Σύνορο, τχ. 38 (Ιούνιος–Αύγουστος 1966), σσ. 98–107
Η απόφαση De Oecumenismo και ό ἐθνικισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας
ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Ἡ ἀπόφαση «De Oecumenismo» τῆς δεύτερης Βατικανῆς συνόδου προϋποθέτει τη διάκριση τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὡς τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τις Ἐκκλησίες τῶν «ἀποσχισμένων ἀδελφῶν» (fratrum seiunctorum). Οἱ ὀρθόδοξες κριτικές ἐπεσήμαναν τη διάκριση, ὡς τη βασικὴν ἀδυναμία τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης.Παράλληλα, ωστόσο, ἡ ἀπόφαση ἐμφανίζει μια πρωτοτυπία ριζοσπαστική: Για πρώτη φορὰ τὸ θέμα τῆς καθολικότητας τίθεται σε μια διπλή βάση, θεολογικὴ καὶ ἱστορική. Ὁ «ἐπαναστατικός» χαρακτήρας τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης” έγκειται στο γεγονός ότι ἡ Βατικανή σύνοδος άναγνωρίζει μὲ αὐτὴ τὴ θεολογική θεμελίωση τῆς καθολικότητας καὶ ἀποστολικότητας τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι θεωρεῖ κοινὴ τὴ θεολογική βάση τῆς καθολικότητας τόσο τῆς ρωμαϊκῆς ὅσο καὶ τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀναγνώριση δὲν τεκμηριώνεται μὲ μόνη τὴν ἀναφορὰ στην ἀποστολική διαδοχὴ καὶ στὸ κῦρος τῶν μυστηρίων, δὲν εἶναι μια «τυπική» μόνο ἀναγνώριση. Ἡ συνοδική ἀπόφαση βεβαιώνει ὅτι ὁλόκληρη ή θεολογική, λειτουργική καὶ πνευματική παράδοση τῆς ὀρθόδοξης ᾿Ανατολῆς εἶναι ἀπαραίτητη, ὅσο καὶ ἡ ἀντίστοιχη παράδοση τῆς Δύσης, γιὰ τὴν πληρότητα τῆς θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας. Παρά τη διαφορὰ τῶν σχημάτων καὶ τῆς νοοτροπίας, οἱ δυό παραδόσεις ἀλληλοσυμπληρώνονται καὶ ὁρίζουν τὴν καθολικότητα καὶ ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας («ad plenam catholicitatem et apostolicitatem Ecclesiae pertinere». Κεφ. 3, § 17 - βλ. καί § 14.) Πιο συγκεκριμένα, ἡ ἀπόφαση ἀναφέρει στις ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς ᾿Ανατολῆς τη διατύπωση καὶ διαφύλαξη τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας γιὰ τὴν «ευχαριστιακήν» ὑπόσταση τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὸν χαρακτήρα της ὡς «Εἰκόνος τῆς ᾿Αγίας Τριάδος». Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐκκλησιολογική ἀντίληψη διασώζει την καθολικότητα τῶν ἐπὶ μέρους τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. (Κεφάλαιο 3, § 15: «Εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ μὲ πόσην ἀγάπη οἱ Χριστιανοί τῆς ᾿Ανατολῆς τελοῦν τὴ θεία λατρεία καὶ ἰδιαίτερα τὴν Εὐχαριστία, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἐχέγγυο τῆς ἐρχόμενης δόξας. Ενωμένοι οἱ πιστοὶ στὴν Εὐχαριστία μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους ἔχουν τὴν προσαγωγή πρὸς τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, τοῦ παθόντος καὶ δοξασθέντος, ἐν τῇ ἐκχύσει τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ ἔτσι ἐπιτυγχάνουν τὴν κοινωνία μὲ τὴν Παναγία Τριάδα, γινόμενοι «θείας κοινωνοί φύσεως» – 2 Πέτρου 1,4 –. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο οἰκοδομεῖται διὰ τῆς Εὐχαριστίας στην κάθε ἐπὶ μέρους Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ». -«Per celebrationem Eucharistiae Domini in his singulis Ecclesiis, Ecclesia Dei aedificatur et crescit».)





ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟΣ







