Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Για τον Νίκο Καλογερόπουλο
Αντί επικήδειου.
Με τον θάνατο του Νίκου Καλογερόπουλου ένιωσα μια βαθιά θλίψη που με ξάφνιασε. Όχι γιατί πίστευα πως οι άνθρωποι σαν εκείνον δεν φεύγουν ποτέ. Αλλά γιατί, καθώς διάβαζα ξανά τα λόγια του και θυμόμουν τους ρόλους του, κατάλαβα πως, χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει, τον κουβαλούσα κι' αυτόν χρόνια μέσα μου, παρέα με τον άλλο "ηττημένο νικητή" τον Χρόνη Μίσσιο.
Ξέρεις τώρα, κάποιους ανθρώπους δεν τους συναντάς στην καθημερινότητά σου. Κι όμως, κάποια στιγμή ανακαλύπτεις πως σου κράτησαν συντροφιά στις πιο αθόρυβες διαδρομές της ζωής σου. Ο Νίκος ήταν ένας από αυτούς. Δεν ξέρω αν ήταν οι ρόλοι του. Δεν ξέρω αν ήταν ο τρόπος που μιλούσε. Ίσως να ήταν ο τρόπος που σιωπούσε. Εκείνη η γενναιόδωρη ήσυχη μελαγχολία που δεν ζητούσε αλλά χάριζε. Εκείνη η τρυφερότητα που δεν φοβόταν να συνυπάρχει με την ήττα.
Γιατί ο Νίκος δεν μου έδινε ποτέ την αίσθηση ενός ανθρώπου που νίκησε τη ζωή. Μου έδινε την αίσθηση ενός ανθρώπου που συμφιλιώθηκε με γενναιότητα μαζί της. Και αυτό είναι πολύ πιο ζόρικο.
Κάποτε σε μια συνέντευξη του είχε πει: «Πες μου αν υπάρχει κάτι καλύτερο... Το κακό είναι ότι άμα μιλάς για την πατρίδα σου, σε λένε γραφικό.» Πόσο παράξενη εποχή...Έχουμε φτάσει... να απολογούμαστε για όσα αγαπάμε. Για την πατρίδα. Για την ποίηση. Για την πίστη. Για τον έρωτα. Για την τρυφερότητα. Σαν η εποχή μας να θεωρεί πιο ασφαλή την ειρωνεία από τη συγκίνηση. Κι όμως, εκείνος δεν ντράπηκε ποτέ γι' αυτά που αγαπούσε. Ίσως γι' αυτό μου ήταν τόσο οικείος.
Τα τελευταία χρόνια γράφω πολύ. Για τον έρωτα. Για το τραύμα.
Για τη συμφιλίωση. Για την ανάγκη να μη σκληρύνουμε κι' άλλο.
Δεν τα αναφέρω αυτά επειδή πιστεύω πως οι διαδρομές μας ήταν ίδιες. Θα ήταν υπερβολικό και άδικο απέναντί του. Τα αναφέρω γιατί, βλέποντας σήμερα τη δική του πορεία, καταλαβαίνω καλύτερα και τις ερωτήσεις που με απασχολούν τόσα χρόνια. Σαν να αναγνωρίζω, εκ των υστέρων, μια συγγένεια όχι στις απαντήσεις, αλλά στην αγωνία.
Έγραψα κάποτε πως η ζωή δεν μας ζητά να γίνουμε κάποιος άλλος. Μας ζητά να εγκαταλείψουμε εκείνον που δεν είμαστε πια.
Έγραψα πως δεν πρέπει να ζητάμε νερό από άδεια πηγάδια. Πως η μεγαλύτερη ελευθερία αρχίζει όταν καίμε τα καράβια που μας κρατούν δεμένους στις "συνήθεις επιστροφές". Και, γράφοντάς τα, νόμιζα πως μιλούσα για τον έρωτα. Σήμερα αναρωτιέμαι αν, χωρίς να το ξέρω, μιλούσα και για ανθρώπους σαν τον Νίκο. Για εκείνους που προτίμησαν να χάσουν κάτι από τον κόσμο, παρά να χάσουν την αλήθεια τους. Αυτήν ακριβώς «Την αλήθεια ρε... την αλήθεια!» που αναζητούσε με όλο του το είναι στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα».

















