το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
κι απ' τον αρχαίο τον καιρό,
στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
κι έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί!
Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
τη Νίκη την παντοτινή!
Την είδα εμπρός μου να προβάλλει
με φορεσιά ολοφωτεινή.
Ασύγκριτη σαν την ιδέα,
σαν όνειρο λαχταριστή,
είδα τη Νίκη την αρχαία,
τη Νίκη την κυματιστή!
Την είδα. Με το πέταμά της
δεν έφευγε στους ουρανούς
εκεί που δύσκολα σιμά της
μπορεί να κρατηθεί κι ο νους.
Δεν έτρεχε να φτάσει πρώτη,
να στεφανώσει φτερωτή
το λιονταρόκαρδο στρατιώτη,
τον εμπνευσμένο τον ποιητή.
Χρυσελεφάντινη γαλήνη
δεν έδειχνε, δεν είχε αυτή.
Δεν την αντίκρυσα να λύνει
τα σάνδαλά της λατρευτή.

















