Εφέτος 24 Ιουλίου πέφτει ημέρα Παρασκευή! Όπως τότε, το 1942, που στο χάσιμο της ημέρας ξεκίνησε η Ανταρτοομάδα ΕΛΑΣ Παρνασσίδας!
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ»
8η (1η) Ομάδα Ανταρτών ΕΛΑΣ Παρνασσού
ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ - Παρασκευή 24 Ιουλίου 1942
"Έστειλα και ειδοποίησα το Σουραβλή νάρθει. Έφτασε αμέσως. Το κατάλαβε, πηδούσε από τη χαρά του. Κανονίσαμε όλα τα καθέκαστα και έφυγε να ετοιμαστεί.
Ξεσηκώθηκα σιγά-σιγά κι εγώ. Άρχισα τη δική μου προετοιμασία, με βαθειές εισπνοές προκαλώντας τον πόνο να τσακιστεί να φύγει από τα πλευρά μου. Πήγαινα ως έξω στο μπαλκόνι και ξαναγύριζα στο κρεβάτι μου. Ύστερα η βόλτα μου έγινε ως τον κήπο. Δούλευε και το μυαλό μου, τι πράγματα να πάρω μαζί μου κι ανάμεσα στ’ άλλα, αποφάσισα να πάρω και μια αλλαξιά καθαρά εσώρουχα και μια πετσέτα προσώπου. Ερχόταν και ξαναρχόταν ο Σουραβλής «να πάρουμε και τούτο; να πάρουμε κι εκείνο;». Αυτός θάπαιρνε και την παλαιική σπάθα, κι εγώ τη βουλγάρικη χλαίνη, το λάφυρο.
Οι χωριανοί, εξακολουθούσαν τον καθημερινό μόχθο τους, όπως και πριν. Τους έβλεπα ξαφνικά με αλλοιώτικο μάτι, πιο φτωχούς, πιο αξιολύπητους, ήμουν ο ευνοημένος εγώ, ενώ αυτοί, συνέχιζαν να ζουν άχαρα. Αισθανόμουν κι ένα σφίξιμο στην καρδιά μου, ότι μια ολόκληρη ζωή, τελείωνε οριστικά.
Την επόμενη ημέρα, έκαμα μακρύτερους περιπάτους. Συνερχόμουν γοργά. Από ώρα σε ώρα, η ευχάριστη διαφορά. Την Τετάρτη το βράδυ, πήγαμε στη Βριζόραχη και κρύψαμε τα όπλα μας, τις σφαίρες, τη χλαίνη, τη σπάθα. Διαλέξαμε ένα παχύ πουρνάρι, και τα χώσαμε μέσα. Κάμαμε χίλιες φορές έλεγχο, αν είναι καλά κρυμμένα, να μην πάθουμε κι εδώ, κανένα καινούριο ρεζιλίκι. Την Πέμπτη, από το δειλινό αφήσαμε το χωριό.
Τι γλυκός, τι πονεμένος αποχαιρετισμός… Εμείς ξέραμε ότι φεύγουμε, οι δικοί μας δεν ήξεραν… Ήταν και η πικρή σκέψη, ότι τους άφινες πίσω ανυποψίαστους, σε νέους μεγαλύτερους κινδύνους. Ο πατέρας μου κάπου έλειπε πάλι. Τον πήρα θρονιασμένον στη σκέψη μου, έτσι όπως τον έβλεπα ταχτικά, τον τελευταίο καιρό, όλο βιαστικόν, συλλογισμένον, απογοητευμένον. Αγκάλιασα με τρόπο και τα μικρότερα αδέρφια μου και καίγανε τα μάτια μου. Έβαλα τα δυνατά μου, να μην καταλάβουν την ταραχή μου. Από τ’ αμπέλια σταθήκαμε λίγο και κυττάξαμε το χωριό, κι αυτό ήταν ο τελευταίος μας αποχαιρετισμός. Προχωρήσαμε σταθεροί, στη νέα μας ζωή.


