε όλους τους κρίκους της προμηθευτικής αλυσίδας κι όχι γραφειοκρατικοί στον τελευταίο, στο ράφι. Δεν θα απέφευγε να ελέγξει για εσωτερικές υπερτιμολογήσεις τις πολυεθνικές –καίγοντας χρόνο και δημιουργώντας εντυπώσεις με επιστολές προς την φον ντερ Λάιεν. Θα ενίσχυε την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Θα έσπευδε να περιορίσει τις εισαγόμενες πληθωριστικές πιέσεις πριν διαχυθούν και γίνουν αφορμή/ευκαιρία για γενικευμένες κερδοσκοπικές ανατιμήσεις. Και, πάντως, δεν θα κερδοσκοπούσε η ίδια, διατηρώντας υψηλούς συντελεστές ΦΠΑ σε είδη πρώτης ανάγκης και επιμένοντας να μην τιμαριθμοποιεί την φορολογική κλίμακα.
Δείτε, παράδειγμα, τί έκανε ο Σάντσεθ στην Ισπανία –χωρίς να θυμώνει: Τον Απρίλιο, όταν ο πληθωρισμός καθ’ ημάς εκτινάχτηκε στο 4,6% (53% πάνω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης) και αυξήθηκε στις περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, στην Ισπανία υποχώρησε από το 3,4% στο 3,2%. Γιατί; Αυτό οφείλεται –γράφει ο Π. Μπόφινγκερ – στις παρεμβάσεις της ισπανικής κυβέρνηση. Στις 20 Μαρτίου, μείωσε τον ΦΠΑ σε καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο από 21% σε 10%, περιόρισε τη φορολογία υδρογονανθράκων στο κατώτατο επιτρεπτό επίπεδο της ΕΕ και ταυτόχρονα πρόσφερε φοροελαφρύνσεις και στοχευμένη στήριξη σε κλάδους που επλήγησαν περισσότερο από την ενεργειακή κρίση.




