Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Ιουλίου 2026

«ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει»

Του Παντελή Βουτουρή

Αργά το απόγευμα ο Σεφέρης κατευθύνθηκε προς το βιβλιοπωλείο του Βασιλείου στη Σταδίου και ζήτησε να του δώσουν το μυθιστόρημα H ζωή και ο θάνατος του Kαραβέλα. Προηγουμένως  το είχε αναζητήσει στη βιβλιοθήκη του στην Κυδαθηναίων, όπου θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται, αλλά ματαίως. Πολλά από τα βιβλία που είχε αφήσει εκεί, εγκαταλείποντας την Ελλάδα το 1941, εξαφανίστηκαν. Πώς και γιατί είναι μια άλλη ιστορία που δεν έχει εδώ τη θέση της. Στα χρόνια πάντως της γερμανικής κατοχής, τα εξώφυλλα των βιβλίων χρησιμοποιούνταν από τις αντιστασιακές ομάδες για την γόμωση των φυσιγγίων. Το μυθιστόρημα του Θεοτόκη είχε κυκλοφορήσει το1920 από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου Γ. Ι. Βασιλείου.

Σταμάτησε την ανάγνωση στη σελίδα 36 και υπογράμμισε με ένα μολύβι τις τελευταίες σειρές του δεύτερου κεφαλαίου. Έδειχνε σαν να είχε μόλις ανακαλύψει ένα κρυμμένο μυστικό. Ήταν βέβαιος ότι οι λέξεις που  ο Θεοτόκης είχε βάλει στο στόμα του Αργύρη, ενός από τους χαρακτήρες του βιβλίου, βασίζονταν στην κοινή στον Ερωτόκριτο και στον Orlando Furioso παρομοίωση του λαβωμένου πολεμιστή με «α[ν]θό και λούλουδο» που ξεριζώνεται αλύπητα από το αλέτρι:
 
«Tί εἶναι ὁ ἄνθρωπος», ξανᾶπε σκεφτικὸς ὁ Ἀργύρης· «σὰν τὸ χόρτο τοῦ κάμπου»! πράσινο σήμερα, αὔριο ξερό, ἅμα πατήσει ὁ Ἀλωνάρης! Kάνουμε, κάνουμε σὲ τούτη τὴ ζωή, σὰ νἄμαστε γιὰ πάντα μας στὴ γῆς, καὶ δὲν ἀνανογιούμαστε ποὺ μοναχὰ διαβαίνουμε! Ἀδικιές, πλεονεξίες, κλεψιές, ὅλα τὰ κάνουμε! K’ εἶναι τόσο γλυκειὰ ἡ ζωή, κι᾽ ὁ θάνατος μᾶς τρομάζει τόσο!»

Και ευθύς αμέσως,  πήρε από το γραφείο του μια λευκή κόλλα και έγραψε, σαν απόκριση, τους εξής στίχους:

«ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

20 Ιουλίου 2026

🇬🇷20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974 - ΠΩΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ...🇨🇾

Τασιόπουλος Γιώργος 

🇬🇷20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974 - ΠΩΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ...🇨🇾

🥀Ημέρες μνήμης και ώρες περισυλλογής αυτές που διανύουμε, άλλη μια φορά, άλλη μια χρονιά, μισόν αιώνα και πλέον μετά τα δραματικά γεγονότα του καλοκαιριού του 1974.

📎Δεν θα το αντέξω να τους δω πάλι να περιδιαβαίνουν αμνήμονες και να εορτάζουν στο Προεδρικό Μέγαρο την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα μας ενθυμούμενοι τον Ιούλιο του 1974, αλλά ξεχνώντας ότι το τυραννικό καθεστώς κατέρρευσε εξαιτίας της εθνικής τραγωδίας στην Κύπρο.

📎Για άλλη μια χρονιά θα διαβάσουμε:
"Οι κυρίες που έδωσαν το «παρών» φρόντισαν να επιλέξουν outfits που αποπνέουν επίσημο αέρα, τηρώντας το dress code της βραδιάς".

🥀Και μόνη παρηγοριά η Ελένη Φωκά, η ηρωική δασκάλα της Καρπασίας, που κράτησε αναμμένη τη φλόγα του Ελληνισμού στα κατεχόμενα, εκπαιδεύοντας για δεκαετίες τα εγκλωβισμένα παιδιά της ματωμένης γης της. 
Ούτε στιγμή δεν λύγισε στα βασανιστήρια, στις ταπεινώσεις, στους εξευτελισμούς του βάναυσου «Αττίλα». 
Μόνη παρηγοριά μας η ηρωίδα δασκάλα που παραμένει ταγμένη στο aren't της, 
«Οπου πάω, πενθώ» και μας επαναφέρει στην πικρή αλήθεια,«Μου είναι ακόμη αδύνατον να αποδεχθώ ότι δεν μπορώ να επιστρέψω στον τόπο μου».

  ____***____

🔴Κυριάκος Χαραλαμπίδης,

 “Παιδί με μια φωτογραφία” (Θόλος, 1989)

18 Ιουλίου 2026

Νικηφόρος Βρεττάκος, "Συνάντηση με τη Θάλασσα"



Κι όταν εγώ δεν θάχω σώμα να έρχομαι πλέον εδώ, 
θα συνεχίζεις εσύ ακόμη,ακόμη κι ακόμη ν'ακούγεσαι, θάλασσα...

....Αλλά κι αν ακόμη δεν είσαι μητέρα μου, μοιάζουμε πάντως. Μπορεί και τα λόγια μου να είναι αέρας σαν τα δικά σου.

Καιρός είναι άλλωστε ν’ αφήσουμε τα όνειρα,
 σαν μια φούχτα άμμο που τη ρίχνουμε πίσω μας. 
Αρκεί πως αυτός ο παράδοξα όμορφος κόσμος μάς μάγεψε. 

Μεθύσαμε θάλασσα!

Τόσο η ψυχή μου όσο κ’ εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.

Νικηφόρος Βρεττάκος, "Συνάντηση με τη Θάλασσα"

09 Ιουλίου 2026

Συγκατοικώντας στην 9η Ιουλίου του 1821: Ο Ιερoμάρτυρας, ο ποιητής και το συναξάρι της Ρωμιοσύνης



Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) και ο Ιερομάρτυρας Κυπριανός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1756-1821).

Γράφει ο Στέλιος Κούκος

 Στον Νίκο Ορφανίδη

Το όνομα του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού μοιάζει να ακούγεται ως ταυτολογία με την Μεγαλόνησο. Τόσο πολύ ταυτίστηκε μαζί της ο Ιερομάρτυρας και εθνομάρτυρας της 9ης Ιουλίου του 1821. Και μοιάζει να είναι ως εσαεί ο προεξάρχων, ο μιλλέτ μπασί, δηλαδή ο τοπικός εθνάρχης της Ρωμιοσύνης. Του κυπριακού τόπου που τέτοια μέρα γίνεται ένα διάσπαρτο μαρτυρικό τοπίο από τις άκρες των ακρών μέχρι το κέντρο της και το τουρκικό σαράι της Λευκωσίας έξω από το οποίο μαρτύρησε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός.

Αλλά σε ποια Ρωμιοσύνη αναφερόμαστε; Αυτή την οποία ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης γράφει πως: «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,/ κανένας εν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψει,/ κανένας, γιατί σσιέπει την που τά ‘ψη ο Θεός μου./ Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!»

Ουσιαστικά της Ρωμιοσύνης που ταυτίζεται τόσο με τον κόσμο όσο και με την διάρκειά του. Για να μην πούμε, μάλιστα, πως μερικές φορές δρα και εκ μέρους του, τον αντιπροσωπεύει ή τον εκπροσωπεί και μάλιστα ποικιλοτρόπως. Και, φυσικά, δεν αναφερόμαστε σε κουτσαβακισμούς, ψευτοπαλικαριές, πάσης φύσεως επιδειξιομανίες, αλλά για θυσίες υπέρ ελευθερίας της ύπαρξης, των προσωπικών πεποιθήσεων, της πίστης, του τόπου και όλης της ανθρωπότητας και της κτίσεως!

Και να που και ο ποιητής μοιάζει και ο ίδιος να προεξάρχει μέσα από την ποιητική του δεινότητα στον καημό της ίδιας πράξεως της φρικτής και υπέρκοσμης τελετής της 9ης Ιουλίου του 1821 στην Λευκωσία της Κύπρου. Έτσι, όπως κάθε ποιητής ο οποίος μπορεί να υψώνεται στο μέτρο του έπους που θέλει να απαγγείλει στον λαό και σε όσους κρολλοούνται, στήνουν δηλαδή αυτί, για να ακούσουν τι μεταφέρουν, τι αποκαλύπτουν οι θεσπέσιοι λόγοι του.

Τόσο ο Ιεράρχης όσο και ο ποιητής, σε αντίθεση με τον Σαλαμίνιο Τεύκρο τον οποίο ο θεός Απόλλων εθέσπισε, όρισε να ζήσει στην Κύπρο («Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν οικείν» «Ελένη» Ευριπίδη), θεσπίζουν ο μεν πρώτος με την προσφορά και την θυσία της ζωής του υπέρ της πίστης, του ποιμνίου, της Ρωμιοσύνης και του τόπου του, και ο άλλος με την τέχνη του έναν δυσπερίγραπτο τρόπο ύπαρξης, ζωής, δημιουργίας και ασύλληπτης προσφοράς.

Τηρουμένων των αναλογιών ανάμεσα στις δύο αυτές προσωπικότητες ο μεν ένας προσφέρεται ο ίδιος ο δε άλλος με την ποίησή του δημιουργεί το πιο ποιητικό, εκφραστικό, στοχαστικό, θρηνητικό συναξάρι της θυσιαστικής και θριαμβευτικής πορείας και πράξης εξόδου του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού.

22 Ιουνίου 2026

ΟΙ ΤΑΠΕΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΤΙΠΟΤΕΝΙΟΙ

Του Κώστα Χατζηαντωνίου 

Δεν είδα κάπου να μνημονεύεται φέτος ο Δημήτρης Ταγκόπουλος που κάποτε σφράγιζε την πνευματική ζωή μιας Ελλάδας με πίστη στο μέλλον της - με εξαίρεση την αναδημοσίευση μιας συνέντευξής του το 1923 στον Φώτο Γιοφύλλη, φροντίδι του κ. Σ. Κουρουζίδη στην Books' Journal.

 Ο εκδότης του περίφημου «Νουμά» που πέθανε πριν από εκατό χρόνια, είχε και δικό του έργο αλλά η μεγάλη του άνεση και επιτυχία ήταν το χρονογράφημα και το μαχητικό σημείωμα. Οι εξαιρετικές προσωπογραφίες του, με τίτλο «Φιλολογικά πορτραίτα» που εκδόθηκαν το 1922 και επανεκδόθηκαν το 1988 (από τις εκδόσεις των αδελφών Παϊρίδη, του Σωτήρη και του Ιάκωβου που ήταν διευθυντής φωτογραφίας σε εμβληματικές ταινίες όπως ο Μακεδονικός γάμος του Κανελλόπουλου και ο Θίασος του Αγγελόπουλου), διασώζουν ωραίες στιγμές των ανθρώπων μιας λογοτεχνικής εποχής αλλά και το στυλ του Ταγκόπουλου. 

Στον συμμαχητή του αγώνα για μια Άλλη Ελλάδα (του αγώνα που χάθηκε οριστικά το 1922), αφιέρωσε ένα ποίημα ο Κωστής Παλαμάς. Δημοσιευμένο το 1898 στην Εστία (πριν δηλαδή ξεκινήσει ο αγώνας του Νουμά το 1903), συμπεριελήφθη στην Ασάλευτη Ζωή το 1904. Το δημοσιεύω εδώ, τόσο εις μνήμην των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Ταγκόπουλου όσο και ως παρηγοριά για φαινόμενα που δεν είναι σημερινά όπως συχνά νομίζουμε.

ΟΙ ΤΑΠΕΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΤΙΠΟΤΕΝΙΟΙ

Στὸν Ταγκόπουλο τοῦ «Νουμᾶ»

Ὦ ἐσεῖς, τοῦ κόσμου ὀνείρατα θαμπά, ποὺ σὰν κοιμᾶσαι 
τὰ βλέπεις, κ᾿ ἔξαφνα ξυπνᾶς καὶ μήτε τὰ θυμᾶσαι, 
ὤ! ποὺ ξεφεύγετε ἄγνωροι καὶ πᾶτε σκοτεινοί,
ὦ Ταπεινοί.

21 Ιουνίου 2026

Μπόρχες, η αληθινή πραγματικότητα είναι το όνειρο

από τον Μαρτσέλο Βενετσιάνι



Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες απεβίωσε πριν από σαράντα χρόνια, στις 14 Ιουνίου 1986. Αυτό που απομένει είναι τα ποιήματά του, τα όνειρά του και τα βιβλία του, τα οποία, τελικά, είναι η αληθινή του ζωή. Τα υπόλοιπα είναι μυθοπλασία ή απλώς μια ατάκα. Τα «μαθήματά» του για την αγγλική λογοτεχνία» θα εκδοθούν στο τέλος του μήνα από τις εκδόσεις Adelphi με τον τίτλο Καθηγητής Μπόρχες.

Στις αμερικανικές διαλέξεις του, που εκδίδονται από τις εκδόσεις Mondadori με τον τίτλο Η Εφεύρεση της Ποίησης , ο Μπόρχες αφιέρωσε την τελευταία του διάλεξη «σε έναν μικρό ποιητή: έναν ποιητή του οποίου τα κείμενα δεν έχω διαβάσει ποτέ, αλλά έναν ποιητή για τον οποίο πρέπει να γράφω κείμενα. Θα μιλήσω για τον εαυτό μου».


Στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη για αυτό το «λάθος στο ύφος». Και ομολόγησε: «το κεντρικό γεγονός της ζωής μου ήταν η ύπαρξη των λέξεων και η δυνατότητα μετατροπής αυτών των λέξεων σε ποίηση».Ο Μπόρχες παρέθεσε τον Όμηρο: «Οι θεοί υφαίνουν περιπέτειες για τους ανθρώπους, ώστε οι μελλοντικές γενιές να έχουν κάτι να τραγουδήσουν». Η ζωή ως μέσο, ​​ακόμη και θυσιαστικό, η αφηγηματική τέχνη ως στόχος.

Αυτό που απομένει από μια ζωή είναι η ιστορία της. είναι η καλύτερη κληρονομιά της, η πραγματικότητα που αναμειγνύεται με φήμες ή αναπαραστάσεις. Υπάρχουν ζωές που καταφέρνουν να επινοηθούν, απελευθερώνονται από την πραγματικότητα, σταδιακά γίνονται φευγαλέες μέχρι να γίνουν μυθικές.

Ακόμα κι αν «όλη η λογοτεχνία είναι αυτοβιογραφική», η προσωπικότητα για τον Μπόρχες δεν έχει συνέπεια. ο εαυτός δεν υπάρχει, το πολύ-πολύ συγχωνεύεται σε ένα υπερβατικό και απρόσωπο εγώ: «Είμαστε όλοι το ίδιο άτομο. η ανυπαρξία μας διαφέρει τόσο λίγο και οι περιστάσεις επηρεάζουν τόσο πολύ τις ψυχές μας, που είναι σχεδόν σύμπτωση ότι εσύ είσαι ο αναγνώστης και εγώ είμαι ο συγγραφέας».

03 Ιουνίου 2026

Η ΣΠΑΘΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

"...Όσο για μας που έχομε ζήσει
σ’ όλους τους ύστερους καιρούς
–απ’ την ημέρα τού χαμού
ως της ανάστασης τη ζείδωρη ώρα–
μοιραία σωρεύοντας καινούργιες αμαρτίες
λένε
πως δεν υπήρξαμε ποτέ
παρά μονάχα σαν σκιές ονείρων
–ονείρων εφιαλτικών–
μέσα στον ύπνο τον τεταραγμένο
του σεβαστού μας Αυτοκράτορα
και πως
θα διαλυθούμε παρευθύς
μόλις εκείνος εγερθεί και οδεύσει..."

Η ΣΠΑΘΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

(Θρύλος)

Ορέστη Αλεξάκης

Όταν οι Τούρκοι μπήκανε στην Πόλη
–την άγια μήτρα της Χριστιανοσύνης–
και τα ιερά και όσια βεβηλώναν
σφάζοντας κι ατιμάζοντας
κι ενώ
τριακόσια τόσα σήμαντρα σημαίναν
θρηνώντας την καταστροφή
και δάκρυζαν της Παναγιάς τα μάτια
–μιας κι ήταν θέλημα Θεού
η Πόλη να τουρκέψει–
λένε πως ένα τόσο δα αγγελούδι
πέταξε στο πεδίο των μαχών
κι άρπαξε του Αυτοκράτορα τη σπάθα
Άοπλος βρέθηκε λοιπόν ο Κωνσταντίνος
ανάμεσα στα στίφη των απίστων
και τότε είναι που φώναξε με τη βαριά φωνή του
«δε βρίσκεται ένας χριστιανός
να πάρει την ψυχή μου;»
και τα λοιπά και τα λοιπά
Μα η σπάθα;

30 Μαΐου 2026

Ψυχοσάββατο

Ψυχοσάββατο

 Ἰωάννης Πολέμης  (1862-1924)

Χτυπάει του ψυχοσάββατου βαριὰ-βαριὰ ἡ καμπάνα,
καὶ νυσταγμένος ὁ παπᾶς τὸν ὄρθρο του ἀρχινᾶ.
Στὸ φτωχικό της κείτεται ἄρρωστη χήρα ἡ μάνα,
καὶ μὲ παράπονο ξυπνοῦν τα δυό της ὀρφανά.

Σ’ ἕνα τραπέζι ξύλινο χωρὶς κανένα ξάρτι,
ξηρὸ ἕνα πιάτο κόλλυβα στὴ μέση καρτερεῖ.
Δίπλα τοῦ ἀντρός της τὄνομα σ᾿ ἕνα συγχωροχάρτι,
καὶ πάρα πέρα ἕνα μικρὸ πεντάρικο κερί.

-Σύρτε παιδιὰ τὰ κόλλυβα στὴν ἐκκλησιὰ τρεχᾶτοι,
νἄβρῃ ἡ ψυχὴ τοῦ δύστυχου πατέρα σας δροσιά.
-Μάνα, πεινᾶμε, δῶσε μας πρῶτα νὰ φᾶμε κάτι
κι’ ὕστερα πᾶμε τρέχοντας κι’ οἱ δυὸ στὴν ἐκκλησιά.

-Ἀπ’ τὸ καρβέλι τὸ στερνὸ τρεῖς φέτες ἔχουν μείνει,
φᾶτε τις δυὸ κι’ ἀφήσατε σὲ μὲ τὴν πιὸ μικρή,
κι ἂν δὲν χορτάσετε μ’ αὐτὲς φᾶτε παιδιὰ καὶ κείνη,
τί εἶναι στεγνὰ τὰ χείλη μου κι’ ἡ γλῶσσα μου πικρή.

Τρῶνε τις δυό, τρῶνε τὶς τρεῖς, μ’ ἀχόρταγο τὸ στόμα,
καὶ δὲν ἀφήνουν ψίχουλο νὰ πέσει χάμω ἐκεῖ.
-Μάνα ἤτανε λίγο τὸ ψωμί, μάνα πεινᾶμε ἀκόμα,
μάνα πῶς θέλεις νἄβγουμε στὸ δρόμο νηστικοί;

Θωρεῖ ἡ φτωχὴ τὰ κόλλυβα κι ἄθελα ψιθυρίζει:
Βουβάσου πόνε μέσα μου καὶ θλίψη περισσή!
-Ἔδωσα ἐγὼ τὴ φέτα μου κι ἡ πεῖνα μὲ θερίζει
δῶσε πατέρα δύστυχε τὰ κόλλυβά σου ἐσύ.

22 Μαΐου 2026

Μυρτιώτισσα, Τὰ Σαββατόβραδα στό σπίτι τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ (απόσπασμα), περ. Νέα Εστία, τχ. 65 (1959)



Μία συγκινητική μαρτυρία για το φιλολογικό σαλόνι του Παλαμά στο ιστορικό του σπίτι στην Ασκληπιού 3 από τη νεαρή τότε Θεώνη Δρακοπούλου, μετέπειτα ποιήτρια Μυρτιώτισσα (1885-1968). Από τα στοιχεία που μας δίνει, το περιστατικό διαδραματίστηκε κάποιο Σαββατόβραδο ανάμεσα στο 1898 και το 1901:

✒️Καὶ τὰ θυμήθηκα πάλι τ’ ἀλησμόνητα Σαββατόβραδα στό σπίτι τοῦ Παλαμᾶ. Ἤμουν τότε ἕνα κορίτσι νέο, ἀκοινώνητο, ἄγριο σχεδόν. Πουθενά δέν πήγαινα, τά γράμματα δέν τ’ ἀγαποῦσα, ἤμουν κακή μαθήτρια. Μόνο τά τραγούδια [ποιήματα] διάβαζα μέ ἀπληστία, τά ἔννοιωθα, κι ἤμουν μπασμένη στόν κόσμο τῆς Ποίησης, σάν πρωτοδιάβασα τόν Παλαμᾶ. 

Ἄχ! πῶς χτυποῦσε ἡ καρδιά μου, ὅταν ἔνα Σαββατόβραδο ἡ ἀδελφή μου μέ πήρε μαζί της γιά νά γνωρίσω κι’ ἐγώ τόν Ποιητή. «Κύττα νά μήν κάνῃς πάλι σάν ἀγριοκάτσικο», μοῦ εἶπε. «Νά μιλᾶς, ὅλοι αὐτοί πού θά ἰδῇς ἐκεῖ εἶναι ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων. Ἄλλος γράφει διηγήματα, ἄλλος δράματα, ἄλλος ποιήματα. Ἔχεις διαβάσει Ξενόπουλο καί Καρκαβίτσα. Ξέρεις ἀπόξω τραγούδια τοῦ Μαλακάση καί τοῦ Πορφύρα. Θἄχῃς λοιπόν πολλά νά πῇς μαζί τους!». Πολλά! Ἐμένα κόπηκε ἡ ἀναπνοή μου πρίν ἀνέβω, καλά καλά, τή στενόμακρη σκάλα τοῦ σπιτιοῦ!

10 Απριλίου 2026

Νίκος Καροῦζος - Μεγάλη Παρασκευή



Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Παρασκευή

(17 Ἀπριλίου 1987)

~.~

Χρονικὸ τῆς Ἀταραξίας


Ὁ δασόβιος ἐρημίτης ὁδηγοῦσε μ’ ἀόρατη
λεπτὴ κλωστὴ τὸν ἦχο μιᾶς μέλισσας ὅταν ὁλόγυρα
παίζοντας τὸ σουραῦλι της ἡ σαύρα
δυνάμωνε τὸ πράσινο καὶ ἡ σκέψη
δρασκέλιζε τὴν ἀκέραστη μόνωση
ποὺ δὲν ἀπείλησε ποτὲ τὰ λουλούδια.

Τὰ τείχη τοῦ ἔαρος ἄραγε τ’ ἀρώματα
τ’ ἀρίφνητα μῦρα διανοίγονται;

Στοχάσου λιγάκι δίχως ἀνταλλάγματα:
δίχως ἀλήθεια καὶ ψέμα.

Στοχάσου πὼς ὅλα τὰ ζώπυρα
κοιμοῦνται σ’ ἐγρήγορση δίχως ἐκτόπισμα
στὴν ἄνθηση ποὺ ξεραίνει τὸ βιός της ὥστε νὰ ξανάρθει.

Πᾶσα πνοὴ καὶ πᾶσα νύχτα δὲ γνώρισε
μητέρα καὶ μάμμη καὶ προμάμμη ―
τὴν προέλευση τὴ θέλει τὸ μυαλό μας καὶ χανόμαστε
σ’ ἀνύπαρχτα βάθη καὶ μεγέθη τῆς ἀπουσίας
ὅταν ἀκόμη κ’ ἡ φωτιὰ τεμπελιάζει
μ’ ὅλα της τα τριξίματα
μ’ ὅλες τὶς φλόγες ποὺ βγάζει καὶ τ’ ἀποκαΐδια.

Θὰ σπάσω σήμερα τὶς ἀνέστιες φόρμες
τὴ στέγη θὰ ρίξω καὶ θ’ ἁπλώσω περίλυπα
στὴν ἀσκέπαστην ἐνέργεια τῆς ἀθανασίας
ἐκεῖ ποὺ λαλοῦσαν ἀνέκαθεν οἱ τυφλὲς
εἰκόνες τῶν πλασμάτων τὴν πολυμίλητη βουβαμάρα
τὴν ἀπόδειξη κείνου ποὺ δὲν ἀποδείχνεται
τὴν ἀπάρνηση τοῦ θριάμβου τῆς γλώσσας.

Ὁ παρείσαχτος νοῦς ὀποὺ χάραξε τραύματα
καὶ τὰ λέμε φαράγγια
ὀποὺ δίδαξε θαύματα καὶ τὰ λέμε κρημνὰ τῆς ἀνάγκης
ἤτανε κάποτε κι αὐτὸς ἀνίκητος ἀπ’ τὶς νίκες του
τὶς μεγάλες κι ἀνθρώπινες τὶς ὑπερύμνητες
εἶχε κι αὐτὸς ὁλάκερη στὰ πλήθια μόριά του τὴν εἰρήνη
στ’ ἀμπέλια τῶν κεραυνῶν ἐκτοξεύοντας
τὴ λάμψη τῆς ἀγάπης.

Ἡ φρόνηση πού ’χε κάψει τ’ ἄστρα κι ἀφανίστη χαράματα
τὸν πόνο τὸν ξεκούμπισε
τὸν ἔβαλε στὴ μαύρη ἁλυσίδα…

Τεράστιες ὧρες ἀγκαλιάζονταν τότε ἀναμεταξύ τους
καὶ πικράθηκεν ὁ χάρος ὁ χαραμοφάης
καθὼς ἡ Παναγία κυλιότανε στὰ κιτρολέμονα
κ’ εἶχε δέσει τὸ δαίμονα
στὰ θεόρατα γιασεμιὰ τῆς χαρμολύπης.

09 Απριλίου 2026

Ανυπεράσπιστος και νικημένος ως την Ανάσταση!


 «Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος, 

γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα – βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα 

(κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν’ ανεβάσουμε έν’ άρρωστο πουλί στο δέντρο)

και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν

ή ονειρεύομαι να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

Α, έχασα τις μέρες μου
      αναζητώντας τη ζωή μου.

...Μεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιηθήκατε ποτέ

...Αλλά κι όταν τελειώνει η μέρα, γίνεται άξαφνα μια παράξενη ησυχία από πολλά πράγματα που ξεχάσαμε,

...και μόνον ο χρόνος είναι γενναιόδωρος μοιράζοντας σε όλους τη σκοτεινή λησμοσύνη του −
Λοιπόν ποια πράξη μας βαρύνει την ημέρα της Κρίσεως;

 Ποιος θα σηκωθεί να μας υπερασπιστεί ή έστω να κάνει μια μικρή αναφορά στ’ όνομά μας;

Έρημα βράδια και νυχτερινοί δρόμοι που συναντήσαμε τις σκιές εκείνων που τόσο θέλαμε να ξεχάσουμε!

Ώσπου στο τέλος κερδίζει μόνο όποιος χάνει:
 πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβή.

...Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά,
 σαν ένα νικητή μπροστά στο θάνατο ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…»

Τ ά σ ο ς 
Λ ε ι β α δ ί τ η ς, 
"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"

*Πίνακας «Η Σταύρωση του Χριστού» 
του Γκρύνεβαλντ (περί το 1515)

ΠΗΓΗ - Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

06 Απριλίου 2026

ΥΜΝΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ | ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ




*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

Το εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος ΕΔΩ


~•~

Μεγάλη Δευτέρα

Τὸν Νυμφίον, ἀδελφοί…

Στὸ Νυμφίο, ἀδελφοί μου,
τὴν ἀγάπη μας ὅλη.
Τὰ κεριὰ τῆς ψυχῆς μας
στολισμένα, λαμπρά.
Φωτεινὲς οἱ ἀρετές μας
ὁλοκάθαρη ἡ πίστη,
γιὰ νὰ μποῦμε μαζί του
στὸ γιορτάσι τοῦ γάμου,
μὲ τὶς φρόνιμες ὅμοιοι
τοῦ Χριστοῦ τὶς παρθένες.
Ὁ Νυμφίος χαρίζει
σὰ θεὸς πλούσιο δῶρο,
τὸ στεφάνι τ᾽ ἀμάραντο
σ᾽ ὅσους νικοῦνε.

Τὸν Νυμφίον ἀδελφοὶ ἀγαπήσωμεν,
τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν εὐτρεπίσωμεν,
ἐν ἀρεταῖς ἐκλάμποντες καὶ πίστει ὀρθῇ,
ἵνα ὡς αἱ φρόνιμοι, τοῦ Κυρίου παρθένοι,
ἕτοιμοι εἰσέλθωμεν, σὺν αὐτῷ εἰς τοὺς γάμους·
ὁ γὰρ Νυμφίος δῶρον ὡς Θεός,
πᾶσι παρέχει τὸν ἄφθαρτον στέφανον.

04 Απριλίου 2026

Η ΝΙΚΗ

Κωστής Παλαμάς

Η ΝΙΚΗ


Εδώ στο ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
κι απ' τον αρχαίο τον καιρό,

στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
κι έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί!

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
τη Νίκη την παντοτινή!
Την είδα εμπρός μου να προβάλλει
με φορεσιά ολοφωτεινή.

Ασύγκριτη σαν την ιδέα,
σαν όνειρο λαχταριστή,
είδα τη Νίκη την αρχαία,
τη Νίκη την κυματιστή!

Την είδα. Με το πέταμά της
δεν έφευγε στους ουρανούς
εκεί που δύσκολα σιμά της
μπορεί να κρατηθεί κι ο νους.

Δεν έτρεχε να φτάσει πρώτη,
να στεφανώσει φτερωτή
το λιονταρόκαρδο στρατιώτη,
τον εμπνευσμένο τον ποιητή.

Χρυσελεφάντινη γαλήνη
δεν έδειχνε, δεν είχε αυτή.
Δεν την αντίκρυσα να λύνει
τα σάνδαλά της λατρευτή.

31 Μαρτίου 2026

Μίλτος Σαχτούρης

Του Μπάμπη Ανδριανόπουλου 

Κινήθηκε στις παρυφές του υπερρεαλισμού αλλά αυτονομήθηκε ποιητικά σε μεγάλο βαθμό. Χρησιμοποίησε ιδιαίτερα στοιχεία από το παράλογο και τον έντονο συμβολισμό δημιουργώντας ένα μοναδικό, προσωπικό ποιητικό σύμπαν.

Αποκαλύπτοντας το ποιητικό του γίγνεσθαι:

"Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα. Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το «Κύριε», το «Πράσινο απόγευμα» και το «Καφενείο». Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και που πήγα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος;
Τον ποιητή τίποτε δεν εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως."

(ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΑ, σελ. 253-259, στο βιβλίο Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, του Γιάννη Δάλλα, Κέδρος 1997)

Ο Υδραίος στην καταγωγή ποιητής είχε οικοδομήσει μια σχέση σχεδόν ερωτική με τον Πόρο.
Οι «αποδράσεις» του στο νησί που το θεωρούσε καταφύγιο συναισθημάτων και χώρο πνευματικής αναγέννησης, ήταν συχνές.
Για τούτο και το βιογραφικό του γραμμένο στον Πόρο όπως και το παρακάτω ποίημα:

ΠΟΡΟΣ 1985

Κι όταν εφάνη στο φλιτζάνι του καφέ μου
η γοργόνα η μαύρη
όλη τη νύχτα αδιέξοδα και εξορίες
έξαλλος λέω στίχους του Hölderlin
στίχους του Charles Cross
και πώς λυπάμαι τον άνθρωπο με το καροτσάκι
γυρίζει
πουλάει γλειφιτζούρια —γεωμετρικά τοποθετημένα
το ένα πλάι στο άλλο στη σειρά—
κανένας δεν τα αγοράζει
κι έτσι κι αυτός είναι τώρα χρόνια πεθαμένος
τα ρούχα του έχουν λιώσει πάνω του
και πίσω του τρέχει ο άγγελός του.
Όμως παρ’ όλα αυτά ο Πόρος υπάρχει
και μ’ όλα τα χαϊμαλιά του
με την παλιά του άγκυρα μπηγμένη
στην αμμουδιά
τις όμορφες τουρίστριες με τα καταπληκτικά
πόδια
και πόσους έφαγε το χώμα αυτά τα χρόνια
πάει ο Σκλάβος κι ο Καχτίτσης
ο Ιωάννου, η Μέλπω Αξιώτη
ο Αλεξάνδρου και τόσοι άλλοι.
Θεέ μου, δώσε μας ένα θάνατο
ειρηνικό.

25 Μαρτίου 2026

Σ' αυτούς, τους πολύ λίγους μεγάλους ποιητές, ανήκει δικαιωματικά ο Οδυσσέας Ελύτης.

Του Κώστα Κουτσουρέλη 

Αν το ατομικό τάλαντο είναι το θεμέλιο κάθε καλλιτεχνικού επιτεύγματος, η φιλοπονία είναι όλο το υπόλοιπο κτήριο. Στο γράψιμο ένα 5% είναι δωρεά, έλεγε θυμόσοφα ο Ουμπέρτο Έκο, το 95% είναι ιδρώτας. Χωρίς επίμονη και αδιάκοπη εργασία, και το μεγαλύτερο χάρισμα σπαταλιέται. 

Και πάλι ωστόσο, τα δυο αυτά (ταλέντο + εργατικότητα) από μόνα τους δεν επαρκούν. Πάμπολλοι χαρισματικοί και φίλεργοι πέρασαν και παρήλθαν χωρίς το αποτύπωμα που περίμενε κανείς από εκείνους αρχικά. Το έργο που άφησαν μπορεί να ήταν πληθωρικό, όμως υπήρξε σπασμωδικό, ασύντακτο, εσωτερικά ασπόνδυλο. Χρειάζεται επιπλέον αυτό που ο Σολωμός αποκαλεί «υποταγή εις το νόημα της τέχνης». Η στοίχιση δηλαδή του ταλέντου και της εργασίας πίσω από έναν υπέρτερο σκοπό, η αφοσίωση σε ένα σχέδιο υπερπροσωπικό. Το κτίσμα μας εκτός από θεμελιωτές και οικοδόμους έχει ανάγκη και από αρχιτέκτονα.

Στον ελληνικό 20ό αιώνα, ίσως η πιο συγκινητική περίπτωση τέτοιας αφοσίωσης "εις το νόημα της τέχνης" ήταν εκείνη του Οδυσσέα Ελύτη. Προικισμένος με το πιο εκθαμβωτικό τάλαντο που είδαν ποτέ τα γράμματά μας και γητεμένος αρχικά από τον άκρατο ατομοκεντρισμό του μεσοπολεμικού μοντερνισμού, ο Ελύτης βρέθηκε στον Μεταπόλεμο ενώπιον του κενού. Τα πρώτα εκφραστικά του μέσα, εκείνα των Προσανατολισμών και του Ήλιου του Πρώτου, δεν αρκούσαν για να δώσουν φωνή στις συγκλονιστικές εμπειρίες του Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης. Καμιά από τις τρεις απόπειρές του να συμβιβάσει το προσωποπαγές νεωτερικό ιδίωμα και το συλλογικό βάρος της ιστορίας, δεν απέδωσε: Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο, Η καλοσύνη στις λυκοποριές, Αλβανιάδα - και τα τρία αυτά έργα ουσιωδώς αστοχούσαν. Εξού και στην πράξη παραμερίστηκαν ή και αποκηρύχθηκαν όλως διόλου.

18 Μαρτίου 2026

Ανέκαθεν σε τούτη την χώρα, οι οιωνοσκόποι τηs ήταν οι Ποιητέs τηs.

Του Βασίλη Λαμπόγλου 


"Την αφορμή για να γράψω το ποίημά μου «Άξιον Εστί», την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51.
Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος - δεν είχαν αφήσει πέτρα πάνω στην πέτρα.

Θυμάμαι, τη μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο.
 Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ.
 Ήταν κυριολεκτικά μες στα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα,σκελετωμένα, με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου, ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών.
 Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα.
Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε τον δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.

Πριν περάσουν 24 ώρες, περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη.
Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές.
Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία.
Αυτά που από πέντε γενιές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις.
Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το άτομό μου και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου.

12 Μαρτίου 2026

ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΟΚΥΡΙΑΖΑΤΗ ΛΑΖΑΤΙΝΟ - "ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑΤΑ"

Του Γιώργου Κυριακού*

Στο προοίμιο για τον Φώτο, ο Μίλτος Σαχτούρης: 

Δεν έχω γράψει ποιήματα/ δεν έχω γράψει ποιήματα/ μόνο σταυρούς/ σε μνήματα καρφώνω.


Με το σφυρί ο Μανόλης Αναγνωστάκης

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Να μην τις παίρνει ο άνεμος.


Ο Νίκος Καρούζος πλησιάζει ακόμα πιο κοντά στις πληγές: 

Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα τι είναι τα ποιήματα./ Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα./ Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.


Και ο Άρης Αλεξάνδρου, μάς προειδοποιεί: 

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός/όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο./ Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων/ μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.



Όμως εγώ θα σας μιλήσω για τα συρματοπλέγματα. Η Ποίηση του Φωτοκυριαζάτη ήταν μέσα σε αληθινά συρματοπλέγματα. Η μικρή του πατρίδα -κοινή μας πατρίδα- έζησε στα συρματοπλέγματα. Ηλεκτροφόρα, γύρω από τις μεθόριους, γύρω από την αυλή της φυλακής που έζησε καταδικασμένος, στα κάτεργα, στο Κιαφ Μπάρι και στο Μπουρέλι. Κάθε λέξη του Φώτου είναι και μια σταγόνα αίμα στο συρματόπλεγμα. Δεν είναι νοερά τα συρματοπλέγματα. Δεν διαθλώνται μέσα σε μεταφορές, υπονοούμενους προσδιορισμούς, καλολογικά στοιχεία, παρομοιώσεις. Τα συρματοπλέγματα είναι συρματοπλέγματα.

02 Μαρτίου 2026

Για τις σκοτωμένες μαθήτριες του Ιράν



Αν ήσασταν εδώ,
αν ήσασταν εδώ κάπου κοντά οι σκοτωμένες μου κυρούλες,
κάπου εδώ κοντά ώστε να φτάνει η βενζίνη μου για νά ’ρθω,
θα ’ρχόμουν και με μία πιστολιά
θα ξάπλωνα κι εγώ ανάμεσά σας, κοριτσάκια μου.


Γνώρισα για καλά την ανθρωπότητα.
Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους.
Ούτε την δόξα τους ποθώ, ούτε τα πλούτη τους,
ούτε τα λόγια τους κι αυτή τους τη σοφία
όπου μωρός σαρκάζει τον μωρό,
όπου ηλίθιος θαυμάζει τον ηλίθιο,
όπου κακός συγχαίρει τον κακό,
όπου ο γυμνός πεσμένος προσκυνά
άλλον γυμνό που πάνω στο πετσί του
έχει καρφώσει τίτλους κι αξιώματα.


Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους,
εν μέσω σάκων που γεμάτοι είναι σκύβαλα
–ω Τόμας Έλιοτ πόσο σ’ αγαπώ!–
όπου βραβεία δίνει ο εις στον άλλονε
ποίησης και ειρήνης, επιστήμης και παντοίων
κατορθωμάτων και ηρωισμών,
στραγγαλισμών, γδαρμών, σφαγών, βασανισμών…


Θέλω εκεί
μες στο σκοτάδι που σας έριξαν, νυφούλες μου,
μαζί σας να βρεθώ, μέσα στο έρεβος,
όπου κοιμούνται οι αθώοι και οι άγνωστοι
τον ύπνο των ανέγγιχτων στον άπατον αιώνα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

Ποιοι ποιητές της νεώτερης Ελλάδας είναι οι κορυφαίοι

Του Κώστα Κουτσουρέλη 

Στο ερώτημα ποιοι ποιητές της νεώτερης Ελλάδας είναι οι κορυφαίοι, ποιοι ανήκουν δηλαδή στον "κανόνα", η απάντηση κάθε φορά διαφέρει, αναλόγως του ποιον ρωτάς.

Ο πιο στενός κανόνας, ο αυστηρότερος και ολιγομελέστερος, περιλαμβανει μόλις οχτώ ονόματα: Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος. Όχι ότι οι άνω αναγραφόμενοι δεν δέχθηκαν κατά καιρούς αμφισβήτηση, κάθε άλλο. Από τις λίστες που προτείνονται όμως, πολύ σπανίως κάποιος απουσιάζει. 

Μετά από αυτούς, οι ποιητές που συχνότερα θεωρήθηκαν κάποτε ή θεωρούνται σήμερα κορυφαίοι από σημαντικούς κριτικούς, περιλαμβάνουν βαριά ονόματα όπως ο Βαλαωρίτης, ο Βάρναλης, ο Καζαντζάκης και ο Καρυωτάκης. Μερικοί τις τελευταίες δεκαετίες προσέθεσαν σ' αυτούς, τους δύο υπερρεαλιστές, Εγγονόπουλο και Εμπειρίκο, κάποιοι λίγοι τον Παπατσώνη και τον Σαραντάρη, παλιότερα κορυφαίος εθεωρείτο ο Σουρής, ο Παράσχος, ο Ραγκαβής, ίσως και άλλοι.

Μιχάλης Γκανάς