01 Οκτωβρίου 2026

Τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως παρατηρώντας τι κάνουν οι ενήλικοι, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.

Αποστόλης Ζυμβραγάκης, Φιλόλογος M.Ed.

Ένα περιστατικό σαν αυτό στο Νηπιαγωγείο των Άνω Λιοσίων δεν προσφέρεται ούτε για εύκολες καταδίκες ούτε για στρατόπεδα. Προσφέρεται, όμως, για έναν δύσκολο και αναγκαίο αναστοχασμό. Γιατί όταν μια διευθύντρια Νηπιαγωγείου φωνάζει σε μικρά παιδιά και στη συνέχεια γονείς εισβάλλουν για να αποδώσουν οι ίδιοι «δικαιοσύνη», με αποτέλεσμα ένας άνθρωπος να καταλήξει σοβαρά τραυματισμένος στο νοσοκομείο, τότε το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στο περιστατικό. Είναι ένα πρόβλημα θεσμών, ορίων και κοινωνικής κουλτούρας.

Το πρώτο που οφείλουμε να πούμε είναι αυτονόητο: το Νηπιαγωγείο πρέπει να αποτελεί χώρο απόλυτης συναισθηματικής και σωματικής ασφάλειας. Ένα παιδί τεσσάρων ή πέντε ετών δε διαθέτει ακόμη τους μηχανισμούς για να ερμηνεύσει την ένταση ενός ενηλίκου όπως θα την ερμήνευε ένας μεγαλύτερος μαθητής. Η φωνή, η απειλή, ο εκφοβιστικός τόνος μπορούν να βιωθούν ως φόβος και ανασφάλεια. Και κάθε εκπαιδευτικός —πολύ περισσότερο να διευθύνει και μια σχολική μονάδα— έχει αυξημένη ευθύνη αυτοελέγχου και παιδαγωγικής διαχείρισης.
Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός είναι μια μηχανή χωρίς όρια. Πίσω από την πόρτα μιας σχολικής αίθουσας βρίσκεται ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που μπορεί να βιώνει εξουθένωση, προσωπικές δυσκολίες, συσσωρευμένη πίεση ή ακόμη και μια οξεία κρίση. Το οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να περιμένει από τον εκπαιδευτικό να καταρρεύσει για να ανακαλύψει ότι χρειαζόταν υποστήριξη. Χρειάζονται μηχανισμοί πρόληψης, εποπτείας, έγκαιρης παρέμβασης και ουσιαστικής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης του προσωπικού.

Κι όταν ένας εκπαιδευτικός χάσει τον έλεγχο; Τότε πρέπει να ενεργοποιούνται οι θεσμοί. Να προστατεύονται αμέσως τα παιδιά. Να απομακρύνεται, εφόσον χρειάζεται, ο εκπαιδευτικός από την κατάσταση έντασης. Να ενημερώνονται οι αρμόδιες υπηρεσίες. Να διερευνάται τι συνέβη. Να αποδίδονται ευθύνες, εάν υπάρχουν. Να παρέχεται υποστήριξη τόσο στα παιδιά όσο και στον ίδιο τον εκπαιδευτικό.
Αυτό ακριβώς σημαίνει οργανωμένη κοινωνία: ότι ακόμη και στις πιο φορτισμένες στιγμές δεν αντικαθιστούμε τους θεσμούς με τις γροθιές μας.
Η οργή ενός γονέα που θεωρεί ότι το παιδί του κακομεταχειρίστηκε είναι ανθρώπινα κατανοητή. Η σωματική βία, όμως, δεν αποτελεί προέκταση αυτής της αγωνίας ούτε αποδεκτό τρόπο προστασίας του παιδιού. Είναι μια νέα πράξη βίας.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση. Πώς διδάσκουμε στα παιδιά ότι οι συγκρούσεις λύνονται με διάλογο, κανόνες και θεσμούς, όταν οι ενήλικοι γύρω τους απαντούν στην επιθετικότητα με περισσότερη επιθετικότητα;
Τι μαθαίνει ένα παιδί όταν βλέπει έναν ενήλικο να φωνάζει και άλλους ενηλίκους να απαντούν χτυπώντας; Ότι επικρατεί εκείνος που φωνάζει δυνατότερα; Ότι το δίκιο αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν συνοδεύεται από βία; Ότι, όταν θεωρούμε πως κάποιος έχει άδικο, δικαιούμαστε να τον τιμωρήσουμε μόνοι μας;

Η αυτοδικία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη ακριβώς επειδή συχνά μεταμφιέζεται σε «δικαιολογημένη αγανάκτηση». Όμως μια δημοκρατική κοινωνία δοκιμάζεται περισσότερο όταν οι πολίτες είναι θυμωμένοι. Τότε αποδεικνύεται αν πραγματικά εμπιστευόμαστε τους θεσμούς ή αν τους αναγνωρίζουμε μόνο όσο συμφωνούμε με αυτούς.

Υπάρχει, βέβαια, και μια δεύτερη πλευρά που δεν πρέπει να αγνοηθεί: για να απαιτεί μια πολιτεία από τους πολίτες να εμπιστεύονται τους θεσμούς της, οι θεσμοί πρέπει να λειτουργούν. Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν πού μπορούν να απευθυνθούν, ποιος θα τους ακούσει, ποιος θα προστατεύσει άμεσα το παιδί τους και ποιος θα διερευνήσει μια σοβαρή καταγγελία χωρίς συγκάλυψη, καθυστέρηση ή συντεχνιακή λογική.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι ούτε «οι εκπαιδευτικοί έχουν πάντα δίκιο» ούτε «ο γονιός που υπερασπίζεται το παιδί του δικαιολογείται να κάνει τα πάντα».

Καμία από τις δύο αντιλήψεις δεν έχει θέση σε ένα σύγχρονο σχολείο. Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που προστατεύει πρώτα το παιδί, αλλά δεν εγκαταλείπει τον εκπαιδευτικό. Που εντοπίζει εγκαίρως την επαγγελματική εξουθένωση και τις κρίσεις πριν αυτές μεταφερθούν στην τάξη. Που διαθέτει σαφή πρωτόκολλα αντιμετώπισης περιστατικών έντασης. Που ακούει πραγματικά τους γονείς. Που διερευνά τις καταγγελίες με ταχύτητα και διαφάνεια. Και που δεν επιτρέπει σε κανέναν —εκπαιδευτικό, γονέα ή οποιονδήποτε άλλο— να θεωρεί ότι βρίσκεται πάνω από τους κανόνες.

Γιατί τελικά το συγκεκριμένο περιστατικό δεν αφορά μόνο μια διευθύντρια και κάποιους γονείς. Μας αφορά όλους. Αφορά ένα εκπαιδευτικό σύστημα που πρέπει να μάθει να προλαμβάνει αντί να παρεμβαίνει μόνο μετά την έκρηξη. Αφορά μια κοινωνία που χρειάζεται να ξαναμάθει ότι άλλο πράγμα είναι η αγανάκτηση και άλλο η αυτοδικία. Και, πάνω απ’ όλα, αφορά τα παιδιά που παρακολουθούν τους ενηλίκους και μέσα από τη συμπεριφορά μας μαθαίνουν τι σημαίνουν λέξεις όπως «όριο», «ευθύνη», «δικαιοσύνη» και «σεβασμός».

Αν θέλουμε πραγματικά να προστατεύσουμε τα παιδιά, δεν αρκεί να τους λέμε ότι η βία δεν είναι λύση. Πρέπει να τους το αποδεικνύουμε όταν εμείς οι ίδιοι θυμώνουμε.
Γιατί το σχολείο δε διδάσκει μόνο μέσα από τα βιβλία του. Και η κοινωνία δε διαπαιδαγωγεί μόνο μέσα από τους νόμους της. Τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως παρατηρώντας τι κάνουν οι ενήλικοι, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.


ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/1AkKBVXLC9/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.