Ρομπέρτο Πεκιόλι — 3 Σεπτεμβρίου 2026
Η πολεμική ανάμεσα στον Στέφανο Μπονατσίνι και την Τζόρτζια Μελόνι σχετικά με την υποτιθέμενη αμάθεια του μέσου δεξιού ψηφοφόρου μού κόστισε μερικούς εύθικτους φίλους, επειδή αναγνώρισα την αλήθεια της διαπίστωσης του πολιτικού στελέχους με το κομμουνιστικό παρελθόν.
Ο ψηφοφόρος της Δεξιάς σήμερα είναι, «κατά κύριο λόγο, άνθρωπος με λίγες σπουδές, που ζει στις περιοχές της ενδοχώρας, στις περιφερειακές συνοικίες των πόλεων και βρίσκεται σε δυσμενέστερη οικονομική κατάσταση».
Κάθε κοινωνιολογική ανάλυση το επιβεβαιώνει.
Ο Μπονατσίνι θα έπρεπε να είχε προσθέσει, για να ολοκληρώσει το πορτρέτο, ότι η Δεξιά υπερισχύει μεταξύ των ανδρών και μειοψηφεί μεταξύ των γυναικών.
Αντί να προκαλέσει έναν σοβαρό διάλογο γύρω από τους λόγους αυτής της ανθρωπολογικής μεταβολής —αδιανόητης πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια—, η αντίδραση στον χώρο της Δεξιάς υπήρξε οργισμένη.
Τίποτε το παράξενο: σε κανέναν δεν αρέσει να ακούει τους αντιπάλους του να απαριθμούν τις αδυναμίες του. Πολύ περισσότερο όταν η ξιπασιά, η πνευματική υπεροψία, ο σαρκασμός, η περιφρόνηση για τον άλλον και ο νέος ταξικός ελιτισμός συνθέτουν την ανυπόφορη εικόνα μιας Αριστεράς 2.0 αποξενωμένης από τον λαό.
Το ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι όχι μόνο δεν αποτιμάται σοβαρά το μέγεθος των αλλαγών που έχουν συντελεστεί στη σύνθεση του πληθυσμού, στη διαφοροποίηση των συμφερόντων σε σχέση με το παρελθόν και στη δυναμική της συναίνεσης και της διαφωνίας, αλλά αναλωνόμαστε σε μικροκαβγάδες σαν εκείνον ανάμεσα στα καπόνια (ευνουχισμένα νεαρά κοκόρια) του Ρέντσο, τα οποία αλληλοτσιμπούνταν, μολονότι ήταν όλα προορισμένα να καταλήξουν στην κατσαρόλα του δικηγόρου Ατζεκαγκαρμπούλι (ΣτΜ: Πρόκειται για λογοτεχνική αναφορά στους Αρραβωνιασμένους του Αλεσσάντρο Μαντσόνι).






