
22/03/2026
Αλαίν ντε Μπενουά, Νέα Δεξιά. [Μετα]πολιτικό μανιφέστο, πρόλογος-μεταφράσεις: Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Επίμετρο: Μασιμιλιάνο Κάπρα, Κλαούντιο Κάπο, Διονύσιος Σκλήρης, εκδ. Manifesto, 2025.
Στο εύστοχο και κατατοπιστικό προλόγισμά του ο Παντούλας γράφει αρχίζοντας:
«Από όσα γνωρίζω ο Alain de Benoist ξεκίνησε από την ακροδεξιά. Όσο να πεις, στη χώρα του Βισύ ειδικά, αυτό ήταν άσχημη σύσταση και δύσκολή αφετηρία. Πέρασε στη Δεξιά, δεν πολυστάθηκε όμως εκεί και κάποια στιγμή πρότεινε τη ‘Νέα δεξιά’. Αλλά ούτε κι εκεί στέργιωσε, αφού, έχοντας στο μεσοδιάστημα εγκαταλείψει και τον χαρακτηριστικό της Δεξιάς αντικομμουνισμό, εκτίμησε ότι το δίπολο Αριστερά-Δεξιά είναι παραπειστικό και ξεπερασμένο από την ίδια την πραγματικότητα που αντιμετωπίζεται μόνο με μια, κάπως ασαφή σ’ εμένα, ‘μεταπολιτική’ δραστηριότητα».
Χρειάζεται να πω, αρχίζοντας με τη σειρά μου, ότι αυτό που με ώθησε να γράψω για το βιβλίο δεν ήταν η πολιτική διαδρομή του Μπενουά, αλλά ορισμένες γόνιμες κρίσεις, θεωρήσεις και προτάσεις που έρχονται κοντά και σε δικές μου ανάλογες, τις οποίες έχω διατυπώσει κατά καιρούς στα όσα έχω γράψει (μάλλον εις ώτα μη ακουόντων) και μάλιστα στο βιβλίο μου Το τέλος του ανθρώπου ή η παραμόρφωσή του (Αρμός 2022). Προσθέτω ακόμη ότι πρωτοδιάβασα κείμενα του Μπενουά σε σχετικές αναρτήσεις του Νέου Πλανοδίου.
Προτού προχωρήσω θέλω να διευκρινίσω ότι για μένα ο χώρος της πολιτικής (ή Πολιτικής) βρίσκεται «εγγύς του μη όντος», από τότε που ο οικονομισμός έπεσε πάνω της και σχεδόν την έπνιξε, υποχρεώνοντάς την να μεταβληθεί σε ένα είδος επιχείρησης και σε μια μορφή εγκλεισμού σε ομάδες ελιτίστικες που θέλουν να κυβερνούν τον κόσμο ερήμην των λαών.
Έρχομαι τώρα στο βιβλίο και παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα:
«Με τον όρο νεωτερικότητα προσδιορίζεται το πολιτικό και φιλοσοφικό κίνημα των τριών τελευταίων αιώνων της δυτικής ιστορίας. Χαρακτηρίζεται κυρίως από πέντε συγκλίνουσες διεργασίες: την εξατομίκευση, μέσω της καταστροφής των παλαιών κοινοτήτων του ανήκειν, τη μαζικοποίηση μέσω της υιοθέτησης τυποποιημένων συμπεριφορών και τρόπων ζωής, την αποιεροποίηση, μέσω της υποχώρησης των μεγάλων θρησκευτικών αφηγήσεων προς όφελος μιας επιστημονικής ερμηνείας του κόσμου, τον εξορθολογισμό, με την κυριαρχία της εργαλειακής σκέψης, μέσω των εμπορικών συναλλαγών και της τεχνολογικής αποτελεσματικότητας, την παγκοσμιοποίηση μέσω της επέκτασης ενός μοντέλου κοινωνίας που θεωρείται, εμμέσως, ως το μόνο λογικά δυνατό επομένως και ανώτερο» (σ. 19-20).
Χρειάζεται να πω, αρχίζοντας με τη σειρά μου, ότι αυτό που με ώθησε να γράψω για το βιβλίο δεν ήταν η πολιτική διαδρομή του Μπενουά, αλλά ορισμένες γόνιμες κρίσεις, θεωρήσεις και προτάσεις που έρχονται κοντά και σε δικές μου ανάλογες, τις οποίες έχω διατυπώσει κατά καιρούς στα όσα έχω γράψει (μάλλον εις ώτα μη ακουόντων) και μάλιστα στο βιβλίο μου Το τέλος του ανθρώπου ή η παραμόρφωσή του (Αρμός 2022). Προσθέτω ακόμη ότι πρωτοδιάβασα κείμενα του Μπενουά σε σχετικές αναρτήσεις του Νέου Πλανοδίου.
Προτού προχωρήσω θέλω να διευκρινίσω ότι για μένα ο χώρος της πολιτικής (ή Πολιτικής) βρίσκεται «εγγύς του μη όντος», από τότε που ο οικονομισμός έπεσε πάνω της και σχεδόν την έπνιξε, υποχρεώνοντάς την να μεταβληθεί σε ένα είδος επιχείρησης και σε μια μορφή εγκλεισμού σε ομάδες ελιτίστικες που θέλουν να κυβερνούν τον κόσμο ερήμην των λαών.
Έρχομαι τώρα στο βιβλίο και παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα:
«Με τον όρο νεωτερικότητα προσδιορίζεται το πολιτικό και φιλοσοφικό κίνημα των τριών τελευταίων αιώνων της δυτικής ιστορίας. Χαρακτηρίζεται κυρίως από πέντε συγκλίνουσες διεργασίες: την εξατομίκευση, μέσω της καταστροφής των παλαιών κοινοτήτων του ανήκειν, τη μαζικοποίηση μέσω της υιοθέτησης τυποποιημένων συμπεριφορών και τρόπων ζωής, την αποιεροποίηση, μέσω της υποχώρησης των μεγάλων θρησκευτικών αφηγήσεων προς όφελος μιας επιστημονικής ερμηνείας του κόσμου, τον εξορθολογισμό, με την κυριαρχία της εργαλειακής σκέψης, μέσω των εμπορικών συναλλαγών και της τεχνολογικής αποτελεσματικότητας, την παγκοσμιοποίηση μέσω της επέκτασης ενός μοντέλου κοινωνίας που θεωρείται, εμμέσως, ως το μόνο λογικά δυνατό επομένως και ανώτερο» (σ. 19-20).



Πηγή: Άντρεα Ζοκ












