από Γιώργος Τασούδης
-31 Δεκεμβρίου 2025Η παρουσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην ιστορική διαδρομή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους υπήρξε όχι απλώς καθοριστική, αλλά σχεδόν σωτηριολογική. Σε μια Ελλάδα εξουθενωμένη από τον Αγώνα και βαθιά διχασμένη, πολιτικά άπειρη και θεσμικά εύθραυστη, η έλευσή του έμοιαζε με δωρεά θείας πρόνοιας· όχι επειδή υπήρξε αλάνθαστος, αλλά διότι ενσάρκωνε εκείνο που έλειπε δραματικά: το μέτρο, την πνευματική ποιότητα της εξουσίας, την ανιδιοτελή διακονία του κοινού καλού.
Ο Καποδίστριας δεν υπήρξε τέκνο συγκυριών. Το κύρος του είχε κατακτηθεί στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα της διπλωματίας, εκεί όπου ο λόγος ζυγίζεται και η πολιτική απαιτεί βάθος νου και πλάτος ψυχής. Άνδρας υψηλής μόρφωσης, βαθιάς πίστης και σπάνιας ηθικής ακεραιότητας, δεν προσήλθε στην Ελλάδα ως σωτήρας, αλλά ως υπηρέτης. Η θεοσέβειά του δεν ήταν ρητορική· ήταν βιωματική, μετουσιωμένη σε εγκράτεια, θυσία και αυστηρότητα πρώτα προς τον εαυτό του.
Ακριβώς γι’ αυτό και κατέστη δυσβάστακτος. Διότι ο άριστος, όταν εμφανίζεται, δεν καθησυχάζει· κρίνει. Η παρουσία του απογυμνώνει τις ιδιοτέλειες, αποκαλύπτει τις ανασφάλειες, στερεί τα άλλοθι. Σε έναν τόπο όπου ο εγωισμός συχνά μεταμφιέζεται σε ελευθερία και η φατριαστική βούληση βαπτίζεται πολιτικό δικαίωμα, ο Καποδίστριας δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί απειλή. Όχι επειδή καταπίεζε, αλλά επειδή μετρούσε. Και ό,τι μετριέται, εκθέτει.
Η δολοφονία του δεν υπήρξε απλώς ένα πολιτικό έγκλημα· υπήρξε γεγονός βαθύτατα παιδαγωγικό, με την πιο αρνητική έννοια. Για να αντέξει η συνείδηση το βάρος της πράξης, έπρεπε να ανατραπεί η αξιολόγηση του προσώπου. Ο ανιδιοτελής βαφτίστηκε αυταρχικός, ο συγκροτημένος δεσποτικός, ο οραματιστής επικίνδυνος. Δεν επρόκειτο απλώς για συκοφαντία εκ των υστέρων, αλλά για αναγκαστική διαστροφή των κριτηρίων: αν ο άριστος ήταν πράγματι άριστος, τότε το έγκλημα ήταν ασυγχώρητο. Άρα έπρεπε να πάψει να είναι άριστος.


















ΚΑΡΥΚΑΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ