
Θανάσης Ν. Παπαθανασίου
Αν. Καθηγητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας ΑθήναςΔιευθυντής του περιοδικού «Σύναξη»
Είναι περίεργη η συμβολή της οδού Ευνούχων με την οδό Κουναβιών. Αμφότερες αφορούν σακάτηδες. Όχι όμως οποιουσδήποτε σακάτηδες. Είναι οι δρόμοι εκείνων που οι ίδιοι αποφάσισαν τον ακρωτηριασμό τους. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι δυο δρόμοι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, και όσον αφορά το πού πάει ο καθένας και όσον αφορά το ποιοι πάνε στον καθένα.
Επισκεφτείτε τη διασταύρωση αυτή. Μα, μη λυπηθείτε όλους τους ακρωτηριασμένους.
Γιατί να λυπηθείτε τα κουτσά κουνάβια; Αν δεν είχε προλάβει ο Καβάφης, είμαι απολύτως σίγουρος πως κουνάβι θα είχε γράψει το ποίημα Che fece… il gran rifiuto. Κουνάβι γαρ είναι το ζώο που, όταν πιαστεί το πόδι του στο δόκανο, προτιμά να κόψει το αιχμαλωτισμένο πόδι του και να φύγει. Ελεύθερο, απροσκύνητο και ες αεί ακρωτηριασμένο. Όσα χρόνια κι αν ακολουθήσουν, δεν θα περάσει ούτε μια στιγμή (κυριολεκτικά, ούτε μία!) που να μην είναι πλέον στοιχείο της ύπαρξής του η οδύνη του ακρωτηριασμού. Στοιχείο του η οδύνη, και στοιχειό της μια επίγνωση: ότι κι αν πήγαινε πίσω στο χρόνο, στη στιγμή της παγίδευσης, πάλι το ίδιο θα έκανε.

Το κουνάβι δεν άφησε στο δόκανο κάποιο ανεπιθύμητο φορτίο, κάτι που του περίσσευε. Άφησε τον εαυτό του, ακριβώς για να κρατήσει ελεύθερο τον εαυτό του. Θυμίζει την περίεργη, αντινομική φράση του Χριστού: όποιος θέλει να βρει την ψυχή του, οφείλει να τη χάσει. Το κουνάβι δεν θα το λυπηθεί κανείς. Οι μισοί δεν το λυπούνται, διότι ξέρουν πως είναι κερδισμένο, με αρτιμελή την αξιοπρέπειά του. Οι άλλοι μισοί πάλι δεν το λυπούνται, διότι ούτε που τους περνάει από το νου η οδύνη του. Οδύνη που δεν διαλαλιέται, είναι οδύνη που πάει –λένε– , πέρασε.
