Η ψυχοπολιτική από τη Βενεζουέλα στα Τέμπη
Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Η αξιοπρέπεια δεν είναι συναίσθημα. Είναι πολιτική συνθήκη.
Αξιοπρέπεια είναι να μη χρειάζεται να απολογείσαι για το δικαίωμά σου να ζεις, να μιλάς και να θρηνείς.
Και όταν αυτή διαρρηγνύεται, κανένα πρόγραμμα, καμία μεταρρύθμιση, καμία υπόσχεση «ανάπτυξης» δεν μπορεί να σταθεί.
Αυτό που συνέβη στη Βενεζουέλα με την απαγωγή και τη δημόσια ταπείνωση του εκλεγμένου προέδρου της δεν ήταν απλώς μια διεθνής αυθαιρεσία.
Ήταν μια ωμή απόπειρα ακύρωσης εκείνου που είχε οικοδομηθεί επί χρόνια: της αποκατάστασης της λαϊκής αξιοπρέπειας. Ό,τι χτίστηκε με τον Τσάβες ως αυτοεκτίμηση ενός λαού επιχειρήθηκε να διαλυθεί ως «λάθος», ως «παρέκκλιση», ως κάτι που έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Η ψυχοπολιτική στα καλύτερα της.
Αυτό το μοτίβο δεν είναι ξένο στην ελληνική εμπειρία. Η Ελλάδα των Μνημονίων δεν φτωχοποιήθηκε μόνο υλικά. Ταπεινώθηκε. Παρουσιάστηκε ως ανώριμη, διεφθαρμένη, ανίκανη να αυτοκυβερνηθεί. Οι πολίτες ορίστηκαν ως "τεμπέληδες", μετατράπηκαν σε «αριθμούς», σε «κόστος», σε πρόβλημα προς διαχείριση. Η συλλογική αξιοπρέπεια διαβρώθηκε συστηματικά: με την επιτήρηση, με τη λιτότητα, με τη θεσμική ατιμωρησία, με την αίσθηση ότι «ό,τι κι αν κάνεις, αποφασίζουν άλλοι» και πως «τέτοιος που είσαι, ό,τι και να πάθεις σου αξίζει», αφού «όλοι μαζί τα φάγαμε» και «όλοι μαζί τους σκοτώσαμε».

















