*
Εισαγωγή-Επιμέλεια κειμένων:
Παναγιώτης Χαχής
Σε συνέχεια παλαιότερων δημοσιεύσεων του Νέου Πλανόδιου, στη σειρά «Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη», θα άξιζε νομίζω να προστεθεί, ανασυρμένη από την κειμενική λήθη, μια ανεντόπιστη από τις δύο ―απ’ όσο ξέρω― ως τώρα μεταφραστικές αποδόσεις ευαγγελικών κειμένων στη νέα ελληνική από τον ποιητή Νίκο Καρούζο. Τον εντοπισμό της τον οφείλω στον φίλο και συνεργάτη σε μια πολύχρονη έρευνα γύρω από τον Καρούζο, Χρήστο Νάτση, τον οποίο ευχαριστώ θερμά.
Έχει προηγηθεί την άνοιξη του 1965 η απόδοση στα νέα ελληνικά του έβδομου λόγου του Συμεών του νέου Θεολόγου στο τεύχος 33 του πρωτοποριακού για τα θεολογικά γράμματα της εποχής περιοδικού Σύνορο. Σε προηγούμενο τεύχος της Εποπτείας (τ. 15), η απόδοση ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού. Εκεί, όπως σημείωσε εύστοχα ο Ηλίας Μαλεβίτης σε προηγούμενη δημοσίευση των ανωτέρω στο Νέο Πλανόδιον, περιλαμβάνονται «Αποσπάσματα του δημοσιευόμενου μεταφράσματος, και άλλων μεγαλοβδομαδιάτικων ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού, διαβάστηκαν απ’ τον ηθοποιό Πέτρο Φυσσούν στις 9 Απριλίου τούτης της χρονιάς, Μεγάλο Σάββατο, σε σχετική με τον υμνογράφο γιορταστική εκπομπή της ΕΡΤ».
Ακολουθεί στο τεύχος 20 (Μάρτιος 1978) της Εποπτείας ένα απάνθισμα μεταφρασμάτων από το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, τα κατά Λουκάν, Ματθαίον, Ιωάννην ευαγγέλια και τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας[1], με τίτλο «Fragmenta για τη Μάνα του Χριστού».
Στο τεύχος 29 (Δεκέμβριος 1978) της Εποπτείας ο Καρούζος επιστρέφει στο θέμα του θείου πάθους, στις μεταφράσεις που παραθέτουμε εδώ. Για την απόδοσή τους, (σε ένα «ελεύθερο σχεδίασμα» όπως περιέγραφε ο ίδιος την εργασία του το 1965 στο Σύνορο), επιλέγει μια λαϊκή, δημώδη γλώσσα, διανθισμένη με στοιχεία προφορικότητας. Όπως ίσως θα περιέγραφαν τα γεγονότα της σταύρωσης απλοί άνθρωποι του λαού στην καθημερινή τους γλώσσα ― όπως ακριβώς και οι πρώτοι μαθητές του Ιησού. Πιθανόν επίσης να είχε κατά νου κάποια παλαιότερη λαϊκή φυλλάδα με κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου. Μια γλώσσα έρρυθμη ―που δεν την συναντούμε αλλού στο έργο του― με βαθύ αποτύπωμα ωστόσο της ιδιοσυγκρασίας του ποιητή. Η αρχική δημοσίευση είχε γίνει στο πολυτονικό σύστημα, εδώ όμως, σεβόμενοι τις μετέπειτα επιλογές στις εκδόσεις των έργων του, χρησιμοποιήθηκε το μονοτονικό.
Ξεκινώντας από τον τίτλο των μεταφράσεων: «Η φωνή του Ραββί μες στο σκοτάδι», έχουμε ένα ασφαλή δείκτη πορείας στην επιλογή των ευαγγελικών αποσπασμάτων. Επιλέγοντας την περιγραφή της σταύρωσης από τους ευαγγελιστές Λουκά, Ματθαίο και Ιωάννη, ο Καρούζος επικεντρώνεται στην περιγραφή των τελευταίων ωρών του Ιησού στον σταυρό και συνακόλουθα στην ταφή του. Ας ακούσουμε μαζί του τη φωνή του Ραββί:
« η γη ολάκερη κατασκεπάστηκε από σκοτάδι. Και γύρωθε στις εννέα η ώρα έβγαλε μέσα απ’ τα βάθια του ο Ιησούς ένα σκούξιμο ανείπωτα τρομαχτικό φωνάζοντας: Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί; ― με άλλα λόγια, Θεέ μου, Θεέ μου, ποιος ναν ο λόγος όπου μ’ εγκατέλειψες;»
«Τότε ο Ιησούς έπειτα από ένα δεύτερο αβυσσαλέο σκούξιμο άφηκε την ψυχή του να πετάξει».
«Και ήταν περίπου έξι η ώρα και σκοτάδι κατάμαυρο απλώθηκε σε ολάκερη τη γη, όπου εβάσταξε μέχρι τις εννέα η ώρα γιατί εχάθη ο ήλιος, από κείνονε τον ανοιξιάτικο ουρανό, και του ναού το πολυτίμητο καταπέτασμα εκομματιάστηκε στη μέση. Κι ο Ιησούς τα σωθικά του με μια θεόρατη κουρελιάζοντας οδυνηρή κραυγή εφώναξε ετούτες τις λέξεις: αχ, πατέρα, στα χέρια σου το πνεύμα μου παραδίνω. Και λέγοντας αυτά τα λόγια εξεψύχησε»
«Κι αφού απ’ του σταυρού το ύψος το εκατέβασε, το εσαβάνωσε με ένα σεντόνι και το απόθεσε ευλαβικά σε μνήμα όπου ήτανε σκαμμένο στο βράχο»
Σκαμμένος μέσα στον βράχο του ο Καρούζος, παραστέκει, ακούει και (κατα)γράφει αλλού:
Τετέλεσται· ο μέγας παρακείμενος του κόσμου.
Μιλώ από ένα υπόγειο· μιλώ απ’ το υπερώο
της Ελλάδας.
Προφανώς, η απόδοση των πρωτοτύπων γίνεται με την αναγκαία εκείνη ποιητική ελευθερία, που δεν αποσκοπεί στην ακρίβεια του γράμματος, αλλά του ―κατά Καρούζου― πνεύματος. Είναι συγκινητικές, οι εμβόλιμες δικές του λεκτικές εικόνες, όπως:
«γνωρίζοντας ο Ιησούς απ’ το θεόγυμνο και τρυφερώτατο ύψος όπου εβρισκότανε πως είχαν όλα πια του κύκλου πάρει την τελείωση, λέει, για ν’ αληθέψουν έτσι ολότελα τα προφητεμένα: διψώ».
«και παρευθύς έτρεξε αίμα απ’ το πλήγωμα και νερό καθάριο ωσάν από ψηλή πηγούλα, πράμα παράξενο για πεθαμένο».
Μοιάζει, ο ποιητής στο δικό του σκοτάδι, στο ημιυπόγειο του, να ακούει κατάστηθα, βαθιά στα δικά του σωθικά, την τρομερή κραυγή του Ιησού. Από το δικό του θεόγυμνο και τρυφερώτατο ύψους του δικού του σταυρού. Συνηχεί ίσως με την δική του, σιωπηλή, φωνή/κραυγή προς τον Θεό πατέρα: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;». Δεν είναι νομίζω χωρίς σημασία, ότι οι επιλεγόμενες περικοπές σταματούν με την ταφή. Δεν προχωρά στην περιγραφή της Ανάστασης. Ακόμα και για την κατανοητή λέξη «σώμα» του Ιησού, επιλέγει την απόδοσή της με σώμα με τη λέξη πτώμα. Έχω την αίσθηση, όχι τυχαία. Τη μοναδική φορά που θα χρησιμοποιήσει τη λέξη «σώμα», θα την συνοδεύσει με το τρυφερά ανθρώπινο «κορμάκι»:
«Το λοιπόν ήρθε και επήρε το σώμα του Ιησού, εκείνο το ουράνιο κορμάκι». Το «κορμάκι» εκείνο που συνηχεί με το λίγο πιο πάνω «στηθάκι»: «θα ν’ αντικρύσουν εκείνονε όπου με λόγχη του ετρύπησαν το στηθάκι». Και ξέρουμε τη σχέση του Καρούζου με το στήθος.
Στα πρόθυρα ωστόσο της Ανάστασης, ο Καρούζος στέκει δίπλα στις «γραμμένες προφητείες» και μαρτυρεί με τον τρόπο του για την μαρτυρία –των αισθήσεων- του ηγαπημένου Ιωάννη:
Στα πρόθυρα ωστόσο της Ανάστασης, ο Καρούζος στέκει δίπλα στις «γραμμένες προφητείες» και μαρτυρεί με τον τρόπο του για την μαρτυρία –των αισθήσεων- του ηγαπημένου Ιωάννη:
«Και εκείνος οπού του εδόθηκε να αντικρύσει αυτό το θαυμάσιο σημάδι τόχει με δέος ιερό μαρτυρημένο και η μαρτυρία του είν’ απόλυτα αληθινή. Και είν’ εκείνος όπου γνωρίζει πως λέει ολάκερη την απ’ το σώμα αναβλύζουσα του Ιησού ορμητικήν αλήθεια, ώστε και εσείς στην πίστη να χυμήξετε. Γιατί ετούτα όλα εγίνηκαν με σκοπό να αληθέψει η γραμμένη προφητεία: όχι, κανένα δε θα συντριφτεί απ’ τα δικά του κόκκαλα». Παραστέκει λοιπόν, στο βασίλεμα του ήλιου, αυτόπτης των δικών του εικόνων και καταγράφει. Και ως άλλος Πιλάτος ίσως, μας λέει: «πάει τώρα… ό,τι έγραψα, έγραψα».
Έχουν ιδιαίτερη σημασία, τα άλλα πρόσωπα του δράματος, που κατά την κρίση μου ενδιαφέρουν πιο προσωπικά τον ίδιο τον ποιητή. Κατά πρώτον, οι γυναίκες μαθήτριες ―με κυρίαρχο το όνομα «Μαρία»―, που έχουν ακολουθήσει για χρόνια τον Ιησού. Ύστερα ο κρυφός μαθητής Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, «όπου είχε και αυτός κοντά στον Ιησού μαθητέψει», ο οποίος θα αναλάβει την ταφή του Δασκάλου στον τάφο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του. Τέλος, σε ένα παράλληλο πλάνο των στιγμιότυπων που παρακολουθούμε εδώ, οι δύο ληστές. Ο ένας, -αυτός που ανήκει ακόμα στους εχθρούς του
Έχουν ιδιαίτερη σημασία, τα άλλα πρόσωπα του δράματος, που κατά την κρίση μου ενδιαφέρουν πιο προσωπικά τον ίδιο τον ποιητή. Κατά πρώτον, οι γυναίκες μαθήτριες ―με κυρίαρχο το όνομα «Μαρία»―, που έχουν ακολουθήσει για χρόνια τον Ιησού. Ύστερα ο κρυφός μαθητής Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, «όπου είχε και αυτός κοντά στον Ιησού μαθητέψει», ο οποίος θα αναλάβει την ταφή του Δασκάλου στον τάφο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του. Τέλος, σε ένα παράλληλο πλάνο των στιγμιότυπων που παρακολουθούμε εδώ, οι δύο ληστές. Ο ένας, -αυτός που ανήκει ακόμα στους εχθρούς του
«τον εβλαστήμαε λέγοντας: αν είσαι όπως λες ο Χριστός, τότε σώσε τον εαυτούλη σου και εμάς εδώ πάνου» (εδώ πάνω ή εδώ κάτω άραγε, στο υπόγειο μαζί με τον ποιητή;). Ο δεύτερος ληστής, ο «φουκαριάρης» που ομολογεί στον Ιησού: «μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έρθεις στη δική σου βασιλεία.».
Άραγε, μαζί με την ανάμνηση της πρώτης λύτρωσης του ποιητή, να ένιωθε τον Ιησού να δροσίζει το μέτωπό του ως γλυκύτατη αύρα;
Επιστρέφει λοιπόν ο Καρούζος στις ώρες του Πάθους και της ταφής, κι αφού ακούσει την φωνή –και όχι την κραυγή- του Ιησού, επιστρέφει, μαζί με «όλα τα πλήθη όπου ήτανε μαζεμένα και εχάζευαν εκεί πέρα τη σταύρωση, βλέποντας τα όσα ήτανε γινωμένα». Επιστρέφει «από δέος και κατάπληξη χτυπώντας» το Στήθος του, αφηγούμενος με τη σειρά του, σκεπτικός ευαγγελιστής του σήμερα, τη Φωνή που άκουσε.
*
*
///
Πηγή: «Η φωνή του Ραββί μες στο σκοτάδι», Επιλογή – Μετάφραση Ν. Καρούζος, Εποπτεία, τχ, 29, Δεκέμβριος 1978, σελ. 951-955.
[1] Πιθανόν από την έκδοση Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επιμ. Ματθαίου Λαγγή.
~.~.
ΠΗΓΗ:https://neoplanodion.gr/2025/01/22/o-karouzos-metaphrastes-ton-euaggelion/?fbclid=IwY2xjawH9nK9leHRuA2FlbQIxMQABHU5Zpz3rPDfQdWI0ojvUZ3jT0wlllNHClUMPgPRnGOBdM67XJ-ywykNjGg_aem_SCjuDVaQlm9h7MViFiLXaA
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
Επιστρέφει λοιπόν ο Καρούζος στις ώρες του Πάθους και της ταφής, κι αφού ακούσει την φωνή –και όχι την κραυγή- του Ιησού, επιστρέφει, μαζί με «όλα τα πλήθη όπου ήτανε μαζεμένα και εχάζευαν εκεί πέρα τη σταύρωση, βλέποντας τα όσα ήτανε γινωμένα». Επιστρέφει «από δέος και κατάπληξη χτυπώντας» το Στήθος του, αφηγούμενος με τη σειρά του, σκεπτικός ευαγγελιστής του σήμερα, τη Φωνή που άκουσε.
Αντί Υστερόγραφου
Τη δημοσίευση στην Εποπτεία εικονογραφούν «σχέδια αγιορειτών από τους Αθωνικούς Διαλόγους» όπως σημειώνεται σχετικά στη σ. 1032. Το ένα εξ αυτών το παραθέτω εδώ. Περιλαμβάνεται σε αρκετά τεύχη, ενδεικτικά αναφέρω το τεύχος 41-42, Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 1976, σ. 25. Τα αρχικά Ρ. Κ. στα αριστερά της εικόνας αντιστοιχούν στον σημαντικό ζωγράφο και αγιογράφο Ράλλη Κοψίδη, έργα του οποίου κοσμούν αρκετά τεύχη των Αθωνικών Διαλόγων της εποχής. Η επιλογή ενός συνήθους μοτίβου, αυτό του πενθούντος μοναχού, στο σκοτάδι της σπηλιάς-ερημητηρίου (Εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης) καταυγαζόμενος από το άκτιστο φως ενός σκοτεινού ήλιου επάνω δεξιά, υπογραμμίζει ―ίσως μυστικά― με τον καλύτερο τρόπο τον Νίκο Καρούζο…*
*
Κατά Ματθαίον κζ΄ 45-66
Κι απ’ τις έξι, όπου ήτανε καταμεσήμερο, μέχρι τις εννέα η ώρα, όπου ήτανε τρεις το απόγεμα, η γη ολάκερη κατασκεπάστηκε από σκοτάδι. Και γύρωθε στις εννέα η ώρα έβγαλε μέσα απ’ τα βάθια του ο Ιησούς ένα σκούξιμο ανείπωτα τρομαχτικό φωνάζοντας: Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί; – μ’ άλλα λόγια, Θεέ μου, Θεέ μου, ποιός ναν ο λόγος όπου μ’ εγκατέλειψες; Ορισμένοι μάλιστα από εκείνους όπου εστέκονταν εκεί πέρα ελέγασι παρερμηνεύοντας: τον Ηλία ετούτος φωνάζει. Και ένας παρευθύς από δαύτους επήρε τρεχάμενος ένα σπόγγο, όπου αφού τον εγιόμισε με ξείδι, κι αρμόζοντάς τονε σε ένα καλάμι, τον επότιζε με δαύτονε. Και ελέγασι οι επίλοιποι: άντε να ιδούμε λοιπόν αν ο Ηλίας θε νάρθει για ναν τονέ σώσει. Τότε ο Ιησούς έπειτα από ένα δεύτερο αβυσσαλέο σκούξιμο άφηκε την ψυχή του να πετάξει. Και εκεί στο μέγιστο του θείου πάθους ιδού το πολυτίμητο του ιερού αδύτου καταπέτασμα όπου εξεσχίστηκε στα δύο από απάνω μέχρι κάτω, και η γη με σεισμική δόνηση εσείστηκε και εσχιστήκασι οι πέτρες, και ανοίξασι τα μνήματα και σώματα πολλά των πεθαμένων αγίων αναστηθήκασι, και βγαίνοντας μέσα απ’ τα μνήματα, μετά του Ιησού την έγερση, στην αγιασμένη εμπήκασι πόλη και σε πολλούς εδείξασι τη ζωντάνια τους. Ο δε εκατόνταρχος και οι στρατιώτες όπου ήτανε μαζί του και εφρουρούσαν εκεί πέρα τον Ιησού, βλέποντας το σεισμό και τα άλλα τρομερά πράματα, συνεπάρθηκαν από φόβο απερίγραφτο λέγοντας: αληθινά λοιπόν ετούτος ήτανε γυιός του θείου πνεύματος. Και ήτανε εκεί και πολλές γυναίκες, οπού τα έβλεπαν από μακριά όλα ετούτα τα απίστευτα, εκείνες οι γυναίκες όπου εσυνόδευαν απ’ τη Γαλιλαία τον Ιησού υπηρετώντας τον. Αναμετάξυ τους ήτανε η Μαρία η Μαγδαληνή, και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των υιών του Ζεβεδαίου. Κι όπως έπεσε πια το σούρουπο ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος απ’ την Αριμαθαία με το όνομα Ιωσήφ, όπου είχε και αυτός κοντά στον Ιησού μαθητέψει. Το λοιπόν ο άνθρωπος αυτός επαρουσιάστηκε στον Πιλάτο και εζήτησε το πτώμα του Ιησού. Τότε έδωκε διαταγή ναν του δοθεί το πτώμα ο Πιλάτος. Και παίρνοντας το πτώμα ο Ιωσήφ το επεριτύλιξε σε ένα πεντακάθαρο σεντόνι και το απόθεσε ευλαβικά στο νεόδμητο μνημούρι του, όπου το είχε λαξέψει στο βράχο κι όπου αφού εκύλισε ένα μεγάλο λιθάρι στου μνημείου εμπροστά την είσοδο επήρε το δρόμο και αποχώρησε. Και ήτανε πηγαιμένες εκεί πέρα η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, όπου εστέκονταν απέναντι στον τάφο. Και την επόμενη ημέρα, όπου ήτανε της Παρασκευής η αυριανή, δηλαδή το Σάββατο, εσυνάχτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι και επήγασι στον Πιλάτο λέγοντας: Εξοχώτατε, εθυμηθήκαμε πως ενόσω ακόμη εβρισκότανε στη ζωή εκείνος ο λαοπλάνος είχε ξεστομίσει μια κουβέντα, πως ―τάχατες― ύστερα από τρεις ημέρες εγώ θε νάχω αναστηθεί. Το λοιπόν διάταξε για να ασφαλιστεί πρεπούμενα ο τάφος μέχρι και την τρίτη ημέρα, μήπως πηγαίνοντας νύχτα οι μαθητάδες του τονε κλέψουσι και διαλαλήσουν έπειτα στο λαουτζίκο πως αναστήθηκε ανάμεσα στους αποθαμένους. Και θάναι χειρότερη από την πρώτη η έσχατη ετούτη πλάνη. Και είπε σε δαύτους ο Πιλάτος: έχετε στη διάθεσή σας κουστωδία γι’ αυτό το ζήτημα· πηγαίνετε στον τάφο και ασφαλίστε τον όπως εσείς νομίζετε καλύτερα. Και εκείνοι επήγασι και, βάζοντας απάνω στο μεγάλο λιθάρι, όπου έκλεινε την είσοδο, σφραγίδες για σημάδια, ασφάλισαν πρεπούμενα τον τάφο μαζί με όλη την κουστωδία.
///
Κατά Λουκάν κγ΄ 39-κδ΄ 1
Τότε ο ένας απ’ τους εσταυρωμένους κακούργος τον εβλαστήμαε λέγοντας: αν είσαι όπως λες ο Χριστός, τότε σώσε τον εαυτούλη σου και εμάς εδώ πάνου. Κι αποκρισάμενος ο άλλος τον επιτίμησε λέγοντας: βρε κακομοίρη, δε φοβάσαι το Θεό, όπου μαζί μ’ αυτόνε τον αθώο άνθρωπο την ίδια κι εσύ καταδίκη υποφέρεις; Και καλά εμείς – τα θέλαμε και τα πάθαμε. Μα όμως ετούτος δεν έπραξε τίποτα το άσκημο. Και έλεγε ο φουκαριάρης στον Ιησού: μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έρθεις στη δική σου τη βασιλεία. Και είπε σ’ αυτόνε ο Ιησούς: πραγματικά σου λέω, πως μαζί με εμένα σήμερα θα βρίσκεσαι στον παράδεισο. Και ήτανε περίπου έξι η ώρα και σκοτάδι κατάμαυρο απλώθηκε σε ολάκερη τη γη, όπου εβάσταξε μέχρι τις εννέα η ώρα γιατί εχάθη ο ήλιος, από κείνονε τον ανοιξιάτικο ουρανό, και του ναού το πολυτίμητο καταπέτασμα εκομματιάστηκε στη μέση. Κι ο Ιησούς τα σωθικά του με μια θεόρατη κουρελιάζοντας οδυνηρή κραυγή εφώναξε ετούτες τις λέξεις: αχ, πατέρα, στα χέρια σου το πνεύμα μου παραδίνω. Και λέγοντας αυτά τα λόγια εξεψύχησε. Και βλέποντας ο εκατόνταρχος τα τόσο συγκλονιστικά ετούτα πράματα, όπου έγιναν έτσι εμπροστά του, το θεϊκό μυστήριο εδόξασε λέγοντας: ο άνθρωπος αυτός ήτανε πράγματι δίκαιος. Κι όλα τα πλήθη όπου ήτανε μαζεμένα και εχάζευαν εκεί πέρα τη σταύρωση, βλέποντας τα όσα ήτανε γινωμένα, επέστρεφαν από δέος και κατάπληξη χτυπώντας τα στήθη τους. Και εστέκονταν όλοι οι γνωστοί του Ιησού από μακριά, μαζί με δαύτους και οι γυναίκες όπου όλες τους τον ακολούθαγαν απ’ τη Γαλιλαία, παρατηρώντας τα συμβαίνοντα. Και ιδού εμφανίζεται ένας άνθρωπος, όπου ήτανε βουλευτής και άνθρωπος αγαθός όσο και δίκαιος. Το λοιπόν αυτός Ιωσήφ ελεγότανε, καταγόμενος απ’ την πόλη των Ιουδαίων Αριμαθαία, και ωσάν βουλευτής είχε ο μαύρος με την απόφαση του Συνεδρίου για τον Ιησού και με τη σταύρωση διαφωνήσει, όπου κι αυτός είχε πιστέψει απ’ τα φυλλοκάρδια του στο κήρυγμα για τη θεϊκιά βασιλεία. Ετούτος ο θεοφοβούμενος άνθρωπος επαρουσιάστηκε στον Πιλάτο και εζήτησε το πτώμα του Ιησού. Κι αφού απ’ του σταυρού το ύψος το εκατέβασε, το εσαβάνωσε με ένα σεντόνι και το απόθεσε ευλαβικά σε μνήμα όπου ήτανε σκαμμένο στο βράχο κι όπου κανέναν ως τα τότε δεν τον είχαν ενταφιάσει. Και ήτανε εκείνη την ημέρα Παρασκευή προς το βασίλεμα του ήλιου, πλησιάζοντας το Σάββατο. Και οι γυναίκες όπου είχαν απ’ τη Γαλιλαία έρθει μαζί με τον Ιησού, με προσοχή μεγάλη, πηγαίνοντας από πίσω, είδασι το μνημείο και το πώς το σώμα του εθάφτηκε. Και επιστρέφοντας στην πόλη πριχού ακόμη να βασιλέψει ο ήλιος, ετοίμασαν αρώματα και άλλα για τον τάφο μυρωδικά. Και μεν το Σάββατο δεν επράξασι τίποτα, σύμφωνα με την εντολή του θρησκευτικού τους νόμου για ησυχία και ανάπαυση. Αλλά την πρώτη ημέρα της εβδομάδας όπου έμπαινε επήγασι απ’ τα βαθιά χαράματα στο μνήμα οι γυναίκες, με τα αρώματα όπου είχαν ετοιμάσει, και ήτανε μαζί με δαύτες και μερικές άλλες.
///
Κατά Ιωάννην ιθ΄ 17-42
Και τον επήραν τον Ιησού και ζαλωμένο τον επήγασι με του σταυρού το μέγα βάρος εκείθε στο λεγόμενο κρανίου τόπο που τονέ λένε στα εβραίικα Γολγοθά, όπου και σταύρωσαν αυτόν ανάμεσα σε άλλους δυο, όπου κι αυτοί μαζί του εσταυρώθηκαν. Έγραψε μάλιστα ο Πιλάτος και επιγραφή, όπου την έβαλε απάνω στο κορφοσταύρι κι όπου ήτανε αναγραμμένο: Ιησούς ο Ναζωραίος ο βασιλέας των Ιουδαίων. Αυτή λοιπόν η επιγραφή εδιαβάστηκε από πολλούς Ιουδαίους και τούτο γιατί εβρισκότανε κοντά στην πόλη ο τόπος όπου εσταυρώθηκε ο Ιησούς. Και ήτανε τα λόγια της επιγραφής αναγραμμένα εβραϊκά, ελληνικά και ρωμαϊκά. Το λοιπόν οι αρχιερείς των Ιουδαίων, ενοχλημένοι μ’ αυτήνε την επιγραφή όπου έλεγε: ο βασιλέας των Ιουδαίων, ελέγασι στον Πιλάτο ναν τη διορθώσει σε εκείνο που ο Ιησούς είπε ― δηλαδή: βασιλέας είμαι των Ιουδαίων, μα ο Πιλάτος τους αποκρίθηκε: πάει τώρα… ό,τι έγραψα, έγραψα. Οι στρατιώτες λοιπόν όταν τον εσταυρώσασι τον Ιησού, τότενες του επήραν τα ιμάτια και τα έκαναν τέσσερα μερίδια, ένα μερίδιο για τον κάθε στρατιώτη, και του επήραν και το εσώρουχό του, το χιτώνα· ήτανε μάλιστα δίχως ράμματα ο χιτώνας αυτός, μονοκόμματα υφασμένος. Και είπαν αναμετάξυ τους οι στρατιώτες: ας μην τον κομματιάσουμε τούτονε το χιτώνα, μα ας τον βάλουμε στο λότο και σ’ όποιονε πέσει. Σε εκπλήρωση της γραμμένης προφητείας όπου λέει: εμοιραστήκασι τα ιμάτιά μου αναμετάξυ τους και το χιτώνα μου, το εσώρουχο, τον εβάλασι στο λότο. Και οι μεν στρατιώτες αυτά επράξασι, η δε μητέρα του Ιησού και η αδελφή της, η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά και η Μαρία η Μαγδαληνή, εσταθήκασι απόκοντα στο σταυρό του Ιησού. Τότε λοιπόν ο Ιησούς αντικρύζοντας τη μητέρα του και το μαθητή, οπού με ξέχωρην αγάπη τον αγαπούσε, να στέκει και εκείνος εκειδά στο πλάι, λέει προς τη μητέρα του: γυναίκα, ιδού τώρα πια ο γυιός σου, και έπειτα λέει προς το μαθητή: ιδού η μητέρα σου. Κι από εκείνη την ώρα την εμάζεψε στο σπίτι του ο μαθητής. Ύστερα από αυτό το περιστατικό γνωρίζοντας ο Ιησούς απ’ το θεόγυμνο και τρυφερώτατο ύψος όπου εβρισκότανε πως είχαν όλα πια του κύκλου πάρει την τελείωση, λέει, για ν’ αληθέψουν έτσι ολότελα τα προφητεμένα: διψώ. Και ήτανε κείθε-χάμω ένα δοχείο ξέχειλο με ξείδι, όπου εβούτηξαν ένα σφουγγάρι μέσα για να ρουφήξει το ξείδι και εφαρμόζοντάς το σε ένα κλωνάρι από ύσσωπο το έφεραν απόκοντα στο στόμα του. Κι ο Ιησούς όταν έλαβε το ξείδι εξεστόμισε τον τελευταίο του λόγο: τετέλεσται, και γέρνοντας το κεφάλι παράδωσε ελεύθερος το πνεύμα. Το λοιπόν οι Ιουδαίοι, επειδής ήτανε Παρασκευή και για να μην απομείνουν τα σώματα απάνω στο σταυρό ημέρα Σάββατο, όπου θα άρχιζε με το βασίλεμα του ηλίου κι όπου ήτανε μεγάλη ημέρα εκείνο το Σάββατο, γιατί έλαχε να συμπέφτει με την πρώτη ημέρα του Πάσχα, του εγύρεψαν του Πιλάτου να πάνε να σπάσουν οι στρατιώτες τα σκέλη των εσταυρωμένων, έτσι που να συντομέψει ο θάνατός τους και να μπορέσουν έπειτα ναν τους πάρουν από κει πριχού να βασιλέψει ο ήλιος και μιανθεί με σταυρώματα το Πάσχα. Ο Πιλάτος αυτό το αποδέχτηκε και τότε επήγασι οι στρατιώτες και εσύντριψαν τα σκέλη των κακούργων, όπου εσταυρωθήκασι μαζί με τον Ιησού. Ζυγώνοντας όμως στον Ιησού και βλέποντας πως αυτός ήτανε κιόλας πεθαμένος δεν τα έσπασαν και τα δικά του σκέλη, μα ένας απ’ τους στρατιώτες, καλού-κακού, του ετρύπησε με τη λόγχη τα πλευρά του και παρευθύς έτρεξε αίμα απ’ το πλήγωμα και νερό καθάριο ωσάν από ψηλή πηγούλα, πράμα παράξενο για πεθαμένο. Και εκείνος οπού του εδόθηκε να αντικρύσει αυτό το θαυμάσιο σημάδι τόχει με δέος ιερό μαρτυρημένο και η μαρτυρία του είν’ απόλυτα αληθινή. Και είν’ εκείνος όπου γνωρίζει πως λέει ολάκερη την απ’ το σώμα αναβλύζουσα του Ιησού ορμητικήν αλήθεια, ώστε και εσείς στην πίστη να χυμήξετε. Γιατί ετούτα όλα εγίνηκαν με σκοπό να αληθέψει η γραμμένη προφητεία: όχι, κανένα δε θα συντριφτεί απ’ τα δικά του κόκκαλα. Κι άλλη ακόμη γραμμένη προφητεία όπου λέει: θα ν’ αντικρύσουν εκείνονε όπου με λόγχη του ετρύπησαν το στηθάκι. Και ύστερα από όλα ετούτα ο Ιωσήφ όπου εκαταγότανε απ’ την Αριμαθαία κι όπου ήτανε κρυπτομαθητής του Ιησού κι αφανέρωτος εξαιτίας του φόβου όπου του επροκαλούσαν οι Ιουδαίοι επήγε ολόισα στον Πιλάτο με παρακάλια για ναν του επιτρέψει να πάρει το πτώμα του Ιησού. Και ο Πιλάτος του έδωκε την άδεια ναν το πάρει. Το λοιπόν ήρθε και επήρε το σώμα του Ιησού, εκείνο το ουράνιο κορμάκι. Και ήρθε μαζί με δαύτονε και ο Νικόδημος, όπου νύχτα είχε πάει για πρώτη φορά στον Ιησού, κομίζοντας άρωμα πολυτίμητο κι όπου ήταν μίγμα, γύρω στις εκατό λίτρες, από σμύρνα και αλόη. Το λοιπόν επήραν εκείνοι οι δυο τους το πτώμα του Ιησού και με λωρίδες από σεντόνια το ετυλίξασι ξεπλένοντάς το κι αλείφοντας με τα αρώματα, σύμφωνα με το έθιμο το ταφικό των Ιουδαίων. Και ήτανε στον τόπο όπου εσταυρώθηκε ο Ιησούς ένας κήπος και μέσα σ’ αυτόνε τον κήπο ένα μνημείο νεόδμητο, όπου κανέναν ως τα τότε δεν τον είχαν ενταφιάσει, και εκεί μέσα, πριχού ο ήλιος της Παρασκευής να βασιλέψει και επειδής εβρισκότανε το μνημείο δίπλα στον τόπο όπου εγίνηκε η σταύρωση, τον αποθέσαν ευλαβούμενοι τον Ιησού.
Πηγή: «Η φωνή του Ραββί μες στο σκοτάδι», Επιλογή – Μετάφραση Ν. Καρούζος, Εποπτεία, τχ, 29, Δεκέμβριος 1978, σελ. 951-955.
[1] Πιθανόν από την έκδοση Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επιμ. Ματθαίου Λαγγή.
~.~.

Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.