25 Μαρτίου 2026

Σ' αυτούς, τους πολύ λίγους μεγάλους ποιητές, ανήκει δικαιωματικά ο Οδυσσέας Ελύτης.

Του Κώστα Κουτσουρέλη 

Αν το ατομικό τάλαντο είναι το θεμέλιο κάθε καλλιτεχνικού επιτεύγματος, η φιλοπονία είναι όλο το υπόλοιπο κτήριο. Στο γράψιμο ένα 5% είναι δωρεά, έλεγε θυμόσοφα ο Ουμπέρτο Έκο, το 95% είναι ιδρώτας. Χωρίς επίμονη και αδιάκοπη εργασία, και το μεγαλύτερο χάρισμα σπαταλιέται. 

Και πάλι ωστόσο, τα δυο αυτά (ταλέντο + εργατικότητα) από μόνα τους δεν επαρκούν. Πάμπολλοι χαρισματικοί και φίλεργοι πέρασαν και παρήλθαν χωρίς το αποτύπωμα που περίμενε κανείς από εκείνους αρχικά. Το έργο που άφησαν μπορεί να ήταν πληθωρικό, όμως υπήρξε σπασμωδικό, ασύντακτο, εσωτερικά ασπόνδυλο. Χρειάζεται επιπλέον αυτό που ο Σολωμός αποκαλεί «υποταγή εις το νόημα της τέχνης». Η στοίχιση δηλαδή του ταλέντου και της εργασίας πίσω από έναν υπέρτερο σκοπό, η αφοσίωση σε ένα σχέδιο υπερπροσωπικό. Το κτίσμα μας εκτός από θεμελιωτές και οικοδόμους έχει ανάγκη και από αρχιτέκτονα.

Στον ελληνικό 20ό αιώνα, ίσως η πιο συγκινητική περίπτωση τέτοιας αφοσίωσης "εις το νόημα της τέχνης" ήταν εκείνη του Οδυσσέα Ελύτη. Προικισμένος με το πιο εκθαμβωτικό τάλαντο που είδαν ποτέ τα γράμματά μας και γητεμένος αρχικά από τον άκρατο ατομοκεντρισμό του μεσοπολεμικού μοντερνισμού, ο Ελύτης βρέθηκε στον Μεταπόλεμο ενώπιον του κενού. Τα πρώτα εκφραστικά του μέσα, εκείνα των Προσανατολισμών και του Ήλιου του Πρώτου, δεν αρκούσαν για να δώσουν φωνή στις συγκλονιστικές εμπειρίες του Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης. Καμιά από τις τρεις απόπειρές του να συμβιβάσει το προσωποπαγές νεωτερικό ιδίωμα και το συλλογικό βάρος της ιστορίας, δεν απέδωσε: Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο, Η καλοσύνη στις λυκοποριές, Αλβανιάδα - και τα τρία αυτά έργα ουσιωδώς αστοχούσαν. Εξού και στην πράξη παραμερίστηκαν ή και αποκηρύχθηκαν όλως διόλου.

Από το 1946, χρονιά έκδοσης του Άσματος, ώς το 1959, όταν τυπώνεται το Άξιον Εστί, ο Ελύτης χρειάστηκε σχεδόν 15 χρόνια εκφραστικού αγώνα, δεκαπέντε χρόνια εκδοτικής αποχής, δεκαπέντε χρόνια ουσιαστικής σιωπής. Και διόλου τυχαία, ο αγώνας αυτός ευοδώθηκε όταν το προσωπικό ταλέντο και η ατομική προσπάθεια ήρθαν να συναντηθούν "εις το νόημα της τέχνης": εν προκειμένω στην μεγαλοπρέπεια μιας κατορθωμένης μορφής αρχιτεκτονημένης πάνω στο έδαφος της ιστορικής παράδοσης. 

Από πολλές πλευρές, το Άξιον Εστί είναι το πλέον πολύπλοκο και αυστηρά δομημένο έργο του ελληνικού, ίσως και του ευρωπαϊκού φορμαλισμού. Κορυφαία στιγμή και του ίδιου και γενικά της μεταπολεμικής μας ποιήσης, αντικατοπτρίζει την πεποίθηση του δημιουργού του ότι:

«είναι δυνατόν η μοντέρνα εμπειρία να περάσει στην κλασική της περίοδο, όχι με την επιστροφή της στους περιορισμούς των παλαιών, αλλά με τη δημιουργία νέων περιορισμών, που θέτει ο ίδιος ο ποιητής για να τους υπερνικήσει και να επιτύχει έτσι, ακόμη μια φορά, ένα στερεό οικοδόμημα.»

Βέβαια, πολλοί από τους “νέους περιορισμούς” που εισηγείται ο Ελύτης, στην πραγματικότητα δεν είναι νέοι, αλλά αναβίωση παλαιών μορφών της παράδοσης. Η ωδή η΄των "Παθών", λ.χ, βασίζεται στο περίφημο εγκώμιο “Αι γενεαί πάσαι” της Μεγάλης Παρασκευής, μπορεί δε να ψαλλεί κατά τον ίδιο τρόπο, τα "αναγνώσματα" αναχωνεύουν το σολωμικό και το μακρυγιαννικό παράδειγμα της λαϊκότροπης πρόζας, το Δοξαστικόν ριζώνει κι αυτό στα βυζαντινά μεγαλυνάρια, η "Γένεσις" μνημονεύει τη βιβλική παράδοση κ.ο.κ.   

Έργα σαν το Άξιον Εστί επιβεβαιώνουν τη διάγνωση του Τ. Σ. Έλιοτ: «Οι πολύ μεγάλοι ποιητές, που είναι πολύ λίγοι, είχαν όλοι να πουν κάτι που μπορεί να ειπωθεί μόνο σ' ένα εκτενές ποίημα». Σ' αυτούς, τους πολύ λίγους, ανήκει δικαιωματικά ο Οδυσσέας Ελύτης.

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/1Xd2SDZVr2/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.