Έχει αναλάβει η ελληνική διπλωματία την “υπεράσπιση” του Κεμάλ, και μάλιστα ενώπιον του “ιδεολογικού του αντιπάλου” Ερντογάν, αναρωτιέται ο γενοκτονολόγος Βασίλειος Μεϊχανετσίδης σε σχόλιο-παρέμβαση.
Δημοσιεύτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2026
Γράφει ο Βασίλης Μεϊχανετσίδης
Όπως ευχερώς συνάγεται από τις τελευταίες εξ Αγκύρας δηλώσεις του κ. πρωθυπουργού αναφορικά με τον Κεμάλ (https://www.facebook.com/reel/937030065479489), υπάρχει σοβαρότατο δομικό, οιονεί “αθεράπευτο,” πρόβλημα ουσιαστικής γνώσης των ιστορικών γεγονότων και εμπλεκομένων σε αυτά προσώπων, μνήμης και εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αλλά και της αναγκαίας πολιτικο-διπλωματικής και επικοινωνιακής προπαρασκευής ώστε να αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά και πολυεπίπεδα η Τουρκία και η προπαγανδιστική μηχανή της. Μάλιστα, όταν το πρόβλημα φαίνεται να προέρχεται από την εκάστοτε ανώτατη πολιτική και διπλωματική ηγεσία της Χώρας, τότε καθίσταται άκρως ανησυχητικό από πάσης επόψεως.Πρόδηλο, ότι λείπει τόσο η απαιτούμενη ευαισθησία ως προς την εθνική μας ιστορία όσο και η αναγκαία ενσυναίσθηση προς τα θύματα των γενοκτονιών, τους επιζώντες και τους απογόνους τους. Παρ’ όλες τις προσπάθειες που καταβάλλονται ήδη από την δεκαετία του 1980 να “εκπαιδευθεί” το εγχώριο πολιτικό προσωπικό σε ζητήματα γενοκτονιών, και μάλιστα στην ελληνική γενοκτονική περίπτωση, 1913-1923,* αυτό φαίνεται να παραμένει ουσιαστικά “ανεπίδεκτο”, με ευκαιριακές, αλληλοσυγκρουόμενες και μάλλον χρησιμοθηρικές αναφορές και “ευαισθησίες” ως προς τα ιστορικά γεγονότα (μάλλον προς άγραν ψήφων), χωρίς βαθιά γνώση αλλά και ικανότητα των αναγκαίων διακρίσεων. Π.χ. δεν είναι δυνατόν να αναγνωρίζεις γενοκτονία Ελλήνων από τη μια, και από την άλλη να αναφέρεσαι σε “παρακαταθήκη” ενός από τους κυρίους θύτες/γενοκτόνους (genocide perpetrators); Αυτό είναι αντιφατικό και αποδομητικό της αναγνώρισης και της υποτιθέμενης διεθνούς διεκδίκησης αναγνώρισης.





















