Θεοφάνης Μαλκίδης
«Στη μνήμη της γιαγιάς μου Αικατερίνης Μαλκίδου, η οποία πέθανε από τα βασανιστήρια που υπέστη από τους Γερμανούς. Έβρος 1941».
Η συμπλήρωση ογδονταπέντε ετών, την 6η Απριλίου, από την εισβολή των Γερμανών και των συμμάχων τους στην Ελλάδα, αποτελεί εκτός από την υπόμνηση της αντιστασιακής ελληνικότητας από τη Βόρειο Ήπειρο, μέχρι τα Οχυρά και την Κρήτη και μία υπενθύμιση της συνέχειας του αγώνα για την απόδοση δικαιοσύνης προς τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα της κατοχής.
Τα εγκλήματα στην κατεχόμενη Ελλάδα αποτελούν, τηρουμένων των χωρικών και πληθυσμιακών αναλογιών, τα μεγαλύτερα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Oι γερμανικές, ιταλικές, βουλγαρικές δυνάμεις, σε συνεργασία με τους ελληνόφωνους και άλλους συνεργάτες τους, μετέτρεψαν την Ελλάδα σε ένα διαρκές Ολοκαύτωμα. Βρέφη, παιδιά, ηλικιωμένοι, γυναίκες, βιάστηκαν, βασανίστηκαν, δολοφονήθηκαν, κάηκαν, ενώ οι οικίες, ακόμη και τα κοιμητήρια, καταστράφηκαν ολοσχερώς.
Πάνω από 300.000 Ελληνίδες και Έλληνες πέθαναν από την πείνα μετά την επίσχεση και κατάσχεση τροφίμων από τους κατακτητές το χειμώνα του 1941-1942, ενώ μέχρι το τέλος της κατοχής καταγράφηκαν άλλοι 300.000 θάνατοι από την πείνα, τις ασθένειες, τις σφαγές, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της πατρίδας μας να μειωθεί κατά 13,5%.
Οι Γερμανοί (αλλά και οι Ιταλοί, οι Βούλγαροι και οι συνεργάτες τους) κατέστρεψαν 1.770 πόλεις και χωριά στα εκατοντάδες ολοκαυτώματα, ανάμεσά τους, των Καλαβρύτων (13 Δεκεμβρίου 1943), όπου εκτελέστηκαν 1436 άμαχοι, του Διστόμου (10 Ιουνίου 1944), όπου σφαγιάστηκαν 117 γυναίκες, 111 άντρες και 53 παιδιά, της Βιάννου (14-16 Σεπτεμβρίου 1943), όπου σφαγιάστηκαν 461 κάτοικοι, του Κομμένου (16 Αυγούστου 1943), όπου δολοφονήθηκαν 317 κάτοικοι (ανάμεσά τους 97 βρέφη και παιδιά και 119 γυναίκες), της Κανδάνου (3 Ιουνίου 1941), όπου εκτελέστηκαν 180 κάτοικοι, του Χορτιάτη (2 Σεπτεμβρίου 1944) όπου 149 άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί μέσα στον φούρνο και το σχολείο του χωριού!















