Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Ιουνίου 2026

Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος ξαναμπαίνει στη φυλακή

Ο Αλέκος Γιωτόπουλος και η Δημοκρατία που Εκδικείται 

Του Δημήτρη Μπελαντή 

Η εξαναγκαστική  επιστροφή του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου στην φυλακή μετά από 24  εξοντωτικά χρόνια και λίγες ημέρες ελευθερίας, με πρωτοβουλία ....του Αρείου Πάγου,  και με την "Δημοκρατία να μην συγχωρεί" , ενώ ακόμη και με την  ναζιστική Χρυσή Αυγή  η Δημοκρατία τηρεί τον νόμο, ενώ ελάχιστοι πρωταίτιοι της χούντας δεν πέθαναν  στο σπίτι τους, αποτελεί "ύβριν",   πρωτοφανή σκοταδισμό και βαρβαρότητα. Όνειδος για την Δικαιοσύνη και την κυβέρνηση Μητσοτάκη. 

Ένας άνθρωπος που καταδικάσθηκε άδικα και αναπόδεικτα  αποκλειστικά  με βάση τις  "ομολογίες" άλλων συγκατηγορουμένων του, οι οποίες συχνά αποσπάσθηκαν με "φυσική πίεση" ,για να το  διατυπώσω  ευγενικά ( βλ. Σάββας Ξηρός στον Ευαγγελισμό τον Ιούλιο του 2002).Που εφαρμόστηκε πάνω του σαρωτικά η αρχή της συλλογικής ευθύνης και του αποδόθηκε αυθαίρετα η ηθική αυτουργία για ΟΛΕΣ  τις ενέργειες της 17Ν.   

Ένας  εξαιρετικά σεμνός και αξιοπρεπής άνθρωπος και αντιδικτατορικός αγωνιστής, που ούτε παρακάλεσε  για τίποτε ούτε  έβγαινε στις κάμερες κάθε λίγο  ούτε ικέτευσε, πέρα από το αίτημα για  αυτονόητα δικαιώματά του  όπως το  να σπουδάσει. 

Ένας άνθρωπος, τέλος, και ας το γράψουμε και αυτό που πέρα από ένα στιγμιαίο κίνημα του 2002-2004 ( Επιτροπή για την Απελευθέρωση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου) δεν είχε πίσω του όλα αυτά τα μολυβένια χρόνια ούτε την Αριστερά ούτε τον αντιεξουσιαστικό χώρο  ούτε "βεντέτες"  και δικηγόρους της Αριστεράς και των κινημάτων,  ούτε κανένα ειδικό κίνημα για τα δικαιώματά του ή την απόλυσή του. Μόνος του, όρθιος,  αξιοπρεπής μέσα στην  έγκλειστη μοναξιά του. Όμορφος ηθικά και πολιτικά. 

Δεν εννοώ ότι όσοι από τους καταδικασμένους  για την υπόθεση της  17Ν  είχαν ένα κίνημα να διεκδικεί τα δικαιώματά τους  έκαναν  κάτι λάθος ή επιλήψιμο ή ότι αυτά τα κινήματα ήταν πολιτικά λάθος. Κάθε άλλο. Θα μείνω, όμως,  πάντοτε με την εύλογη  απορία γιατί κάτι ανάλογο δεν συνέβη με τον Αλέκο Γιωτόπουλο, γιατί κανένα "αριστερό"  κίνημα δικαιωμάτων ή αναρχικό ή ό,τι,  δεν τον υποστήριξε. Γιατί ως αιχμάλωτος του κράτους παραδόθηκε από την Αριστερά και την αναρχία στην άγνοια και τη μοναξιά. Επειδή δεν συντήρησε μια ιδέα ή ένα σύμβολο ή μια φαντασίωση που δεν του αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα;   Μάλλον γι'  αυτό.  Είναι επιζήμιο να αγνοείς τις φαντασιώσεις των ανθρώπων σε έναν μεταμοντέρνο  κόσμο προσομοιώσεων. Και να αποφεύγεις το Θέαμα.



Μιχάλης Τρεμόπουλος 

Έψαξα να δω τι είδους διδακτορικό έχει κάνει ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος και πραγματικά είναι εντυπωσιακό πώς το κατάφερε χωρίς υπολογιστή!

Έκανε τη διατριβή του αποκλειστικά μέσα στις φυλακές, μάλιστα χωρίς ηλεκτρονικό υπολογιστή. Και ανακηρύχθηκε ομόφωνα διδάκτορας Μαθηματικών από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού.

Ο Γιωτόπουλος γεννήθηκε στο Παρίσι το 1944 και ακολούθησε τις περιπλανήσεις του αρχειομαρξιστή πατέρα του Δημήτρη Γιωτόπουλου, περνώντας τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του στην Αθήνα, στο Χαλάνδρι. Μετά το 1962 επέστρεψε στο Παρίσι και σπούδασε εκεί μαθηματικά και οικονομικά.

26 Μαΐου 2026

Οι γυναίκες μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι το σώμα τους είναι η αξία τους. Ύστερα έρχεται μια στιγμή που καταλαβαίνουν ότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα προσωρινό σπίτι του φόβου και της αγάπης.

Του Μάνου Λαμπράκη 

Τρεις μέρες αφού γέννησε την κόρη της, της είπαν ότι έχει καρκίνο. Ακόμα και αργότερα, όταν προσπαθούσε να μιλήσει γι’ αυτό, δυσκολευόταν να καταλάβει πώς χωρούν μέσα στην ίδια ζωή δύο τόσο αντίθετα πράγματα. Το μητρικό γάλα και ο φόβος. Το νεογέννητο σώμα του παιδιού της και το δικό της σώμα που ξαφνικά έμοιαζε να την προδίδει. Θυμόταν το δωμάτιο του νοσοκομείου να μυρίζει μωρό και αντισηπτικό μαζί. Μια γυναίκα δίπλα της θήλαζε. Εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει αν θα ζήσει. Κανείς δεν προετοιμάζεται για μια τέτοια στιγμή. Γιατί ο άνθρωπος αντέχει σχεδόν τα πάντα εκτός από τον λάθος χρόνο.

Κοιτούσε τη Βικτώρια να κοιμάται και τρόμαζε. Όχι επειδή πονούσε. Ο πόνος είναι ζώο, τον συνηθίζεις. Τρόμαζε γιατί άρχισε ξαφνικά να μετρά τη ζωή σε μελλοντικές απουσίες. Θα προλάβει να τη δει να περπατά; Να μιλά; Να ερωτεύεται; Να θυμάται τη φωνή της; Υπήρχαν βράδια που την κρατούσε αγκαλιά και μύριζε τα μαλλιά της σαν να προσπαθούσε να αποθηκεύσει ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε μία ανάσα. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή του νοσοκομείου, κατάλαβε κάτι τρομακτικό: όταν γίνεσαι μάνα, δεν φοβάσαι πια τον θάνατο για σένα. Φοβάσαι το κενό που αφήνεις πίσω.

25 Μαΐου 2026

Γεννήθηκα στην Αγία Βαρβάρα...




Του Μάνου Λαμπράκη 

Γεννήθηκα στην Αγία Βαρβάρα τότε που η Αθήνα δεν είχε ακόμη γίνει πόλη χωρίς μνήμη. Ήταν άλλος κόσμος. Χώματα, πηγάδια, αυλές, γυναίκες που μιλούσαν χαμηλόφωνα τα καλοκαίρια καθαρίζοντας φασολάκια, άντρες κουρασμένοι από τη δουλειά και τον πόλεμο, άνθρωποι που δεν εξηγούσαν πολλά γιατί είχαν δει πολλά. Δέκα σπίτια όλα κι όλα τριγύρω και μια αίσθηση πως η ζωή βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη. Ο πατέρας μου είχε το ωραιότερο γραμμόφωνο της γειτονιάς. Αυτό θυμάμαι πιο έντονα από όλα. Το γραμμόφωνο. Έβαζα το αυτί μου επάνω του σαν να προσπαθούσα να ακούσω τον ίδιο τον κόσμο να ανασαίνει. Ο Στράτος, ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης, ο Κυριακός. Αυτές οι φωνές δεν έμπαιναν απλώς μέσα μου. Με διαμόρφωναν. Και σήμερα ακόμη πιστεύω πως ο άνθρωπος δεν τραγουδά πραγματικά ό,τι μαθαίνει. Τραγουδά αυτό που άκουσε παιδί χωρίς να το καταλαβαίνει.

Η γειτονιά μου είχε φτώχεια αλλά όχι ασχήμια. Αυτό δεν το καταλαβαίνουν εύκολα σήμερα. Η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν φτωχή αλλά είχε ακόμη μια αίσθηση λαϊκής αξιοπρέπειας. Οι άνθρωποι ντρέπονταν, αγαπούσαν, πενθούσαν αλλιώς. Δεν υπήρχε αυτή η ακατάπαυστη φασαρία του σήμερα. Υπήρχε σιωπή. Και μέσα στη σιωπή αυτή μεγάλωσα εγώ. Ανέβαινα στις ταράτσες με μια παλιά σωλήνα για μικρόφωνο και τραγουδούσα κοιτώντας τις αμυγδαλιές και τα χωράφια. Νομίζω πως εκεί γεννήθηκε η φωνή μου. Όχι στα στούντιο. Όχι στα πάλκα. Στην ανάγκη ενός κοριτσιού να ακουστεί μέσα σε έναν κόσμο που δεν μιλούσε εύκολα για όσα πονούσαν.

Η Μοσχολιού δεν τραγούδησε ποτέ για να εντυπωσιάσει. Αυτό το κατάλαβα πολύ αργά. Στην αρχή νόμιζα πως τραγουδούσα επειδή είχα καλή φωνή. Ύστερα κατάλαβα ότι τραγουδούσα για να μη σπάσω. Το λαϊκό τραγούδι είναι ακριβώς αυτό: άνθρωποι που κρατιούνται όρθιοι την τελευταία στιγμή πριν λυγίσουν. Γι’ αυτό όταν ο Θεοδωράκης είπε «η φωνή σου είναι βιολοντσέλο», δεν μιλούσε για χροιά. Μιλούσε για το βάθος του τραύματος. Οι μεγάλες λαϊκές φωνές δεν έχουν μόνο τεχνική. Έχουν πληγή. Κι εγώ ήμουν γεμάτη πληγές που δεν ήξερα να εξηγώ. Η δική μου γενιά δεν ψυχολογούσε τον εαυτό της. Τραγουδούσε τον καημό της και συνέχιζε.

22 Μαΐου 2026

Μυρτιώτισσα, Τὰ Σαββατόβραδα στό σπίτι τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ (απόσπασμα), περ. Νέα Εστία, τχ. 65 (1959)



Μία συγκινητική μαρτυρία για το φιλολογικό σαλόνι του Παλαμά στο ιστορικό του σπίτι στην Ασκληπιού 3 από τη νεαρή τότε Θεώνη Δρακοπούλου, μετέπειτα ποιήτρια Μυρτιώτισσα (1885-1968). Από τα στοιχεία που μας δίνει, το περιστατικό διαδραματίστηκε κάποιο Σαββατόβραδο ανάμεσα στο 1898 και το 1901:

✒️Καὶ τὰ θυμήθηκα πάλι τ’ ἀλησμόνητα Σαββατόβραδα στό σπίτι τοῦ Παλαμᾶ. Ἤμουν τότε ἕνα κορίτσι νέο, ἀκοινώνητο, ἄγριο σχεδόν. Πουθενά δέν πήγαινα, τά γράμματα δέν τ’ ἀγαποῦσα, ἤμουν κακή μαθήτρια. Μόνο τά τραγούδια [ποιήματα] διάβαζα μέ ἀπληστία, τά ἔννοιωθα, κι ἤμουν μπασμένη στόν κόσμο τῆς Ποίησης, σάν πρωτοδιάβασα τόν Παλαμᾶ. 

Ἄχ! πῶς χτυποῦσε ἡ καρδιά μου, ὅταν ἔνα Σαββατόβραδο ἡ ἀδελφή μου μέ πήρε μαζί της γιά νά γνωρίσω κι’ ἐγώ τόν Ποιητή. «Κύττα νά μήν κάνῃς πάλι σάν ἀγριοκάτσικο», μοῦ εἶπε. «Νά μιλᾶς, ὅλοι αὐτοί πού θά ἰδῇς ἐκεῖ εἶναι ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων. Ἄλλος γράφει διηγήματα, ἄλλος δράματα, ἄλλος ποιήματα. Ἔχεις διαβάσει Ξενόπουλο καί Καρκαβίτσα. Ξέρεις ἀπόξω τραγούδια τοῦ Μαλακάση καί τοῦ Πορφύρα. Θἄχῃς λοιπόν πολλά νά πῇς μαζί τους!». Πολλά! Ἐμένα κόπηκε ἡ ἀναπνοή μου πρίν ἀνέβω, καλά καλά, τή στενόμακρη σκάλα τοῦ σπιτιοῦ!

16 Μαΐου 2026

Η πατρίδα ευγνωμονουσα...

Του Βασίλη Λαμπόγλου 

«Ήμουν ακόμα φοιτητής, καλοκαίρι του 1972 και ξεκινάμε μια ανασκαφή στη Νάξο στο Πρωτοκυκλαδικό νεκροταφείο των  Απλωμάτων, της 3ης χιλιετίας π.Χ..

Την εποχή εκείνην οι Κυκλάδες βασανίζονταν από την αρχαιοκαπηλία.
Πλησίαζε περίπου η ώρα το μεσημέρι που τελειώναμε την ανασκαφή…
Βλέπουμε, λοιπόν, να εμφανίζεται ένα κυκλαδικό ειδώλιο. 
Όμως ήταν αργά και δεν προλαβαίναμε να τελειώσουμε τη δουλειά μας και να αδειάσουμε τον τάφο, αλλά φοβόμασταν πως αν αφήσουμε τον μισοτελειωμένο τάφο, οι αρχαιοκάπηλοι θα έκλεβαν τα ευρήματα το βράδυ. 
Λέει, τότε, ο καθηγητής (Ν. Κοντολέοντας): ‘’Πρέπει να προστατεύσουμε τον τάφο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, πρέπει κάποιος να κοιμηθεί το βράδυ πάνω στον τάφο! 
Ποιος θέλει;’’. 

15 Μαΐου 2026

José Mujica (1935–2025)

Τέτοια μέρα...ένα χρόνο πριν.

Ας μη λησμονουμε τον Άνθρωπο...


Του Βασίλη Λαμπόγλου 

Να μιλάς για 2 χρόνια με τα μυρμήγκια μέσα σε ένα πηγάδι (από τα 14 συνολικά στη φυλακή).

Να κοιμασαι επί χρόνια στο πάτωμα της φυλακής και να θεωρείς ευτυχία τις νύχτες που ειχες στρώμα...(Επέζησα με το τίποτα. Γι’αυτό κι άρχισα να εκτιμώ τα μικρά πράγματα στη ζωή και τα όρια των πραγμάτων. 
Αν αφιερωθώ στην ευμάρεια, θα πρέπει να περάσω ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου στη συντήρησή της).

Να σου προσφέρει ένας εμίρης για τον σκαραβαίο Beetle του 1987 ένα εκατομμύριο δολάρια και 'συ να αρνείσαι και να απαντάς αφοπλιστικα ότι η τρίποδη υπέργηρη  Εμανουέλα(ο σκύλος του)δεν θέλει να μετακινείται με άλλο αυτοκίνητο.
Και πως θα αποτελούσε προσβολή για τους φίλους που μάζεψαν χρήματα και του αγόρασαν τον Σκαραβαίο.

Να αρνείσαι το προεδρικό μέγαρο και να εξακολουθείς να ζεις με τη γυναίκα σου (αντάρτες και οι δύο από τα χρόνια στους  Tupamaros) τη Λουτσία-πολυ αξιοσέβαστη  προσωπικότητα-στο μικρό σου  αγρόκτημά .

Να προσφέρεις το 90% του μισθού του(του απέμεναν 780 δολάρια,όσο ο μέσος  μισθός στη χώρα του)σε φιλανθρωπίες και μικρές κοινότητες. 
Να μη διαθέτεις σωματοφύλακες, πολυτελή αυτοκίνητα και κουστούμια.

Να  νομιμοποιεις τους γάμους μεταξύ ομοφυλόφιλων, τις αμβλώσεις και τη χρήση κάνναβης.

12 Μαΐου 2026

Φλέρυ Νταντωνάκη




 

Του Μάνου Λαμπράκη 

Η Φλέρυ Νταντωνάκη δεν τραγούδησε ποτέ στο Ηρώδειο, δεν τραγούδησε ποτέ στην Επίδαυρο, δεν τραγούδησε ποτέ στο Μέγαρο Μουσικής, δεν τραγούδησε ποτέ στη Σκάλα του Μιλάνου. 
Κι όμως, αν υπάρχει μια ελληνική φωνή που μοιάζει να έχει περάσει από όλους αυτούς τους χώρους ως κάτι που προϋπήρξε της ίδιας της εμφάνισης, είναι η δική της. 

Η Φλέρυ δεν υπήρξε «μεγάλη τραγουδίστρια» με τον τρόπο που η γλώσσα μας τακτοποιεί εύκολα τους ατακτοποίητους. Υπήρξε κάτι πολύ πιο δύσκολο: μια φωνή που δεν μπορούσε να αποσπαστεί από τον ψυχισμό της. 
Δεν τραγουδούσε για να δείξει τι μπορεί να κάνει. 
Τραγουδούσε σαν να δοκίμαζε κάθε φορά αν μπορεί ακόμη να υπάρξει. Εκεί όπου η καθημερινότητα διαλυόταν, εκεί όπου το φαγητό, η έξοδος, η συνάντηση, η συνέχιση της ημέρας γίνονταν πεδία αγωνίας, η φωνή ερχόταν να κρατήσει έναν εαυτό που δεν στεκόταν πάντα όρθιος με τους συνηθισμένους τρόπους. 
Όχι να τον θεραπεύσει ακριβώς. Να τον κρατήσει για λίγο ενιαίο.

Ο Μάνος Χατζιδάκις το άκουσε αυτό πριν ακόμη το εξηγήσει. Δεν βρήκε απλώς μια ερμηνεύτρια για τα τραγούδια του. Βρήκε το σώμα που μπορούσε να μεταφέρει την πιο επικίνδυνη πλευρά της δικής του τρυφερότητας. 

09 Μαΐου 2026

6 χρόνια την έγραφε...





Του Βασίλη Λαμπόγλου 


Κοινωνικά απομονωμένος(από επιλογή), επικοινωνώντας με σημειωματάρια, κάνοντας μόνος μεγάλους περιπάτους, συγκεντρώνοντας οργή για τη κατάσταση του,ο κωφός μεγαλύτερος συνθέτης της εποχής του είχε κερδίσει τον χαρακτηρισμό του μισάνθρωπου και του αντικοινωνικού.

Στο πιάνο που επαιζε ,πίεζε τα χέρια του στα πλήκτρα, νιώθοντας τις δονήσεις να τον κυριευουν.
Άλλοτε έβαζε μια ξύλινη ράβδο στα δόντια του και την ακουμπούσε στο πιάνο για να τον διαπερνά η ένταση της σύλληψης.
Καιγόταν όλος μέσα του και έπρεπε αυτή την αδυσώπητη μουσική που τον έκαιγε  αλλά και τον αποθεώνε να την εξωτερικευσει.
Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι είχαν διαλύσει τις κοινωνίες της Ευρώπης και ο Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν αυτή την ψυχική εξάντληση ήθελε να την απαλύνει.

Στο ποίημα του Φρίντριχ Σίλερ «Ωδή στη Χαρά»,είδε το πανανθρώπινο  χαρακτήρα που επιζητούσε.
Κόντρα σε έναν κόσμο που πάλευε να συνέλθει,αυτός μίλησε με νότες για την ενότητα,την αδελφοσύνη,την οικουμενικότητα.
Και αυτό μπορούσε  να επιτευχθεί μόνο με κάτι που θα γινόταν για πρώτη φορά.
Στο τελευταίο μέρος πρόσθεσε φωνές, λέξεις, ήχους, ανθρώπους.
Μια συμφωνία Ανθρώπων για Ανθρώπους.

Και όλα αυτά χωρίς να δύναται να ακούσει τις πρόβες,να κάνει διορθώσεις...και έγραφε στο χαρτί και έσβηνε και ξαναδιορθωνε...
Τόσο κουφός... τόσο εκδηλωτικός όμως στη  μονή γλώσσα που "μιλούσε"...στις νότες.

02 Απριλίου 2026

Κάτι βλέμματα...που 'γραψαν ιστορία.


Του Βασίλη Λαμπόγλου 


Υπάρχουν κάτι μικρές ιστορίες -που έχουν όμως τόσο μεγάλη αξία -που καλύπτονται από τον "κουρνιαχτο" των μεγάλων γεγονότων και από τον οποίο και δημιουργηθηκαν...
Το να τους προσφερθεί η διηνεκης αίγλη της αποκαλυψης και της ζώσας μνήμης, θαρρώ είναι το ελάχιστο που τους αναλογεί.
Όπως αυτή που διηγείται (στο Κουτί της Πανδώρας) ο σκηνοθέτης Φώτης Λαμπρινός,
γείτονας των νεανικών του χρόνων σε μια γειτονιά της Αθήνας και φίλος μιας ζωής, του  Θανάση Ροδόπουλου που  υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία σε ένα στρατόπεδο στην Αγία Παρασκευή την εποχή που βρισκόταν σε εξέλιξη η υπόθεση Μπελογιάννη και του είχε εκμυστηρευτεί ο ίδιος ο στρατιώτης.

"Μια νύχτα, γύρω στις 3.00, ο λοχαγός ξύπνησε καμιά 20αριά στρατιώτες, τους είπε να ντυθούν με πλήρη εξάρτηση και να πάρουν τα τουφέκια τους. 
Ανάμεσά τους και ο Θανάσης. 
Τους έβαλε σε ένα φορτηγό και έφυγαν από το στρατόπεδο διανύοντας μια σχετικά σύντομη διαδρομή. 
Εφτασαν σε ένα σημείο όπου ο Θανάσης κοιτάζοντας από το φορτηγό, είδε ότι ήταν ένα ελεύθερο πεδίο, αλλά στο βάθος φαινόταν η μάντρα από το μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας που λέγεται «Σωτηρία» και κατάλαβε αμέσως περί τίνος πρόκειται. 
Οπότε βγαίνοντας οι στρατιώτες όλοι και ο λοχαγός, ο Θανάσης έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο.

Υστερα από λίγα λεπτά ο λοχαγός κατευθύνθηκε προς το φορτηγό, εμφανίστηκε στο άνοιγμα του καμιονιού και του είπε: 
«Ελα έξω. Τι κάθεσαι εκεί;». 

Και ο Θανάσης ήρεμα του απάντησε: «Δεν θα βγω, κύριε λοχαγέ». 

«Τι είπες;» του λέει. 

25 Φεβρουαρίου 2026

Παναγιώτης Ποταγός, ο περιφρονημένος μεγάλος Έλληνας εξερευνητής που αποθεώθηκε παντού εκτός από τον τόπο του.





Του Μπάμπη Ανδριανόπουλου

Ένας σπουδαίος Αρκάς, ο γιατρός από τη Βυτίνα.

Ας τον γνωρίσουμε ή ας τ

ον ξαναθυμηθούμε με αφορμή την επέτειο του θανάτου του (24 Φεβρουαρίου 1903)

Έγραψε το αυτόν ο Φώτης Κόντογλου στο βιβλίο του με τίτλο:
"Φημισμένοι άνδρες και λησμονημένοι":

"Αὐτὸ τὸ βιβλίο δὲν εἶναι γραμμένο γιὰ σοβαροὺς ἀνθρώπους. Δόξα σοι ὁ Θεός, ὑπάρχουνε ἀκόμα ἄνθρωποι, ποὺ τοὺς ἀρέσουνε τὰ ἁπλὰ πράγματα, οἱ ἱστορίες καὶ τὰ παραμύθια. Κ᾿ ἡ δική μου τέχνη εἶναι ἁπλὴ καὶ τὴν κάνω γιὰ τοὺς ἁπλούς. Τί δὲν τραβήξανε τόσοι καὶ τόσοι δυνατοὶ ἄνθρωποι, ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ζωντόβολα, ἀπ᾿ αὐτουνοὺς τοὺς σοβαροὺς ἀνθρώπους, ποὺ κρίνουνε τὴν πολιτεία τους καὶ τοὺς περιφρονᾶνε καὶ τοὺς τυραγνᾶνε καὶ ποὺ στὸ τέλος σπέρνουνε τσουκνίδες καὶ ἀπήγανο ἀπάνω στὸ κιβούρι τους.

09 Φεβρουαρίου 2026

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Το σημερινό κείμενο (επιστολή) περιλαμβάνεται στις σελίδες 22-24, σε ένα 100-φυλλο τετράδιο με κείμενα, σημειώσεις, επιστολές, μεταφράσεις κ.α. του Κόντογλου, όπως και το προχθεσινό.  



Τέτοια τετράδια υπάρχουν πολλά στο ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, πλην όμως το περιεχόμενό τους παραμένει αναξιοποίητο και φυσικά αδημοσίευτο, μιας και το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, στο οποίο δωρίσαμε το 2014 αυτό το Αρχείο, και μάλιστα ταξινομημένο, κωδικοποιημένο και ψηφιοποιημένο, δεν γνωρίζουμε να έχει κάνει κάτι για την μελέτη και την έρευνα του περιεχομένου του, μέσα στα δώδεκα χρόνια που έχουν περάσει. Ευελπιστούμε η νέα διοίκηση να δει το θέμα σοβαρότερα.



Η σημερινή επιστολή του Κόντογλου είναι αχρονολόγητη και δεν αναφέρει το όνομα του παραλήπτη, πέρα από τα δυσανάγνωστα αρχικά του και την προσφώνηση «κύριε Πρόεδρε». Προσομοιάζει με μία επιστολή που είχε στείλει ο Κόντογλου στον φίλο του Κωστή Μπαστιά το 1940, όταν βρέθηκε σε απελπισία λόγω της ασθένειας της συζύγου του Μαρίας και ταυτόχρονα την άρνηση του Δήμου Αθηναίων να τον πληρώσει για την τοιχογραφία του Δημαρχείου. Στην επιστολή εκείνη ο Κόντογλου είχε σημειώσει μεταγενέστερα «ουδεμία απάντηση» και αν ο στενός του φίλος, ο Μπαστιάς, δεν έκανε τίποτα, μπορούμε με σιγουριά να συμπεράνουμε πως το ίδιο έκανε και ο κύριος πρόεδρος. Άλλωστε αυτό προκύπτει και από τα πραγματικά γεγονότα, που επιβεβαιώνουν πλήρως όσα λέει ο Κόντογλου. Ότι έδωσε τον αγώνα του για την ελληνική, βυζαντινή τέχνη μόνος, φτωχός και απροστάτευτος, ότι πνευματικά του παιδιά έπιασαν πόστα ενώ εκείνος έμεινε να παρακαλάει κι ότι η ελληνική πολιτεία του φέρθηκε σα να ήταν αποπαίδι, αγνοώντας τον πλήρως.

31 Ιανουαρίου 2026

Άντον Τσέχωφ: «Είμαι Έλληνας»



Σαν σήμερα, 29 Ιανουαρίου 1860, γεννήθηκε στην πόλη Ταγκανρόγκ της ρωσικής αυτοκρατορίας ο μεγαλύτερος συγγραφέας του 20ού αιώνα, Άντον Τσέχωφ.

«Στη Ρωσία δεν υπάρχει τίποτα, ενώ στην Ελλάδα υπάρχουν τα πάντα!» Αυτή η ατάκα ενός Έλληνα εμπόρου στο βοντβίλ «Γάμος» (1889) του Άντον Παβλόβιτς Τσέχοφ έγινε ίσως ο κύριος ελληνικός αφορισμός στη ρωσική γλώσσα.

Ο Τσέχωφ δεν βρέθηκε ποτέ στην Ελλάδα, αλλά συνδέθηκε με αυτή από τη γέννησή του, καθώς οι νονοί του ήταν Έλληνες: ο έμπορος Ντμίτρι Κιρίλοβιτς Σοφιανόπουλος και η σύζυγός του Ελιζαβέτα Εφίμοβνα.

Η ιστορία λέει ότι η Μεγάλη Αικατερίνη επέτρεψε σε όλους τους Έλληνες (σ.σ. και Αλβανούς) να μεταναστεύσουν στο Ταγκανρόγκ, για την ενίσχυση της οικονομίας αυτής της πόλης-λιμάνι που ίδρυσε ο Έλληνας Ιωάννης Βαρβάκης από ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι. Αυτό έγινε μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο (1769). Έτσι, το Ταγκανρόγκ απέκτησε το σημαντικότερο εμπορικό λιμάνι στην Αζοφική θάλασσα για εμπόριο ξυλείας.

Μέχρι την επανάσταση του 1917, το 60% του πληθυσμού ήταν Έλληνες. Κατ' αρχάς, η πόλη έγινε σχεδόν ελληνική, μέχρι που ο Δούκας Ποτέμκιν ήθελε να μετονομάσει το Ταγκανρόγκ σε Σπάρτη. Η οικογένεια Τσέχοφ ζούσε ανάμεσα στους Έλληνες και οι γονείς του ονειρεύονταν ότι ο Άντον Πάβλοβιτς θα σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Οι Έλληνες ήταν οι πιο επιτυχημένοι επιχειρηματίες και έμποροι. Ο Έλληνας συμμαθητής του συγγραφέα, Πάβελ Φεντόροβιτς Ιορντάνοφ, έγινε κάποια στιγμή δήμαρχος του Ταγκανρόγκ.

29 Ιανουαρίου 2026

Όταν ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, βάπτισε ένα παιδί στο Ζαρό!



Η συμπλήρωση ενός χρόνου, στις 25 Ιανουαρίου, από την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, συγκίνησε ιδιαίτερα την οικογένεια του Μανώλη και της Κατερίνας Βολοσυράκη στον Κάτω Ζαρό Δήμου Φαιστού, καθώς ο, αείμνηστος πλέον, ποιμενάρχης είχε βαπτίσει το πρώτο παιδί τους. 

Η ιστορία αυτής της πνευματικής σχέσης είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: Ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος, και τότε Επίσκοπος στη Μονή Πετράκη στην Αθήνα, εμφανίστηκε το, μακρινό 1977, ως πραγματικός... "άγγελος εξ ουρανού" στη ζωή της οικογένειας Βολοσυράκη, βοηθώντας τους σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή όταν αρρώστησε το νεογέννητο παιδί τους και έπρεπε, επειγόντως, να μεταφερθεί αεροπορικώς σε Νοσοκομείο της Αθήνας. Όταν όλα πήγαν καλά, ο Αναστάσιος ήρθε στο Ζαρό για να τελέσει τη βάπτιση του παιδιού που πήρε το όνομα Παντελής και σήμερα είναι πατέρας ο ίδιος δύο παιδιών. 

Όπως μας αφηγήθηκε, με φωνή ραγισμένη από τη συγκίνηση, ο ίδιος ο Μανώλης Βολοσυράκης,
"Στις 2 του Σεπτέμβρη του 1977, γεννήθηκε ο γιός μου ο μεγάλος. Μου λένε από το Νοσοκομείο, "του κοπελιού του χει μπει ίκτερος με το γάλα και θα χρειαστεί να το πας απόψε στην Αθήνα!". Με το που μπήκα στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου Ηρακλείου, βράδυ, αμοναχός με το μωρό, με πλησιάζει ο Σεβασμιότατος, που ταξίδευε κι αυτός από Ηράκλειο για Αθήνα, και μου λέει "που το πας το παιδί, τέκνο μου, τέθοια ώρα;". Εγώ βούρκωσα μόλις μου το πε -βουρκώνω και τώρα που το θυμούμαι! "Έτσι κι έτσι", λέω, "το παιδί γεννήθηκε πριν τρεις μέρες και μόλις το θήλασε η γυναίκα μου κιτρίνισε και με στέλνουνε επειγόντως στην Αθήνα, διότι εδώ πέρα δεν υπάρχουνε θερμοκοιτίδες για να μπει το παιδί και θα το πάω στο Παίδων-Αγία Σοφία". Και μου λέει "μη φοβάσαι! Αφού έπεσες στα χέρια μου, εγώ είμαι εδώ. Το μωρό θα το κάνομε καλά"!

19 Δεκεμβρίου 2025

Άλκης Αλκαίος...

"Στους φίλους μου καλλιτέχνες, όταν με ρωτούν για την καταγωγή μου, απαντώ ότι ο μεν Βαγγέλης είναι γέννημα Κοκκινιώτης και θρέμμα Παργινός, ο δε Άλκης είναι γέννημα και θρέμμα Παργινός. 

Την Πάργα άλλωστε “περιέχουν” όλα μου τα τραγούδια κι ας είναι μόνο ένα απ’ αυτά που την αναφέρει ρητά (είναι η “Άνοιξη της Πάργας”), γιατί επί 45 χρόνια απ’ αυτήν φεύγω και σ’ αυτήν επιστρέφω κάθε καλοκαίρι. Γιατί η Πάργα μας είναι η νιότη μου, ο έρωτάς μου, το ταξίδι μου και η Ιθάκη μου".

"Μην πεις ποτέ ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη

περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.

Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς

είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις".


"Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός

σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.

Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός

ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί

φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.

Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή

κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα".


"Έλεγες - αύριο θα 'ναι ο κόσμος φωτεινός,

έλεγα - είναι με το μέρος μας ο χρόνος.

Δεν είν' ο χρόνος με το μέρος κανενός,

τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος".

'Αλκης Αλκαίος.

--

Ο Βαγγέλης Λιάρος, γνωστός ως Άλκης Αλκαίος γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και από μικρή ηλικία πολιτογραφήθηκε κάτοικος Πάργας.

30 Νοεμβρίου 2025

Μπήκε στη Φυλακή ως Αγόρι. Βγήκε έξω ως Γηραιός.


Joseph Ligon — 68 Χρόνια Χαμένα, Ελευθερία στα 83


Ήταν 15 χρονών όταν ο δικαστής είπε ότι θα πέθαινε πίσω από τα κάγκελα.

Ήταν το 1953.
Ήταν μαύρος, φτωχός και παιδί σε μια αίθουσα δικαστηρίου που είχε ήδη αποφασίσει.

Ο Joseph Ligon καταδικάστηκε σε ισόβια χωρίς αναστολή, κατηγορούμενος για έγκλημα όπου άλλοι ήταν υπεύθυνοι για τις δολοφονίες. Πάντα υποστήριζε ότι ποτέ δεν πήρε μια ζωή.

Αλλά στην Αμερική εκείνη την εποχή, δεν είχε σημασία.
Δεν υπήρχαν δεύτερες ευκαιρίες.
Καμία χάρη για ένα αγόρι που χρειαζόταν βοήθεια - όχι φέρετρο.

Μεγάλωσε περιτριγυρισμένος από τσιμέντο και ατσάλι.
Τα εφηβεία του, τα είκοσι του, ολόκληρη η νιότη του - χάθηκε.
δεκαετίες πέρασαν. Ο κόσμος που θυμόταν εξαφανίστηκε.

📌 68 χρόνια.
Ο μακροβιότερος ανήλικος «lifer» στην ιστορία των ΗΠΑ.

Το 2017, τελικά του δόθηκε αναστολή.

Αλλά ο Joseph αρνήθηκε.

28 Νοεμβρίου 2025

Ποιητής Λορέντζος Μαβίλης.

[ Θνῆσκε ὑπὲρ Πατρίδος

ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ Ο ΣΟΦΟΣ ]

Ἕνας συνήθως εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἰκονίζει μία ὁλόκληρη Ἐποχή, μία ὁλόκληρη κοινωνία, σαρκώνοντας τὴν Ἰδέα γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνίστηκε καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἐν τέλει θυσίασε μὲ αὐταπάρνηση τὴν ὕπαρξή του.

Στὸ Πάνθεον τῶν Ἡρώων αὐτῆς τῆς ὑφῆς κατατάσσεται ὁ Λορέντζος Μαβίλης.

Ἡ Μοῖρα θὰ ὁδηγήσει τὸν παπποῦ του νὰ ἔλθει στὴν Κέρκυρα ὡς πρόξενος τῆς Ἱσπανίας. Στὴν Ἑλλάδα ἐπέλεξε νὰ ριζώσει καὶ νὰ κάνει οἰκογένεια. Ὁ υἱὸς του, Παῦλος, γίνεται ἕνας ἐπιτυχημένος δικαστικός. Έρωτεύεται τὴν Κερκυραῖα Ἰωάννα Καποδίστρια Σούφη, καὶ, τὸ Φθινόπωρο τοῦ 1860, γεννιέται ὁ Λορέντζος.

Ὁ φιλομαθὴς νέος ὁλοκληρώνει τὴν ἐγκύκλια παιδεία στὸ Πανελλήνιο Ἐκπαιδευτήριο "Καποδίστριας" καί, ἀπὸ πολὺ μικρὸς, ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ μερικὲς ἀπὸ τις σπουδαιότερες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς του. Ὁ Ἑλληνιστὴς καὶ Ἱστορικὸς διδάσκαλός του, Ἰωάννης Ρωμανός, τὸν μυεῖ στὴν Ἀναγνωστικὴ Ἑταιρεία Κερκύρας, στὸ πρῶτο καθίδρυμα τοῦ νεώτερου Ἑλληνισμοῦ. Ἐκεῖ, ὁ Μαβίλης θὰ ἀφιερωθεῖ μέχρι καὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Γνωρίζεται μὲ τὸν κορυφαῖο τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων καὶ ἀρχηγὸ τοῦ κόμματος τοῦ Ρήγα Φεραίου, τὸν Κωνσταντινουπολίτη Ἰάκωβο Πολυλᾶ, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν Ἕνωση τῆς Ἐπτανήσου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἀξίζει νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι φίλος καὶ διδάσκαλος τοῦ Πολυλᾶ ἦταν ὁ Διονύσιος Σολωμός. Ἀπὸ τὸν Ἰάκωβο Πολυλᾶ ὁ Λορέντζος διδάχθηκε τὴν ἀγάπη γιὰ τὶς Τέχνες καὶ τὰ Γράμματα, μεταλαμβάνοντας τὴν ἱερὴ κληρονομιὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Ποιητῆ.

Ὁ Ἔρωτας γιὰ τὴν Πατρίδα εἶχε φυτευθεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ Κερκυραίου φέρελπι. Μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ σοφοῦ διδασκάλου ἐγκολπώθηκε τὰ ἀριστουργήματα τοῦ Ἀρχαίου Κόσμου. Παράλληλα, σπούδασε τὴν ἰταλική, ἀγγλική, γαλλική, γερμανική, καὶ ἱσπανικὴ καὶ ἐντρύφησε στὴν ξένη φιλολογικὴ δημιουργία διευρύνοντας τοὺς πνευματικοὺς του ὁρίζοντες. Ὡς φοιτητὴς , μελέτησε τοὺς Dante, Shakespeare, Goethe καί Schiller τοὺς ὁποίους καὶ μετέφρασε ἀργότερα. Κατὰ τὴν μονοετή του παραμονὴ στὴν Ἀθήνα, ὁ Πολυλᾶς τὸν συστήνει στὸν Χαρίλαο Τρικούπη, μὲ τὸν ὁποῖο τότε θεμελίωνε τὸ πέμπτο πολιτικὸ κόμμα.

25 Νοεμβρίου 2025

Διονύσης Θεοδόσης (16 Ιουνίου 1958 - 19 Οκτωβρίου 1993)

Του Ηλία Καλιώρα

Ο Διονύσης Θεοδόσης (16 Ιουνίου 1958 - 19 Οκτωβρίου 1993) ήταν Έλληνας τραγουδιστής. Στη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με γνωστούς Έλληνες συνθέτες.

Ζούσε μεγάλα υπαρξιακά αδιέξοδα, μέχρι που συνάντησε τον Άγιο Παΐσιο, ο οποίος διέκρινε τον πόνο του και είπε: 

“Εσύ παιδί μου φέρνεις πολύ πόνο, χρειάζεσαι να εξομολογηθείς και μάλιστα σ’ ένα καλό πνευματικό. Να πας στη μικρά αγία Άννα και να μιλήσεις στον πατέρα Διονύσιο, είναι καλός και θα σε βοηθήσει”.

Ο Διονύσης ακολούθησε τη συμβουλή και κίνησε με τη βάρκα για τη μικρά Αγία Άννα. Δίπλα του ένας μοναχός τού έπιασε κουβέντα και του συστήθηκε: "πατήρ Διονύσιος Μικραγιαννανίτης". 

Μετά την αρχική έκπληξη, έπιασαν την κουβέντα για λίγο, αλλά ο Διονύσης θεώρησε ότι ήταν “καλαμπουρτζής” και δεν ήταν αυτή η εικόνα που έτρεφε μέχρι τότε για έναν πνευματικό: δηλαδή έναν σοβαρό, ίσως και βλοσυρό γέροντα.

Η ασθένειά του, ωστόσο, έρχεται να αλλάξει ριζικά το τοπίο. Ξεκινά χημειοθεραπείες στο Λονδίνο. Οι επισκέψεις του στη μικρά αγία Άννα πυκνώνουν και ανακοινώνει στους Πατέρες πως θέλει να γίνει μοναχός!

Τουλάχιστον μια φορά τον μήνα όταν τελείωνε ξημερώματα την δουλειά του έπαιρνε την μηχανή του και ταξίδευε για το Άγιο Όρος. 

Εκείνο το διάστημα γράφτηκε και το τραγούδι "Όσο κρατάει ένας καφές" που ερμήνευσε ο ίδιος και το οποίο λίγοι ξέρουν πως το αφιέρωσε στον Γέροντά του.

22 Νοεμβρίου 2025

Αργύρης Ζήλος: Η μουσική σήμερα είναι πλουσιότερη σε προτάσεις και δυνατότητες παρά ποτέ

Ο άνθρωπος που όσο κανείς άλλος καθόρισε την μουσικοκριτική στην χώρα, σε μια συνέντευξη - συνομιλία με τον Αντώνη Ξαγά. Εφ’ όλης της ύλης και μουσικής, σε χρόνο παρελθόντα, ενεστώτα αλλά και μέλλοντα.


«Σε κάθε τίτλο που ανακάλυπτε ξεσπούσε σε επιφωνήματα χαράς, είτε διότι γνώριζε το έργο είτε διότι από καιρό το έψαχνε, ή τέλος, επειδή ποτέ δεν είχε ακούσει να αναφέρεται, και ήταν ιδιαίτερα συγκινημένος και περίεργος». Κάπως έτσι περιγράφει ο Ουμπέρτο Έκο στο περιλάλητο «Όνομα του Ρόδου» τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του Γουλιέλμου της Μπάσκερβιλ και του Άντσο της Μελκ όταν κατάφεραν επιτέλους να εισχωρήσουν στην επίφοβη λαβυρινθώδη βιβλιοθήκη του Οικοδομήματος και να βρεθούν μπροστά στον αποθηκευμένο πνευματικό πλούτο αιώνων.


Κατ’ αναλογία, κάπως έτσι αισθάνθηκα κι εγώ την πρώτη φορά που βρέθηκα σε αυτό το χώρο, μια αίσθηση δέους αναμεμειγμένου με θαυμασμό. Τακτοποιημένα ερμάρια και άτακτες στοίβες, κάθε λογής μεγέθη και γεωμετρικές τοπολογίες, η ματιά να ακουμπά σε εξώφυλλα δίσκων κάθε μεγέθους και είδους, χρώματα, εικόνες, ονόματα, να περιπλανιέται από τίτλο σε τίτλο, από παντελώς άγνωστα έργα σε εκδηλώσεις αναγνώρισης του οικείου ή του ξεχασμένου, δίσκοι, κασέτες, cd, βινύλια, βιβλία, όλα μαζί συναρμοσμένα σε μια τοιχογραφία αποτελούμενη από αιώνες ανθρώπινης μουσικής δημιουργίας. Αυθόρμητα σου έρχεται να ρωτήσεις «μα πόσους δίσκους έχεις;», συνειδητοποιείς όμως ότι πρόκειται περί ερωτήματος ανόητου και άσκοπου. Τι νόημα θα είχε ένας αριθμός που θα κατέγραφε με ακρίβεια την υλική κτήση; Ίσως η αριθμητική έκφραση να ενέτεινε περισσότερο κι ένα ασυναίσθητο άγχος το οποίο προκαλεί το βάρος τόσης υλικότητας υπογραμμίζοντας την άρρητη ματαιότητα που εμφιλοχωρεί σε αυτήν. ‘Έρχονται άραγε στιγμές που να αισθάνεσαι ένα βάρος;’ ρωτώ ‘Τόσοι δίσκοι, που οι περισσότεροι δεν θα ξαναδούν βελόνα στην ζωή τους…’ «Τεράστιο», αποκρίνεται με ανυπόκριτη αμεσότητα. «Σχεδόν αφόρητο... Και έχω επίγνωση ότι και να ήθελα δεν υπάρχει τρόπος να επιστρέψω σε όλα αυτά. Και δύο ώρες την ημέρα να κοιμόμουν μόνο, και καθόλου ακόμη-ακόμη, δεν θα γινόταν». Πως είναι να ζεις με όλο σου το παρελθόν πάνω από το κεφάλι σου, μέσα σε ένα τέτοιο αχανές μουσείο προσωπικής μνήμης, αρχειοθετημένης και ταξινομημένης. Ταξινομημένης; ‘Έχεις κάποιο σύστημα που ακολουθείς;’, δεν αποφεύγω τον πειρασμό της προφανούς ερώτησης. ‘Αλφαβητικά; Ανά είδος; Ανά εταιρεία;’ Όλα τα δοκίμασα κατά καιρούς, απαντά, τώρα θα έλεγα ότι ισχύουν όλα μαζί ταυτόχρονα. Ένα χάος δηλαδή. Μην ξεχνάς ότι έχω κάνει και κάμποσες μετακομίσεις. Παλιά το λέγανε και σαν κατάρα, να κάνεις μετακόμιση…



Έξω η ζέστη κάνει την άσφαλτο να αχνίζει, εδώ μέσα κατά έναν μεταφυσικό τρόπο είναι κάπως πιο υποφερτά, το απευθείας ηλιακό φως δυσκολεύεται στις τεθλασμένες διαδρομές, μόνο σχηματίζει μαιάνδρους φωτοσκιάσεων αλά Καραβάτζιο πάνω στους δίσκους, στους οποίους ο χρόνος έχει αποθέσει ένα στρώμα σκόνης. Όπως τους χαϊδεύεις κατανυκτικά με τα ακροδάχτυλα, κόκκοι και τρίμματα ζελατίνης κολλάνε επάνω τους.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο άνθρωπος που μου απαντάει όπως στέκει στο μέσο όλων σαν να μου μοιάζει κάπως με τον Χόρχε του Μπούργος, τον αξέχαστο γερο-μοναχό πρωταγωνιστή του Έκο, «σκυφτό από το βάρος των χρόνων, λευκό όπως το χιόνι.. σεβάσμιο σε ηλικία και γνώση», μια μορφή λιτοδίαιτη και ασκητική (γελάει όταν του το λέω πειράζοντας τον, γνωρίζοντας ότι είναι άσπονδος άθεος και αντικληρικαλιστής), εύθραυστη σχεδόν, με διαπεραστικά μάτια πίσω από τα χαρακτηριστικά γυαλιά σε ένα πρόσωπο βαθιά οργωμένο πλέον από τους καιρούς.

Σε αντίθεση όμως με το μυθιστόρημα του Ιταλού διανοούμενου, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν ζηλό-τυπα (sic) φανατικό φύλακα της γνώσης, αλλά με έναν άνθρωπο που προσεγγίζει τα ανθρώπινα δημιουργήματα με μια σχεδόν παιδική δοτικότητα και ενθουσιασμό, που αγαπά ταπεινά τους δίσκους χωρίς καμία υπεροψία, κτητική αλαζονεία και συγκρίσεις για το ποιος…. την έχει μεγαλύτερη (την δισκοθήκη), που ποτέ δεν έχω ακούσει από τα χείλη του το γνωστό με στόμφο λεγόμενο «το ’χω», και που δεν δίνει καμία απολύτως σημασία σε ‘αξίες’ όπως η σπανιότητα, η εμπορικότητα κι ακόμη περισσότερο η προσωπική υστεροφημία, από την στιγμή ειδικά που αποσύρθηκε οριστικά από τον δημόσιο χώρο σε μια αξιοπρεπή, ουχί όμως ακοινώνητη, μοναχικότητα («μα γιατί δεν γράφεις ένα βιβλίο;» ακούει τις συχνές παραινέσεις, τις προσπερνάει λέγοντας «ο κόσμος δεν χρειάζεται έναν ακόμη να δηλώσει συγγραφέας»). Κι επιπλέον, εκεί που ο Χόρχε αμφισβητούσε το θεμιτό του γέλιου, θεωρώντας το αδυναμία και εξαχρείωση φτάνοντας μέχρι τους φόνους για να προασπίσει την απόλυτη άποψή του, verba vana aut risui apta non loqui, ‘λόγια μάταια ή που προκαλούν γέλιο, να μην λέγονται’, ο Αργύρης Ζήλος για τον οποίο γίνεται τόση ώρα λόγος, διαθέτει άφθονη την αίσθηση του χιούμορ, και όχι μόνο στα πλαίσια μιας ομοτράπεζης παρέας, πολλοί παλιοί θυμούνται τις σπαρταριστά δηκτικές κριτικές της μιας γραμμής που δεν άφηναν τίποτε όρθιο (θυμάμαι που για το «Οδηγώ και σε σκέφτομαι» του Αντύπα είχε γράψει «έτσι γίνονται τα ατυχήματα»). Τώρα αν τα λόγια τα μουσικοκριτικά υπήρξαν μάταια αυτά μόνο ο πανδαμάτωρ χρόνος μπορεί να το κρίνει. Σίγουρα μέσα σε κοντά σαράντα ολάκερα χρόνια πορείας υπήρξαν πολλά. Πάρα πολλά.

Δεν ήταν διόλου εύκολη αυτή η συνέντευξη. Όχι μόνο επειδή in principio δεν μου αρέσουν οι συνεντεύξεις, αλλά επειδή έπρεπε και να βρω την ισορροπία ανάμεσα στον Αργύρη και τον Ζήλο, στην οικειότητα, στην παγίδα της αγιογραφίας και στην ‘αντικειμενική’ αποστασιοποίηση. Ανάμεσα στον Αργύρη του ενεστώτα και αυτόν του αορίστου και του παρατατικού. Ανάμεσα στον Αργύρη, τον φίλο και συχνό συνομιλητή σε τακτές jours fixes όπου για άνω των δέκα συναπτών ετών συναντιόμαστε και συζητάμε συμφωνώντας (συχνά) αλλά και διαφωνώντας (ακόμη συχνότερα) και από την άλλη στον Ζήλο της δημόσιας σφαίρας, ένα όνομα που έχει πια λάβει ένα εμβληματικό στάτους, συνώνυμα σχεδόν ταυτισμένο με το πάλαι ποτέ επάγγελμα του μουσικοκριτικού, ίσως και αποκομμένο από τον ίδιο τον ένσαρκο φορέα του, με τεράστια αναγνωρισιμότητα όσο κανείς άλλος και εκτός του ανάδελφου σιναφιού του με την ανταγωνιστική περίσσεια συσσώρευση τεστοστερόνης, πολλά αγοράκια μαζεμένα με Εγώ μεγέθους τάνκερ και κακοφορμισμένα συμπλέγματα. ‘Ζήλος’ είναι πλέον τα κείμενα του και οι αναμνήσεις των αναγνωστών και των ακροατών του, ‘Ζήλος’ πάνω απ’ όλα είναι το αρχέτυπο για όλες όσες και όσους ασχοληθήκαμε ποτέ με το γράψιμο για την μουσική, για όσες και όσους πιστέψαμε και αντιμετωπίσαμε την μουσική σαν κάτι πιο σοβαρό και σπουδαίο απ’ ότι ίσως πραγματικά είναι, ο άνθρωπος που διαμόρφωσε την γλώσσα της κριτικής, με μια σοβαρή υφολογική δεξιότητα, λειτουργώντας όχι τόσο σαν πρότυπο - το στυλ του γαρ υπήρξε υπεράνω μιμήσεως (πλην καρικατούρων)- αλλά περισσότερο σαν στάση, νοοτροπία, προσέγγιση, ήθος. Παρόλες τις αδυναμίες, τις εμμονές, τις υπερβολές ή τις παραλείψεις -ουδείς άσφαλτος άλλωστε όπως έλεγε και η Λαίδη Άντζελα (που δεν είναι και καθόλου λάθος εδώ που τα λέμε), πόσο μάλλον αν διακατέχεσαι από… ζήλο άλλοτε ένθερμο κι άλλοτε υπερβάλλοντα (αν ποτέ επέστρεφε στην γραφή του είχα έτοιμους και τίτλους στήλης, το όνομά του δίνει άλλωστε πάτημα για διαφόρων τύπου ευφάνταστα και μη λογοπαίγνια, όπως αυτό που του σκάρωσαν οι Closer στο κομμάτι τους «Zealot ape»).

20 Νοεμβρίου 2025

Σαν σήμερα το 1915, Τζο Χιλ

Του Μπάμπη Ανδριανόπουλου 

Σαν σήμερα το 1915

Ο Τζο Χιλ, ο αγαπημένος ποιητής της αμερικανικής εργατικής τάξης, θα βρει το θάνατο από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος στο προαύλιο των φυλακών της Γιούτα.

Τα τελευταία του λόγια:
" Μην κλαίτε για μένα. Οργανωθείτε!"

http://vathikokkino.gr/archives/164270

Τον τραγούδησε η Τζόαν Μπαέζ στο Γούντστοκ:

Ονειρεύτηκα τον Τζο Χιλ το βράδυ αυτό,
ζωντανό όπως εσύ κι εγώ
Λέω: "Τζο, είσαι δέκα χρόνια νεκρός"
"Ποτέ δεν πέθανα μου λέει αυτός".

"Ο Τζο Χιλ δεν είναι νεκρός.
Ο Τζο Χιλ δεν χάθηκε.
Όπου εργάτης απεργός
στο πλευρό του θα μάχεται"...




18 Νοεμβρίου 2025

Μιχάλης Μυρογιάννης 20 ετών-ηλεκτρολόγος


Τέτοια μέρα, 52 χρόνια πριν  

Του Βασίλη Λαμπόγλου 

''Ξαφνικά αντελήφθην φασαρία και φωνές προς τη μεριά της διασταύρωσης Πατησίων και Στουρνάρα.
Παρετήρησα ότι αστυφύλακες έδερναν έναν νεαρό.
Ξαφνικά αυτός κατόρθωσε να αποσπασθεί από τους αστυφύλακες.
Τότε ο Ντερτιλής, που μόλις είχε αντιληφθεί το επεισόδιο, έβγαλε από το μπουφάν του το περίστροφό του και πυροβόλησε χωρίς να πολυσκεφθεί.
Ο νεαρός έπεσε σαν κοτόπουλο.
Έμεινε επί τόπου ακριβώς στην διασταύρωση Πατησίων και Στουρνάρα, προς την πλευρά της Ομόνοιας.
Εγώ φαντάστηκα ότι του έριξε στα πόδια και περίμενα να κινηθεί.
Όταν όμως είδα να σχηματίζεται μια λίμνη από αίμα και μια μικρή άσπρη λιμνούλα από μυαλά, κατάλαβα ότι τον πυροβόλησε στο κεφάλι και ήταν ήδη νεκρός.
Μετά, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, μπήκε στο τζιπ και κτυπώντας με στην πλάτη, μου είπε “με παραδέχεσαι ρε;
Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μια τον πέτυχα στο κεφάλι.''