Του Ρούντι Ρινάλντι
Στα δύο προηγούμενα σημειώματα* δείξαμε σε ποιες συνθήκες στήνεται το προεκλογικό σκηνικό, ποια τα βασικά επίδικα εντός του «πλαισίου TheHellinikon», και γιατί είναι αναγκαίο οι πολίτες, αντί να περιμένουν καταπίνοντας κάποιες υποσχέσεις, να περάσουν σε μια ενεργητική στάση. Δηλαδή να ζητήσουν δεσμεύσεις και να προβάλλουν απαιτήσεις. Στο παρόν σημείωμα θα επικεντρωθούμε στο κίνητρο της πολιτικής στις μέρες μας, στο ρόλο του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας, και στην ανάγκη μιας άλλης Πολιτικής: μιας Πολιτικής Προσφοράς, Λογοδοσίας, Ενεργούς Συμμετοχής των πολιτών και Ελέγχου όσων αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα.
Τι ισχυρίζονται τα κόμματα και οι πολιτικοί – Και τι αποκρύπτουν
Όλα τα κόμματα και όλοι οι πολιτικοί εμφανίζονται με τη φορεσιά της προσφοράς στον τόπο, στην κοινωνία, στο έθνος, στην οικονομία, στη χώρα. Υποτίθεται ότι όλοι νοιάζονται για το γενικό καλό, για το σύνολο των πολιτών, και ότι μεριμνούν είτε από τη θέση της νομοθετικής εργασίας που θα κάνουν στη Βουλή, είτε από τη θέση της εκτελεστικής εξουσίας (κυβέρνηση, δημόσια διοίκηση, κρατικός μηχανισμός κ.λπ.). Μάλιστα εμφανίζονται ως φλογεροί υπερασπιστές αξιών και αρετών, ως φορείς ανιδιοτέλειας και προσφοράς προς την πατρίδα.Η εικόνα αυτή δεν είναι καινούρια. Υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Το καινούριο στοιχείο αφορά τα «ραντεβού» με την Ιστορία, τη «σύγκλιση με την Ευρώπη», τη «διάσωση της χώρας», την «έξοδο από τα μνημόνια», την «ψηφιακή μετάβαση», τη «σωστή πλευρά της Ιστορίας». Κι αυτά όλα την στιγμή που το μεταπρατικό μοντέλο γνώρισε μια μεγάλη Χρεοκοπία το 2010, η χώρα μπήκε υπό επιτροπεία που δεν έχει λήξει, κι όλος ο δημόσιος πλούτος έχει υποθηκευτεί για 99 χρόνια. Και όμως, υπάρχει «κάτι ακόμα»: Αυτό το πολιτικό σύστημα υπηρέτησε την Υποβάθμιση της χώρας, και δημιούργησε (με όσα ψήφισε και έπραξε στα 15 χρόνια από τη Χρεοκοπία) ακόμα δυσμενέστερους όρους για το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Κυρίως, προστάτεψε τα δικά του ιδιαίτερα συμφέροντα ως πολιτικό σύστημα νομής, ακολούθησε μια πολιτική αναδιανομής του πλούτου υπέρ μιας μειοψηφίας, θέσπισε και υπερασπίστηκε το «ακαταδίωκτο».










