Του Κώστα Χατζηαντωνίου
Κατάντικρυ στο πρότυπο του καταφερτζή που ξέρει πώς να επιβιώνει και να επιστρέφει, η ελληνική τραγωδία υψώνει ένα πρότυπο ήρωα που ξέρει να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και να απέρχεται, θεωρώντας την ατελεύτητη επιδίωξη του ευγενούς και του μεγάλου ως μόνο σκοπό της ζωής: τον Αίαντα.
Ο βασιλιάς της Σαλαμίνας που ήταν στην Τροία το έρκος των Αχαιών, ο μόνος άξιος να λάβει τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα, περήφανος και ευγενικός, αναγκάστηκε να ζήσει το αδιέξοδο κάθε ελεύθερου και περήφανου ανθρώπου. Όταν η απάτη του διδύμου Αγαμέμνονα και Οδυσσέα του στερήσει τα όπλα του Αχιλλέα και η χαιρεκακία βρει στον σκοτισμό του νου του πρόφαση για να τον συντρίψει (μια και πάντα «κατά τους τρανούς ο φθόνος έρπει»), ως τραγικός ήρωας, ο Αίας θα νοιώσει πως πεταμένος σε έναν κόσμο χωρίς σχέδιο, νόμους και τάξη, μόνο στην Αξία και την Τιμή μπορεί να βρει πια ακόμη κάποιο νόημα. Γιατί μετά την πτώση στην αδυναμία, όταν το μέλλον δεν παρέχει κανένα στάδιο ενεργείας για την πατρίδα, η ζωή δεν έχει πια προορισμό. Ο ήρωας με τις σταθερές και αμετακίνητες αρχές νοιώθει πως δεν έχει πια θέση στον κόσμο που με τον δόλο και τον φθόνο δίνει προτεραιότητα σε άλλες, ρεαλιστικές αξίες.
Αντίκρυ στον χορό και την Τέκμησσα (που υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την «αναγκαία τύχη»), ο Αίας δεν θα διστάσει να αναφωνήσει «Σκοτάδια, δικά μου φώτα, ερέβη φαεινότατα, διαλέξτε με, διαλέξτε με για κάτοικό σας», γνωρίζοντας πως «ντροπή είναι για τον άντρα πολύ καιρό να γυρεύει να ζήσει όταν καμμιά αλλαγή στις πίκρες του δεν βλέπει. Ποιά ευχαρίστηση μπορεί να δίνει μέρα που ακολουθεί την άλλη μέρα, όταν στον θάνατο κοντύτερα μάς φέρνει, όσο και αν τον αναβάλλει;» Γιατί ξέρει:
«ή καλώς ζην ή καλώς τεθνηκέναι τον ευγενή χρη».
