Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Τα Τέμπη δεν ήταν μόνο μια εθνική τραγωδία ή ένα κρατικό έγκλημα.
Ήταν ίσως η μοναδική στιγμή των τελευταίων δεκαετιών κατά την οποία η ελληνική κοινωνία έδειξε ότι μπορούσε να υπερβεί, έστω και προσωρινά, τους πολυσχιδείς -πραγματικούς ή ψευδαισθητικούς- διαχωρισμούς της. Για λίγο, άνθρωποι που δεν μοιράζονταν τις ίδιες πολιτικές ιδέες, τις ίδιες ιδεολογίες ή ακόμη και την ίδια ανάγνωση των γεγονότων, βρέθηκαν να διεκδικούν κάτι κοινό: την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, τη λογοδοσία των υπευθύνων και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Για λίγο συνέβη κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Άνθρωποι που διαφωνούσαν σχεδόν σε όλα βρέθηκαν στον ίδιο δρόμο. Δεξιοί και αριστεροί, νέοι και ηλικιωμένοι, άνθρωποι που μέχρι χθες δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον, ενώθηκαν γύρω από ένα αίτημα που ξεπερνούσε τις κομματικές τους ταυτότητες.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που η κοινωνία έμοιαζε να αποκτά ξανά μια κοινή ηθική γλώσσα.
Κι όμως, αυτή η ενότητα δεν κράτησε.
Σήμερα, δύο χρόνια αργότερα, δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι εκείνη η πρωτοφανής κοινωνική κινητοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε μια αντίστοιχα βαθιά συλλογική και πολιτική μεταβολή. Τι απέγινε λοιπόν το Κίνημα των Τεμπών; Ή μάλλον γιατί μια τόσο ισχυρή κοινωνική αφύπνιση δεν κατάφερε να μετασχηματιστεί σε μια διαρκή δύναμη κοινωνικής αλλαγής;
Η εύκολη απάντηση είναι να αναζητήσουμε τους υπεύθυνους. Να κατηγορήσουμε την κυβέρνηση, το σύστημα ή από την άλλη πλευρά, να αποδώσουμε την αποδυνάμωση του κινήματος σε λάθη της ηγεσίας του. Ίσως, όμως, αυτή η συζήτηση να χάνει το ουσιώδες. Γιατί τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα δεν ηττώνται ποτέ από έναν μόνο αντίπαλο. Όταν υποχωρούν, αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε επειδή συναντούν βαθύτερες αδυναμίες της ίδιας της κοινωνίας που τα γέννησε.
















