Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Η νέα χρονιά δεν έρχεται ως απλή αλλαγή ημερολογίου. Μας βρίσκει, τους περισσότερους, κουρασμένους, πληγωμένους, αλλά όχι ηττημένους. Μας βρίσκει σε μια στιγμή που το ερώτημα δεν είναι πια «τι φταίει», αλλά αν θα επιτρέψουμε να συνεχιστεί η αργή μας εξάντληση, η σιωπηλή συλλογική μας εξόντωση.
Γι’ αυτό το πιο βαθύ και πολιτικό ερώτημα της εποχής δεν είναι τεχνικό, είναι υπαρξιακό:
πώς θα αγαπήσουμε τον εαυτό μας ως λαό;
Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει να ωραιοποιήσουμε το παρελθόν, ούτε να κρυφτούμε πίσω από σύμβολα.
Σημαίνει να κοιτάξουμε κατάματα όσα μας έκαναν: τη φτωχοποίηση, την απαξίωση της ζωής, την κανονικοποίηση της αδικίας.
Σημαίνει να σταθούμε απέναντι στην πραγματικότητα χωρίς φόβο και χωρίς αυταπάτες. Να αναγνωρίσουμε ότι μας φτώχυναν, μας διαίρεσαν, μας έμαθαν να ντρεπόμαστε για τις ανάγκες μας και να θεωρούμε την αδικία «κανονικότητα».
Αλλά, αυτή η ντροπή δεν είναι δική μας, μας επιβλήθηκε. Είναι μηχανισμός εξουσίας. Και κανένας λαός δεν μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του όσο αποδέχεται να ζει σκυφτός.
Ο Δημήτρης Γληνός, στο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», όταν μιλούσε για «τους προδότες και τα τσακάλια», δεν περιέγραφε απλώς πρόσωπα μιας κατοχικής εποχής. Περιέγραφε έναν διαχρονικό μηχανισμό: εκείνους που, σε στιγμές κρίσης, σπεύδουν να πείσουν τον λαό ότι δεν αξίζει να αγωνιστεί, ότι «οι ισχυροί είναι ανίκητοι», ότι η σωτηρία περνά μόνο μέσα από την υποταγή.


















