Του Παντελή Βουτουρή
Αργά το απόγευμα ο Σεφέρης κατευθύνθηκε προς το βιβλιοπωλείο του Βασιλείου στη Σταδίου και ζήτησε να του δώσουν το μυθιστόρημα H ζωή και ο θάνατος του Kαραβέλα. Προηγουμένως το είχε αναζητήσει στη βιβλιοθήκη του στην Κυδαθηναίων, όπου θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται, αλλά ματαίως. Πολλά από τα βιβλία που είχε αφήσει εκεί, εγκαταλείποντας την Ελλάδα το 1941, εξαφανίστηκαν. Πώς και γιατί είναι μια άλλη ιστορία που δεν έχει εδώ τη θέση της. Στα χρόνια πάντως της γερμανικής κατοχής, τα εξώφυλλα των βιβλίων χρησιμοποιούνταν από τις αντιστασιακές ομάδες για την γόμωση των φυσιγγίων. Το μυθιστόρημα του Θεοτόκη είχε κυκλοφορήσει το1920 από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου Γ. Ι. Βασιλείου.
Σταμάτησε την ανάγνωση στη σελίδα 36 και υπογράμμισε με ένα μολύβι τις τελευταίες σειρές του δεύτερου κεφαλαίου. Έδειχνε σαν να είχε μόλις ανακαλύψει ένα κρυμμένο μυστικό. Ήταν βέβαιος ότι οι λέξεις που ο Θεοτόκης είχε βάλει στο στόμα του Αργύρη, ενός από τους χαρακτήρες του βιβλίου, βασίζονταν στην κοινή στον Ερωτόκριτο και στον Orlando Furioso παρομοίωση του λαβωμένου πολεμιστή με «α[ν]θό και λούλουδο» που ξεριζώνεται αλύπητα από το αλέτρι:
«Tί εἶναι ὁ ἄνθρωπος», ξανᾶπε σκεφτικὸς ὁ Ἀργύρης· «σὰν τὸ χόρτο τοῦ κάμπου»! πράσινο σήμερα, αὔριο ξερό, ἅμα πατήσει ὁ Ἀλωνάρης! Kάνουμε, κάνουμε σὲ τούτη τὴ ζωή, σὰ νἄμαστε γιὰ πάντα μας στὴ γῆς, καὶ δὲν ἀνανογιούμαστε ποὺ μοναχὰ διαβαίνουμε! Ἀδικιές, πλεονεξίες, κλεψιές, ὅλα τὰ κάνουμε! K’ εἶναι τόσο γλυκειὰ ἡ ζωή, κι᾽ ὁ θάνατος μᾶς τρομάζει τόσο!»
Και ευθύς αμέσως, πήρε από το γραφείο του μια λευκή κόλλα και έγραψε, σαν απόκριση, τους εξής στίχους:
«ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος



















