Του Μάνου Λαμπράκη
Οι παρακλήσεις στην Παναγία, αυτές οι καθημερινές ακολουθίες των πρώτων δεκαπέντε ημερών του Αυγούστου, συγκροτούν μια λειτουργική τοπολογία της επιθυμίας: η επιθυμία του ανθρώπου να υπερβεί τη φθορά του χρόνου, να συναντήσει την αιωνιότητα όχι ως άρνηση του κόσμου αλλά ως σάρκωση του Θείου μέσα στον κόσμο. Η Παναγία δεν είναι εδώ μια ηθική μεσολάβηση αλλά μια οντολογική διαμεσολάβηση, ένα μέσο που γίνεται χώρος — τόπος, μήτρα, οδός της εν Χριστώ ζωής. Στο πρόσωπό της η Εκκλησία βιώνει την άρση του χωρισμού ανάμεσα σε κτιστό και άκτιστο, αυτό που ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ονόμασε «μέθεξη των ακτίστων ενεργειών».
Η κοινωνία μας σήμερα συχνά στερείται αφιέρωσης, ενώ η επιθυμία αποσυντίθεται σε διαρκή κατανάλωση εικόνων και εμπειριών. Η Παράκληση προσφέρει ένα αντίθετο πρόταγμα: την επιθυμία που επιμένει να είναι εσχατολογική. Δεν επιθυμεί την Παναγία ως αντικείμενο λατρείας αλλά ως πρόσωπο που οδηγεί πέρα από τον εαυτό της, προς τον Υιό της. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σημειώνει:
«Ἡ Ἁγία Θεοτόκος ἐστιν ὅρος μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου» (PG 96, 664A).
Αυτή η εσχατολογική μεσολάβηση βιώνεται όχι ατομικά αλλά κοινοτικά, οι παρακλήσεις δεν είναι ιδιωτική προσευχή αλλά συλλογική ικεσία. Η κοινωνία αυτή δημιουργεί μια λειτουργική κοινότητα μνήμης και προσδοκίας, μια «προσωπολογία» της αγιότητας που αντιστέκεται στην αποπροσωποποίηση του σύγχρονου πολιτισμού.
