Του Ηλία Μπιτσάνη
Αντε τώρα να πιάσουμε τη… γουρνοπούλα, καθόσον «από το πουθενά» έχουν φτάσει σήμερα να κυνηγάει όλος ο κόσμος της Καλαμάτας τα… ανηλεώς σφαγιασθένα χοιρινά, για να μην χαθεί το «έθιμο».
Εθιμο τέτοιο δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να υπάρχει. Και συζητούμε τώρα για το ολόκληρο χοιρινό που παρασκευάζεται μετά από πολύωρο ψήσιμο στο φούρνο. Αυτό για να διευκρινήσουμε τι ακριβώς είναι εκείνο το οποίο στον τόπο μας λέμε «γουρνοπούλα». Το οποίο είναι πολύ διαφορετικό από τα σουβλιστά γουρουνόπουλα που συνηθίζονται σε διάφορες περιοχές.
***
Η γουρνοπούλα είναι το «έθιμο» των πανηγυριών και ανταποκρίνεται στην ανάγκη της «μαζικής εστίασης» σε σύντομο χρόνο. Ιστορικά έχει αναγνωρισθεί ως η κατ’ εξοχήν γαστρονομική λιχουδιά του Νησιώτικου πανηγυριού (της Μεσσήνης δηλαδή καθόσον φίλοι που δεν γνωρίζουν το παλιό της όνομα ψάχνουν να βρουν σε ποιο… νησί αναφέρομαι).
Το πανηγύρι είναι γλέντι και χορός αλλά… νηστικό αρκούδι δεν χορεύει και ειδικά όταν βρίσκεται μακριά από το σπίτι του. Γι’ αυτό και χρειάζεται κάτι γρήγορο και στεγνό μαζί με τα κατρούτσα του κρασιού, για να στηλωθεί ο κόσμος και αν του κάνει κέφι να χορέψει. Η προφανής λύση είναι το ψητό αλλά το ζήτημα είναι… ποιο ψητό και γιατί. Στο Νησιώτικο πανηγύρι και στην παλαιότερη περιγραφή που υπάρχει του 1843, ξεκίνησαν με τα αρνιά καθώς εκείνη τη χρονιά (προφανώς καθ’ υπερβολήν) «εσφάγησαν υπέρ τα 2.000». Αλλά με το αρνί… δεν βγάζει άκρη, ούτε και… μεροκάματο. Οπότε και επινοήθηκε η γουρνοπούλα:
