Του Γιώργου Κυριακού*
Στο προοίμιο για τον Φώτο, ο Μίλτος Σαχτούρης:
Δεν έχω γράψει ποιήματα/ δεν έχω γράψει ποιήματα/ μόνο σταυρούς/ σε μνήματα καρφώνω.
Με το σφυρί ο Μανόλης Αναγνωστάκης:
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Να μην τις παίρνει ο άνεμος.
Ο Νίκος Καρούζος πλησιάζει ακόμα πιο κοντά στις πληγές:
Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα τι είναι τα ποιήματα./ Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα./ Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.
Και ο Άρης Αλεξάνδρου, μάς προειδοποιεί:
Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός/όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο./ Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων/ μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Όμως εγώ θα σας μιλήσω για τα συρματοπλέγματα. Η Ποίηση του Φωτοκυριαζάτη ήταν μέσα σε αληθινά συρματοπλέγματα. Η μικρή του πατρίδα -κοινή μας πατρίδα- έζησε στα συρματοπλέγματα. Ηλεκτροφόρα, γύρω από τις μεθόριους, γύρω από την αυλή της φυλακής που έζησε καταδικασμένος, στα κάτεργα, στο Κιαφ Μπάρι και στο Μπουρέλι. Κάθε λέξη του Φώτου είναι και μια σταγόνα αίμα στο συρματόπλεγμα. Δεν είναι νοερά τα συρματοπλέγματα. Δεν διαθλώνται μέσα σε μεταφορές, υπονοούμενους προσδιορισμούς, καλολογικά στοιχεία, παρομοιώσεις. Τα συρματοπλέγματα είναι συρματοπλέγματα.

