από Στέλιος Ράμφος
-10 Σεπτεμβρίου 2022
Το πρόβλημα της Παιδείας, Στέλιος Ράμφος καλεσμένος από τον π. Ιγνάτιο Γεωργακόπουλο, στην εκπομπή «Διάλογοι αλήθειας και ζωής» του "New Channel", το 1990.
Μιμητισμό και παπαγαλία των συρμών του μεταμοντερνισμού θεωρεί ο φιλόσοφος κ. Στέλιος Ράμφος τη σπουδή της ψήφισης του νόμου που εξισώνει τον γάμο των ομοφυλοφίλων με αυτόν των ετεροφυλόφιλων. Ο ίδιος επισημαίνει πως το δικαίωμα είναι και αξίωση, ως αξίωση μπορεί να τεθεί σε δημοψήφισμα. Επίσης θεωρεί πως η τεκνοθεσία από ζευγάρια του ίδιου φύλου εντάσσεται στο γενικότερο κίνημα της “αφυπνίσεως”, το οποίο μέσω του ανερμάτιστου δικαιωματισμού οδηγεί στον ολοκληρωτισμό.
Συνέντευξη στον Κώστα Στούπα από το capital.gr
– Φαίνεται πως διαμορφώνεται στη Βουλή μια ευρεία πλειοψηφία υπέρ της εξίσωσης του γάμου των ομοφυλοφίλων με αυτόν των ετεροφυλόφιλων στο πλαίσιο που διαμορφώνεται για την τεκνοθεσία. Πώς εξηγείτε την απόκλιση που υπάρχει μεταξύ της πολιτικής εκπροσώπησης και της κοινής γνώμης όπως αυτή αποτυπώνεται στις περισσότερες μετρήσεις;
Νομίζω πως η μεν κοινωνία αντιμετωπίζει τα πράγματα ξεκινώντας από την πραγματικότητα της οικογενείας, αλλά και την παράδοση και την ανάγκη για αίσθηση ασφαλείας. Το δε πολιτικό σύστημα τα αντιμετωπίζει με διαφορετικά κριτήρια. Φαίνεται πως τα κόμματα που είναι πιο κοντά στην εξουσία σκέφτονται και με όρους ευρύτερους, ευρωπαϊκής συναινέσεως.
Πρόκειται για το ρεύμα ενός μεταμοντερνισμού σε αυτά τα θέματα. Κυρίως είναι η μόδα της ισότητας και της προσαρμογής προς την ισότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων τα οποία κερδίζουν έδαφος.
Θεωρώ ότι η λέξη δικαίωμα τρομάζει τους ανθρώπους κάθε φορά που ανασύρεται στην επιφάνεια. Ξέρετε, το δικαίωμα παρουσιάζεται σαν ένα είδος απαράβατης αρχής. Δεν βρέθηκε κανείς χριστιανός να πει πως το δικαίωμα δεν είναι κανών δικαίου, το δικαίωμα είναι αξίωσις. Αξιώνω κάτι είτε βάσει του νόμου είτε βάσει της λογικής. Και αξιώνοντας κάτι διεκδικώ να το κάνει και ο άλλος αποδεκτό.
Υπ’ αυτή την έννοια η βάση της συζητήσεως έχει υπονομευτεί. Στη δική μας την περίπτωση το δικαίωμα του ανθρώπου, του ομοφυλόφιλου εν προκειμένω ή του φιλομόφυλου όπως μ’ αρέσει να το λέω εγώ, είναι το δικαίωμά του να αισθάνεται ίσος με τον άλλο άνθρωπο.
Ο φιλομόφυλος δεν είναι ούτε ανήθικο, ούτε άρρωστο άτομο… Απλώς είναι προσηλωμένος προς το ίδιο φύλο, κάτι που σημαίνει πως έχει παραιτηθεί από την αναπαραγωγή και τη γονεϊκότητα. Γιατί η γονεϊκότητα μέσω της αναπαραγωγής απαιτεί δύο φύλα.
Επικαλούνται πως ο γάμος είναι δικαίωμα εκ της ισότητος και πως αυτό είναι το κρίσιμο και μ’ αυτό σταματάει η συζήτηση. Δεν πρόκειται περί αυτού. Ο γάμος των φιλομοφύλων διεκδικεί ισότητα, αλλά το κάνει με βάση μια απατηλή ισοδυναμία. Δηλαδή, με βάση την επιθυμία προς τον όμοιο, διεκδικεί ισοδυναμία προς τον γάμο ο οποίος προσθέτει στην επιθυμία προς τον άνθρωπο, του άλλου φύλου, τη γονεϊκότητα.
Δεν αρκεί, αν βάλουμε δίπλα σε κάποιον ένα παιδί, αυτό να τον κάνει γονέα. Δεν αρκεί η επιθυμία ενός ενηλίκου να λογαριάζεται ως γονέας να τον κάνει γονέα. Η γονεϊκότητα είναι μια άλλη κατάσταση.
– Τι είναι αυτό που οδηγεί άτομα τα οποία έχουν επιλέξει σχέσεις συμβίωσης που αποκλείουν την αναπαραγωγή, να επιδιώκουν στη συνέχεια δικαίωμα στην αναπαραγωγική διαδικασία, όπως είναι το μεγάλωμα των παιδιών;

Ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης
20/10/2022 07:54
Ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης* σχολιάζει το τελευταίο βιβλίο του φιλοσόφου Στέλιου Ράμφου, «Διακόσια χρόνια γέννα 1821-2021», καθώς και πρόσφατες δηλώσεις του, και εξηγεί γιατί, κατά τη γνώμη του, ο στοχαστής αυτοαναιρείται και καθίσταται πνευματικά δειλός στο θέμα της Εκκλησίας.
Αφιερωμένο στους απανταχού εξαπατημένους
Ο ορθόδοξος χριστιανός στοχαστής Στέλιος Ράμφος έδωσε, στις 27.6.2022, συνέντευξη στον δημοσιογράφο Αντώνη Κυριαζάνο για το ηλεκτρονικό περιοδικό Capital, με αφορμή το μόλις εκδοθέν βιβλίο του «Διακόσια χρόνια γέννα. 1821-2021», εκδ. Αρμός, 2022. Οι απαντήσεις τού Στέλιου Ράμφου στις ερωτήσεις τού δημοσιογράφου, βρίσκω ότι θίγουν ζητήματα πολύ μεγάλης, προπαντός άκρως επείγουσας σημασίας.
Προτρέχω λέγοντας ότι ζητήματα όπως αυτά που συζητούνται στην εν λόγω συνέντευξη, δεν είναι πλέον αρκετό, καθόλου μάλιστα, να παραμένουν περιορισμένα σε έναν μικρό κύκλο και να κυκλοφορούν μόνο «μεταξύ μας». Εκείνο που, κατά την γνώμη μου, απαιτείται κατά την παρούσα ιστορική στιγμή είναι αυτά τα ζητήματα να εκτεθούν, να ακουστούν, να συζητηθούν δημοσίως, προκειμένου να αγγίξουν αλλά και να προβληματίσουν ένα όσο το δυνατόν πιο ευρύ κοινό.
Για να γίνουν αντιληπτές οι δικές μου τοποθετήσεις από τον αναγνώστη, θα παραθέσω αρκετά αποσπάσματα από την εν λόγω συνέντευξη, και για όσους δεν την γνωρίζουν. Ο τίτλος της είναι : Στέλιος Ράμφος, διακόσια χρόνια εκκρεμότητας. Οι εύστοχες ερωτήσεις τού δημοσιογράφου προσφέρουν την ευκαιρία στον Σ. Ρ. να δώσει τις εξής απαντήσεις – από τις οποίες μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς ποιες είναι οι ερωτήσεις :
«Η εθνική μας ολοκλήρωση ταλαιπωρήθηκε επειδή η Ελλάδα υπήρξε μία χώρα χωρίς Αναγέννηση. Διατήρησε δηλαδή στο κράτος της τα στοιχεία τού Αρχαίου και τού Μεσαιωνικού κόσμου χωρίς να περιλαμβάνει τον δημιουργικό χρόνο, αυτόν που εξελίσσει τα πράγματα και τις ιδέες, και εν τέλει την ζωή.
Διατήρησε τον ανιστορικό χρόνο που ήταν δεμένος με το παρελθόν ή που συντηρούσε ένα στατικό παρόν με απλώς επαναλαμβανόμενα τελετουργικά χαρακτηριστικά, χωρίς να αναστοχάζεται και να εξελίσσει το περιεχόμενό τους. Η εθνική ολοκλήρωση θα είχε συντελεστεί αν μπορούσαμε να περάσουμε σε ένα παρόν δημιουργικό, που να μην επαναλαμβάνει όπως είπαμε τον εαυτό του, αλλά να ετοιμάζεται και να ετοιμάζει αυτό που έρχεται. Αντίθετα είμαστε κολλημένοι σ’ ένα «τώρα» βιώνοντας συνεχείς κρίσεις χωρίς να μπορούμε να σπάσουμε τον κύκλο τής επαναληπτικότητάς τους. Προσοχή : δεν είμαι εναντίον τού παρόντος ή τού παρελθόντος αλλά είμαι με ένα μέλλον που τα περιέχει όλα και τα αναχωνεύει σε μία νέα μορφή. (…) Η σοβαρότερη αυτογνωσία γίνεται μέσα στον πόνο. (…) Αυτό που αποτρέπει την αυτογνωσία και που είναι και το βαθύτερο ελληνικό πρόβλημα, είναι ότι αντιλαμβανόμαστε την μερικότητα, δηλαδή το χωριό, την οικογένεια, το κόμμα ως «όλον». Τότε επέρχεται και ο διχασμός επειδή ο καθένας θέλει να επιβάλλει την δική του μερικότητα στους άλλους. Ετσι γίνονται και οι εμφύλιοι πόλεμοι.
Γι’ αυτό και επείγει να κατανοήσουμε την καθολικότητα. (…) αυτή η αυτοκρατορία (η βυζαντινή) κατέρρευσε άρα κάπου «έμπαζε». Και «έμπαζε» επειδή και εν αντιθέσει με την Δύση, οι Βυζαντινοί καθηλώθηκαν στον επαναληπτικό χρόνο, τον χρόνο τής τελετουργίας και δεν ανακάλυψαν τον χρόνο των βιωμάτων, τον χρόνο των επιλογών. Οι επιλογές ήταν κλεισμένες σε σχήματα, όπου επαναλαμβανόταν το ίδιο και το ίδιο. Οι επιλογές και οι εξελίξεις που τίς ακολουθούν γι’ αυτούς ήταν κάτι άγνωστο.

Με αυτή την αφορμή, θέλετε να μας εξηγήσετε γιατί θεωρείτε τόσο καταστροφική την απόφαση για το μονοτονικό;
Θεωρούσα και θεωρώ, βέβαια, ότι είναι πάρα πολύ σοβαρό το θέμα. Το μονοτονικό δεν διευκολύνει σε τίποτα. Το λάθος που έγινε τότε, στις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις, είναι ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσον επικοινωνίας, είναι οργάνωση του κόσμου σε πνεύμα κι εκεί θέλει πολύ μεγάλη προσοχή γιατί, εάν καταστραφεί αυτό, μπορεί να καταστραφεί πια όλο το σύστημα της εννοιολογικής παραγωγής μέσα στους ανθρώπους. Η γλώσσα εννοιοποιεί τον κόσμο, είναι κυρίως παράγοντας διαμορφώσεως εννοιών, και θεωρώ ότι η ελληνική γλώσσα είχε και έχει μία δική της μορφοπλαστική δύναμη. Είναι σημαντική για την οργάνωση του πνεύματος, την οργάνωση της αληθινής νοημοσύνης, ειδικά τώρα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Εξ ου και είχαμε κατακόρυφη πτώση της εκφραστικής ικανότητος και αδυναμία κατανοήσεως – αυτά που διαβάζουμε στην PISA κάθε χρόνο, ότι είμαστε οι τελευταίοι στην Ευρώπη στην κατανόηση κειμένου και στα μαθηματικά. Δεν μπορεί να ωριμάσει πνευματικά ένας λαός, εάν η γλώσσα δεν εξελίσσεται, είναι στάσιμη ή μπαίνει σε μηχανικούς τρόπους εκφράσεως. Δεν είναι θέμα απλοποιήσεως, δεν είναι θέμα ευκολίας, διευκολύνσεως, η γλώσσα πρέπει να είναι δύσκολη.
Γιατί;
Θεωρῶ τόν Στέλιο Ράμφο ὡς ἐπικεφαλή τή στιγμή αὐτή, στήν Ἑλλάδα, τῆς ἰδεολογίας τοῦ συγκουσιακοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ. Ὁ «Καημός τοῦ Ἑνός» εἶναι πράγματι ἕνας κῆπος ἐπιλεγμένων καταφορῶν, συγκρούσεων βεβιασμένων ἑρμηνειῶν πού ἀποσκοπεῖ μανιχαϊστικά σχεδόν, στήν ἄμεση κατατρόπωση (πλήν ὀλίγων στοιχειωδῶν ἐπιβιωμάτων) τοῦ ἀρχαίου κακοῦ τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης, ἀπό τόν ἐκσυγχρονισμένο καί ἀποτελεσματικό ἀγαθό τῆς Δυτικῆς θεωρίας καί πράξης. Ὁ θεολογικά πεπαιδευμένος ἀναγνώστης δυσφορεῖ κατά συρροήν παρακολουθώντας τόν συγγραφέα νά ἀνασκολοπίζει μία πρός μία θεμελιώδεις θέσεις τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας, ἀδιαφορώντας αὐτονοήτως γιά τόν πνευματικό τους λόγο καί βάθος. Ἡ κατασυκοφάντηση τῆς Θ. Εὐχαριστίας ὡς νευρωτικῆς «δοξολογικῆς ἀγκύλωσης» (σ. 116) καί τῆς θεολογίας τῆς νοερᾶς προσευχῆς ὡς «ἁπλῆς λεκτικῆς ἀναφορᾶς στό Θεό» (σ. 235) καθώς καί σύνολης τῆς ὀρθόδοξης ἀσκητικῆς (σ. 245 κ.α) ὡς ἄρνησης τοῦ πλήρους ἀνθρώπινου ἑαυτοῦ, ἤ τῆς ἐξομολόγησης ὡς «ψυχοθεραπείας τοῦ ὁμαδικοῦ καί μή ἐξατομικευμένου ἀνθρώπου» (σ. 286), συμπορεύονται ἁρμονικά μέ τήν καταδίκη τῆς ὀρθόδοξης Χριστολογίας (σ. 106) καί Τριαδολογίας. Ὅλα αὐτά καί ἄλλα παρόμοια, ἔχουν ἐπισημανθεῖ οὕτως ἤ ἄλλως ἀπό κριτικούς τοῦ βιβλίου[4], ὅπως καί τά μεγαλυνάρια του πρός Ἀκινάτη καί Λούθηρο διότι αὐτοί μετά τόν Αὐγουστίνο προετοίμασαν καί θεμελίωσαν τήν Δυτική μεγάλη ἔξοδο πρός τό αὐτοσυνείδητο ἄτομο καί τόν ἄκρως δημιουργικό κόσμο του, ἐνάντια στίς παντοειδεῖς θρησκευτικο-εκκλησιαστικές καθηλώσεις.
| H εις Αδου Κάθοδος: πρώτο τέταρτο του 16ου αιώνα. Κέρκυρα, Μουσείο Αντιβουνιώτισσας |