Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου
Σάββας Σαββόπουλος
Προοίμιο
Από τις Βάκχες ως τον σύγχρονο κόσμο, ο ξένος επιστρέφει διαρκώς με διαφορετικά προσωπεία: ως θεός, ως επιθυμία, ως σώμα, ως διαφορά, ως απειλή. Όταν η πόλη δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει, δεν τον αποδέχεται πραγματικά, δεν ανταλλάσσει τίποτα μαζί του. Συχνά τον απωθεί, τον φυλακίζει, τον εκδιώκει και τότε εκείνος επιστρέφει με τη μορφή της βίας. Η θεοφαγία, ο σπαραγμός και η ξενότητα δεν είναι μόνο μύθοι του παρελθόντος. Είναι και μορφές με τις οποίες ο σημερινός ναρκισσιστικός πολιτισμός συναντά τα όριά του.
1: Η έννοια της θεοφαγίας
Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση που ακούγεται παράξενη: τι σημαίνει να τρως έναν θεό; Τι σημαίνει η θεοφαγία;
Δεν μιλάμε για πραγματικό γεγονός. Κανείς δεν έφαγε ποτέ θεό. Αναφερόμαστε σε μια φαντασίωση ότι κάποτε φάγαμε κάποιον ή κάτι που έμοιαζε με θεό. Μια ιδέα που τρομάζει, αλλά επιμένει να επιστρέφει σε μύθους, σε τελετές, στην τέχνη.
Η θεοφαγία αποτελεί μια φαντασιωσική έκφραση της στοματικής ενόρμησης. Μια προσπάθεια του ατόμου να ενσωματώσει αυτό που φοβάται ότι θα χάσει, αυτό που επιθυμεί και δεν διαθέτει. Η θεοφαγική φαντασίωση αποτελεί έναν συμβιβασμό ανάμεσα στην πιο ωμή ανθρωποφαγική επιθυμία και την ανάγκη για νόημα αυτής της επιθυμίας και απαρτίωση στην κοινότητα.
2: Η φαντασίωση της θεοφαγίας
Όταν το 1988 με τον Νίκο Νικολαΐδη γράψαμε το βιβλίο Η θεοφαγία που εκδόθηκε στο Παρίσι από τις Dunod και κυκλοφόρησε στα ελληνικά από την Εστία το 1994, επιδιώξαμε να δείξουμε ότι η θεοφαγία δεν είναι μια παθολογική εκδήλωση κάποιων αρχαίων θρησκειών, αλλά μια οικουμενική φαντασίωση.