Πνευματικότητα, πολιτική και το χαμένο μάθημα της ελληνικής Αριστεράς
Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου πολιτικού λόγου –ιδίως εκείνου που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτικός»– αντιμετωπίζει την πίστη του λαού μας είτε με αμηχανία είτε με ευθεία περιφρόνηση. Η πίστη παρουσιάζεται ως κατάλοιπο του παρελθόντος, ως ιδιωτική ιδιορρυθμία ή, στη χειρότερη εκδοχή, ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και τη χειραφέτηση.
Αυτή η στάση δεν είναι ουδέτερη. Παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Και το βασικό της αποτέλεσμα είναι ότι κόβει τον δεσμό ανάμεσα στον λαό και την πολιτική.
Γιατί για μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας η λαϊκή πίστη δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι δόγμα προς υπεράσπιση ούτε μηχανισμός εξουσίας. Είναι τρόπος ζωής. Είναι μνήμη, πένθος, γιορτή, κοινότητα. Είναι η γλώσσα με την οποία ο λαός έμαθε να αντέχει την ήττα, την κατοχή, τη φτώχεια, την απώλεια. Είναι ο τρόπος με τον οποίο έμαθε να στέκεται όρθιος όταν όλα γύρω του κατέρρεαν.
Όταν αυτή η πίστη λοιδορείται, δεν αποδυναμώνεται η Εκκλησία ως θεσμός εξουσίας. Αποξενώνεται ο ίδιος ο λαός από τον συλλογικό του εαυτό. Και τότε η πολιτική μένει χωρίς κοινωνικό σώμα, χωρίς ρίζες, χωρίς μνήμη, χωρίς εμπιστοσύνη. Ό,τι καλύτερο για τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, δηλαδή.
Το μάθημα των Ζαπατίστας
Ένα από τα λιγότερο κατανοημένα –και συχνά αποσιωπημένα– στοιχεία της εμπειρίας των Ζαπατίστας στην επαρχία Τσιάπας είναι ότι δεν αρνήθηκαν τις τοπικές πνευματικές και θρησκευτικές παραδόσεις των ιθαγενών κοινοτήτων. Δεν τις θεώρησαν «οπισθοδρομικές», ούτε εμπόδιο στον πολιτικό αγώνα. Αντίθετα, τις ενσωμάτωσαν πολιτικά, τις μετέτρεψαν σε έδαφος συλλογικής αξιοπρέπειας, κοινοτικής συνοχής και αντίστασης.

















