ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ
Ηακύρωση της εκδήλωσης της Μαρίας Καρυστιανού στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών δεν είναι ένα απλό επεισόδιο διαχείρισης μιας αίθουσας. Είναι πολιτικό γεγονός. Και μάλιστα γεγονός αποκαλυπτικό. Διότι φωτίζει, με τρόπο σχεδόν ωμό, τη βαθύτερη μετάλλαξη ενός μέρους του πολιτικού συστήματος: από φορέα κοινωνικής εκπροσώπησης σε μηχανισμό αυτοπροστασίας.
Ο ΔΣΑ υποστηρίζει ότι η αίθουσα είχε παραχωρηθεί για μια επιστημονική εκδήλωση με θέμα τη Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου και ότι η παραχώρηση ανακλήθηκε όταν η εκδήλωση εμφανίστηκε ως πολιτική εκδήλωση κόμματος. Αν αυτός είναι ο κανόνας, τότε οφείλει να ισχύει για όλους. Όχι επιλεκτικά. Όχι κατά περίσταση. Όχι όταν ο πολιτικός φορέας είναι ανεπιθύμητος στο κατεστημένο. Όχι όταν το πρόσωπο που μιλά δεν ανήκει στις γνώριμες διαδρομές της εξουσίας.
Διότι το αρχείο των δημόσιων εκδηλώσεων δείχνει ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν υπήρξε ποτέ ένας αποστειρωμένος χώρος όπου απαγορεύεται ο πολιτικός λόγος. Στους χώρους του έχουν φιλοξενηθεί εκδηλώσεις με πολιτικά πρόσωπα, κομματικούς εκπροσώπους, πρώην υπουργούς, βουλευτές και αρχηγούς ή στελέχη κομμάτων. Έχουν συζητηθεί οι θέσεις πολιτικών κομμάτων για τη Δικηγορία και τη Δικαιοσύνη. Έχουν γίνει εκδηλώσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση, για φορολογικά ζητήματα, για εθνικά θέματα, για το κράτος δικαίου. Και σωστά έγιναν. Διότι η Δικαιοσύνη δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι θεσμικό, κοινωνικό και βαθύτατα πολιτικό ζήτημα.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν ο ΔΣΑ μπορεί να φιλοξενεί πολιτικές συζητήσεις. Το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι γιατί στην περίπτωση της Καρυστιανού ενεργοποιήθηκε ξαφνικά μια αυστηρότητα που δεν φάνηκε με την ίδια ένταση σε άλλες περιπτώσεις.
Εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Διότι όταν ένας θεσμός εφαρμόζει τον κανόνα όχι ως αρχή αλλά ως εργαλείο αποκλεισμού, τότε ο κανόνας παύει να είναι θεσμικός και γίνεται καθεστωτικός. Και καθεστωτισμός δεν είναι μόνο η αυθαιρεσία της κυβέρνησης. Είναι και η νοοτροπία των ενδιάμεσων μηχανισμών εξουσίας που αισθάνονται ότι έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα μιλήσει, ποιος θα ακουστεί και ποιος θα μείνει έξω από τον δημόσιο χώρο.



















