Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Τα Τέμπη, το μνημείο και η μάχη για το δικαίωμα της μνήμης
Η πρόσφατη "επανεγραφή" των ονομάτων των 57 θυμάτων των Τεμπών μπροστά στη Βουλή, μπροστά την απειλη «καθαρισμού» τους από τις αρχές, δεν είναι μια απλή πράξη συμβολισμού.
Είναι μια σύγκρουση για την κυριότητα της μνήμης. Γιατί, όποιος ελέγχει τη μνήμη, ελέγχει και το νόημα. Και όποιος ελέγχει το νόημα ελέγχει τη ζωή.
Η μνήμη ως πεδίο εξουσίας.
Η κρατική εξουσία δεν διαχειρίζεται μόνο νόμους και πολιτικές·
διαχειρίζεται συμβολικά πεδία — τι θυμόμαστε, πώς το θυμόμαστε, ποιος δικαιούται να πενθεί δημόσια.
Συνεπώς ο απειλούμενος “καθαρισμός” των ονομάτων από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη δεν είναι μια τεχνική πράξη συντήρησης, είναι μια πράξη ελέγχου της μνήμης και του πένθους.
Μια σιωπηρή υπενθύμιση ότι ακόμα και η μνήμη των νεκρών υπάγεται σε διοικητική αρμοδιότητα.
Όταν το κράτος αποφασίζει πότε, πού και με ποιον τρόπο επιτρέπεται η μνήμη, τότε η τραγωδία γίνεται διοικητικό αρχείο.
Όμως, η απειλούμενη διαγραφή των ονομάτων φανερώνει κάτι πιο βαθύ: την αποικιοποίηση της συγκίνησης από την εξουσία.
Το κράτος δεν θέλει να θυμάσαι πολύ, δεν θέλει να νιώθεις πολύ.
Επιτρέπει μόνο τόση συγκίνηση όση δεν γίνεται πολιτική.
Γι’ αυτό το Σύνταγμα γίνεται τώρα τόπος αντιπαράθεσης:
εκεί όπου το συναίσθημα επιμένει να επιβιώνει παρά την προσπάθεια αποστείρωσης του δημόσιου χώρου.
Η φράση «μη γράφετε τα ονόματα εδώ» μεταφράζεται:
«μην φέρνετε τον πόνο σας στο κέντρο της εξουσίας».
Αλλά η Μνήμη, όταν είναι ζωντανή, δεν υπακούει σε άδειες χρήσης.
Η επαναγραφή των ονομάτων από συγγενείς, φοιτητές, πολίτες δεν είναι βανδαλισμός. Είναι μια πράξη επαν-ιδιοποίησης του συλλογικού τραύματος. Οι άνθρωποι που γράφουν, ψιθυρίζουν στην εξουσία: «Αν τα σβήσετε, θα τα ξαναγράψουμε. Όσες φορές χρειαστεί.», δηλαδή "εμείς θα θυμόμαστε".
Κι έτσι, εδώ η Μνήμη παύει να είναι παθητική. Μετατρέπεται σε ζωντανό σώμα — σε κοινή καρδιά που αρνείται τη λήθη.
Είναι η στιγμή που η κοινωνία σταματά να ζητά “άδεια” για να νιώσει.
Η εξουσία πάντα φοβάται τη Μνήμη γιατί είναι ανεξέλεγκτη
Η εξουσία δεν φοβάται την ποίηση, τα κεριά ή τις φωτογραφίες·
φοβάται τη μετατροπή της μνήμης σε πράξη. Φοβάται το σημείο όπου ο θρήνος γίνεται διεκδίκηση, όπου η συγκίνηση μετατρέπεται σε συλλογική απαίτηση για δικαιοσύνη.
Γιατί, η εξουσία γνωρίζει ότι η λήθη είναι το καύσιμο της κυριαρχίας της.
Σε μια δημοκρατία, η μνήμη δεν είναι προνόμιο του κράτους.
Είναι δικαίωμα των πολιτών.
Και το κράτος που απειλεί να σβήσει ονόματα, σβήνει σιγά-σιγά και τη δική του νομιμοποίηση.
Η πράξη των συγγενών και των πολιτών που επανέγραψαν τα ονόματα είναι μια πράξη πολιτικής ανυπακοής υψηλής τάξης:
όχι γιατί αμφισβητεί την εξουσία, αλλά γιατί επαναφέρει την ανθρωπιά στο κέντρο της εξουσίας.
Είναι σαν να λένε:
«Αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν. Και μέχρι να βρεθεί Δικαιοσύνη, θα τους θυμόμαστε με το ίδιο πείσμα που εσείς τους ξεχνάτε.»
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν πρέπει να γράφονται ή να σβήνονται τα ονόματα μπροστά στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.
Το ερώτημα είναι ποιος έχει το δικαίωμα να αφηγείται την Ιστορία.
Η εξουσία θέλει να θυμόμαστε μόνο όσα ταιριάζουν στο αφήγημά της. Η κοινωνία, όμως, επιμένει να θυμάται όσα δεν αντέχει η εξουσία να κοιτάξει.
Όσο υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν τα ονόματα των νεκρών με τα ίδια τους τα χέρια, τόσο υπάρχει ελπίδα ότι αυτή η χώρα δεν θα μετατραπεί ολοκληρωτικά σε γραφείο τύπου της λήθης.
Η μνήμη είναι πολιτική πράξη.
Και σήμερα, στην Ελλάδα, είναι ίσως η πιο ριζοσπαστική πολιτική πράξη.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.