
Ο Κρίστοφερ Νόλαν δημιούργησε ένα εντυπωσιακό κινηματογραφικό έπος. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, για έναν Έλληνα θεατή δεν είναι εάν η ταινία είναι «πιστή» στις πανοπλίες και στα πρόσωπα, αλλά εάν διατηρεί τον ηθικό, πολιτικό και μεταφυσικό πυρήνα της Οδύσσειας.

Οι πρώτες κριτικές για την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν είναι σχεδόν θριαμβευτικές. Οι περισσότεροι κριτικοί συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα οπτικό και τεχνικό επίτευγμα: μια κινηματογραφική εμπειρία τεράστιας κλίμακας, με επιβλητικά τοπία, πραγματικά πλοία, σωματικές μάχες, τέρατα, θεούς και έναν Οδυσσέα σημαδεμένο από τον πόλεμο.
Ο Guardian μιλά για ένα συγκλονιστικό έπος ανδρών, τεράτων και ηθικής μεταμόρφωσης. Το Vulture τοποθετεί την ταινία στο φυσικό καταληκτικό σημείο ολόκληρης της κινηματογραφικής πορείας του Νόλαν, ενώ η Washington Post υποστηρίζει ότι η ομορφιά της ταινίας κάνει πολλές από τις προηγούμενες αντιπαραθέσεις να μοιάζουν δευτερεύουσες. Την ίδια στιγμή, όμως, ακόμη και οι θετικές κριτικές αναγνωρίζουν ότι ο σκηνοθέτης διατηρεί ορισμένα στοιχεία του Ομήρου και μετασχηματίζει ριζικά άλλα.

Από ελληνική σκοπιά, αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον ζήτημα.
Όχι αν ένας ξένος σκηνοθέτης «δικαιούται» να κινηματογραφήσει την Οδύσσεια. Ούτε αν κάθε ηθοποιός έχει την υποτιθέμενη εμφάνιση ενός ανθρώπου της μυκηναϊκής εποχής. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:
Τι απομένει από τον ελληνικό Όμηρο όταν το έργο περνά μέσα από την κοσμοθεωρία του σύγχρονου Χόλιγουντ;






