από π. Βασίλειος Γοντικάκης
-14 Ιανουαρίου 2026῞Ολη ἡ ἐξωτερικὴ ἀσυναρτησία, τὴν ὁποία μπορεῖ κανεὶς στὴν ἀρχὴ νὰ βρῆ, στὸν παραμέσα χῶρο βλέπει νὰ ὑπάρχη σὰν ζωὴ ἐχεφροσύνης μὲ μιὰ ἄριστη περιχώρησι καὶ κυκλοφορία τοῦ αἵματος.
῾Ο αὐτοεξευτελισμός καὶ αὐτοδιασυρμὸς ποὺ ἐπίμονα γίνεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα δὲν τὸν ρίχνει στὰ μάτια τοῦ ἀναγνώστη, τὸν ἐξαφανίζει, τὸν θανατώνει. Καὶ τὸν κάνει νὰ παρουσιάζεται «ἐν ἑτέρᾳ μορφῆ»[2] μπροστά μας «ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶν»[3].
Τὸ ἀνίλεο χτύπημα ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο εἶναι κάτι σκληρό, ποὺ χτυπᾶ ἄσκημα σ' ἕναν ποὺ βασανίζεται μάταια νὰ σώση τὴν «ἀξιοπρέπειά» του. Στὸ τέλος-τέλος ὅμως βλέπει κανεὶς πὼς ὅλα τὰ ἄσχετα ἔχουν σχέσι. ῞Ολα τὰ ἀνισόρροπα μιλοῦν ἔλλογα καὶ ἐναρμόνια. ῞Οσα φαίνονται ὑπέρμετρα καὶ σκληρά, ἐνσταλάζουν ρανίδες ἀληθινῆς παρακλήσεως, βαθιᾶς παρηγοριᾶς στὰ ἔγκατα τοῦ ἀνθρώπου.
Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι πολυσυνηθίσαμε νὰ ζοῦμε ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία, στὸν ἄκαμπτο χῶρο τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ποὺ μᾶς ἔφερε στὸ ἀπαγχονίζον παράλογο.
Πάψαμε νὰ χτίζουμε ἐκκλησίες ὅπως οἱ Βυζαντινοί, σεβόμενοι τὸν κόσμο τῆς καθεμιᾶς πέτρας. Χάσαμε τὴν αἴσθησι ποὺ μᾶς δείχνει τὸν πλοῦτο ποὺ κρύβει ἡ προτροπὴ τοῦ παλιοῦ ᾽Αββᾶ: «Προσπάθησε νὰ καταφρονηθῆς ἀναφανδὸν ὑπὸ πάντων τῶν ἀνθρώπων»[4].
Κάναμε τὸν βίο ἀβίωτο. Φέραμε τὸν ἑαυτό μας σὲ χῶρο κλειστό, ἀνήλιο καὶ ἀνάερο. Γι' αὐτό, καὶ τὰ κείμενα αὐτὰ τὰ «παρεμφερῆ», βρίσκονται σὲ γραφὴ ἀδιάβαστη. Εἶναι γραμμένα σ' ἄλλη ἐποχή, σ' ἄλλο χῶρο: σ' αὐτὸν τὸν βαθιὰ ἀνθρώπινο καὶ ἐφετό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὅμως ἑκούσια ἢ ἀκούσια ἐκπατριστήκαμε, καὶ ρίξαμε τὸν ἑαυτό μας σὲ τούτη τὴν ἀλλοδαπὴ χώρα τῆς μηχανῆς καὶ τῆς μηχανικότητος, ὅπου, ὅταν κάτι τσαλακωθῆ, παύει νὰ ὑπάρχη.









