Η νευρωτική αποστασιοποίηση από οτιδήποτε ελληνικό.
Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Η επέτειος των Ιμίων δεν επιστρέφει μόνο ως διπλωματικό επεισόδιο ή ως μια κρίση. Επιστρέφει ως καθρέφτης.
Όχι για το τι χάθηκε τότε, αλλά για το πώς έχουμε μάθει να στεκόμαστε απέναντι στο συλλογικό εαυτό μας.
Η εικόνα της σημαίας που «την πήρε ο άνεμος» δεν είναι απλώς ένα συμβάν. Είναι μια φράση-καταφύγιο. Ένας τρόπος να αποφύγουμε το βλέμμα. Να μη χρειαστεί να πούμε τι έγινε, ποιος αποφάσισε, πώς διαχειριστήκαμε την ευθύνη. Να μην χρειαστεί να ζητήσουμε θεσμική λογοδοσία-επειδή ξέρουμε ότι αυτή δεν θα υπάρξει ποτέ. Να μη χρειαστεί, κυρίως, να μιλήσουμε σοβαρά για το «εμείς». «Να μην μπλέξουμε», αν με εννοείς. Ένα ακόμη "μπάζωμα" της αλήθειας!
Κάπως έτσι, στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, η αυτοκριτική -απαραίτητη και υγιής- γλίστρησε αθόρυβα σε κάτι άλλο.
Σε μια νευρωτική αποστασιοποίηση από οτιδήποτε ελληνικό.
Να μιλήσεις για συλλογικότητα/κοινωνία/λαό -πολύ περισσότερο Έθνος- και να σπεύσεις να προσθέσεις ειρωνεία.
Να μιλήσεις για ιστορία και να νιώθεις ότι πρέπει να απολογηθείς.
Να μιλήσεις για κυριαρχία και να φοβάσαι μήπως χαρακτηριστείς φασίστας.
Σαν να αφαιρείς "μετά βδελυγμίας" το "Ε" από το "ΕΑΜ" και σου μένει μονάχα ένα αμήχανο και μικρό "αμ".
Δεν πρόκειται για ωριμότητα. Πρόκειται για εσωτερίκευση μιας απαξίωσης που βαφτίστηκε ρεαλισμός ή και πρόοδος.
Όταν ένα συλλογικό σώμα μαθαίνει να βλέπει τον εαυτό του κυρίως μέσα από το βλέμμα των ανώτερων άλλων, τότε η σκέψη του αποικιοποιείται. Όχι το έδαφος - το φαντασιακό.
Η αξία μετριέται με εξωτερικούς δείκτες.
Η σοβαρότητα κρίνεται από ξένες προσδοκίες.
Το πρώτο ερώτημα δεν είναι «τι είμαστε;», αλλά «τι θα πουν;».
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η σημαία δεν γίνεται σύμβολο ευθύνης. Δεν γίνεται συν-βολο, που "βάζει/συνδέει μαζί".
Γίνεται αμηχανία.
Οπότε, ή θα τη λατρέψει κανείς φετιχιστικά, ή θα αποστρέψει το βλέμμα του για να μη τον παρεξηγήσουν.
Η νηφαλιότητα εξαφανίζεται.

















