Του Βασίλη Λαμπόγλου
Σήμερα αγόρασα τσοχάκια, απ' αυτά που μπαίνουν κάτω από τα έπιπλα για να μην κάνουν θόρυβο.
Αναποδογυρίζοντας την παλιά καρέκλα που καθόταν η μαμά μου για να ράψει, παρατήρησα το ένα απ' τα τέσσερα πόδια πιο κοντό, πιο φθαρμένο - στη μεριά που το σώμα της στηριζόταν πιο πολύ.
Είναι απίστευτο πώς αστραπιαία - τσάφ! - τέμνεται ο χρόνος στο πένθος, πόσο σχετικός γίνεται, πόσο διαστέλλεται, συστέλλεται, κάνει σπείρες και λακκάκια.
Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από το θάνατό σου.
Σήμερα μόνο παρατήρησα τη φθαρμένη καρέκλα.
Σήμερα έκλαψα - και πάλι - γοερά, σαν την πρώτη μέρα.
Εκεί που πέφτει το βάρος της καρέκλας.
Εκεί στηρίχτηκα, πήρα βαθιά ανάσα σα δύτης έτοιμος να βουτήξει, κι έκλαψα.
Είναι απίστευτο πώς βαραίνουν μέσα μας οι πεθαμένοι μας, πώς είναι σαν να μην έφυγαν ποτέ.
"Με ξεπερνάει το τάδε"... θα την πεις αυτή τη φράση χίλιες φορές στη ζωή σου.
Μόνο στον έρωτα και στο θάνατο θα καταλάβεις όμως τι σημαίνει στ' αλήθεια.
Με ξεπερνάει που κοιτάω το πόδι της καρέκλας και σκέφτομαι "δεν πέθανε η μαμά μου, είναι εδώ, αφού η καρέκλα έμεινε πεισματικά αμετακίνητη, αφού δεν άλλαξε, πάει να πει πως η μαμά μου θα γυρίσει, θα καθίσει πάλι στην καρέκλα της και θ' αρχίσει να γαζώνει φόδρες μέσα στη νύχτα, με τη γνωστή της ιώβεια υπομονή".







