Πάνος Πικραμένος
Το θέμα μου δεν είναι η καλλιτεχνική ή ηθική αξιολόγηση του Μαζωνάκη, αλλά η πρωτοφανής ταχύτητα με την οποία γύρω του δημιουργήθηκε ένας λαϊκός μύθος.
Η διαδικασία της μυθοποίησης πυροδοτήθηκε και τροφοδοτήθηκε από κόσμους που κανονικά δύσκολα συναντιούνται: από τη Μάρω Βαμβουνάκη στον Ξαρχάκο, από τον Μητροπολίτη Νικαίας στη λαϊκή πίστα, από τους επώνυμους καλλιτέχνες, στον κυβερνητικό εκπρόσωπο και στους ανώνυμους του Facebook.
Στην αρχή ήταν «καλός», «γνήσιος», «διάφανος». Ύστερα γίνεται «ψυχούλα», «διαμάντι», «άρχοντας». Μετά «το τελευταίο λαϊκό είδωλο», άνθρωπος των «αμέτρητων σταυρών», σύμβολο των αδικημένων. Και στο τέλος σχεδόν μυθική μορφή, με τον… Διγενή Ακρίτα να επιστρατεύεται για τον αποχαιρετισμό του.
Άλλες γλώσσες, άλλοι κόσμοι, άλλες αφετηρίες, όμως όλα κατευθύνονται προς το ίδιο σημείο: τη γέννηση ενός λαϊκού μύθου.
Και κάπου εκεί χάνεται ο πραγματικός άνθρωπος με τις όποιες αντιφάσεις του, -τον οποίο άλλωστε ελάχιστοι γνώριζαν πραγματικά, και μένουν μόνο λίγες μεγάλες λέξεις «γνήσιος», «καλός», «λαϊκός», «αδικημένος».
Έτσι, χωρίς κεντρικό σκηνοθέτη, μια κοινωνία κατασκευάζει συλλογικά τον μύθο που έχει ανάγκη: ο φίλος προσφέρει την προσωπική ανάμνηση, ο καλλιτέχνης την εξιδανίκευση, ο ιερέας τον συμβολισμό, τα media τον τίτλο και την εικόνα, ο θαυμαστής τη λατρεία, ενώ πάνω στην εξαρση και την υπερβολή βρίσκουν χώρο και η πολιτική αξιοποίηση, οι καλλιτεχνικές έριδες και κάθε είδους αυτοπροβολή.
Το ιερό και η αστυνόμευση του πένθους
Και όσο ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε σύμβολο όσων η κοινωνία αισθάνεται ότι της λείπουν, τόσο ο μύθος αποκτά κάτι από την ανθρωπολογική λειτουργία του Ιερού. Και το Ιερό δεν συζητείται απλώς, αλλά προστατεύεται. Γι’ αυτό αρκεί ακόμη και ένα «δεν τον γνώριζα» για να προκαλέσει οργή. Η απόκλιση δεν αντιμετωπίζεται πια ως απλή διαφορά γνώμης, αλλά σχεδόν ως κάτι βέβηλο.
Είναι η λογική του πλήθους: το συναίσθημα μεταδίδεται, διογκώνεται και τελικά επιβάλλεται. Η αστυνόμευση του πένθους είναι ακριβώς το σημείο όπου η συλλογική συγκίνηση γίνεται κοινωνική πίεση. Τότε δεν μιλάμε πια μόνο για αγάπη, αλλά για μαζική υπερβολή που αυτοτροφοδοτείται και απαιτεί συμμετοχή.




