13 Οκτωβρίου 2026

Θετικισμός, οικονομισμός και μεταπρατισμός: Η ιδεολογία της προσαρμογής


του Ρούντι Ρινάλντι

Ο αναγνώστης ίσως παραξενευτεί με το θέμα του σημειώματος, αλλά θεωρώ αναγκαία αυτήν την παρέκβαση. Γνωρίζω ότι ζούμε σε μια στείρα εποχή σε επίπεδο ιδεών και νοήματος. Οι «μεγάλες αφηγήσεις», το όραμα μιας καλύτερης κοινωνίας, έχουν εξοστρακιστεί από τη δημόσια και ατομική σφαίρα, ενώ δεν υφίσταται σχεδόν καμία γενικότερη ενασχόληση με τη φιλοσοφία. Πόσο μάλλον να γίνεται λόγος για τη σημασία της ως σημαντικής αληθειακής διαδικασίας («αληθειακός/αληθειακή»: φιλοσοφικός, γλωσσολογικός, λογικός και νομικός όρος που αναφέρεται σε οτιδήποτε σχετίζεται με την αλήθεια, που την εκφράζει, την αναζητά ή βασίζεται σε αυτήν) και, βεβαίως, ως μιας βασικής διάστασης που υπάρχει μέσα μας, γύρω μας, πάνω μας – έστω ως θραύσματα κοσμοαντίληψης, κοινού νου, λογικής, ιδεολογικών σχημάτων, ακόμα και στερεοτύπων.

Στο προηγούμενο σημείωμα* έκανα μια νύξη για την εναντίωση του Κωστή Μοσκώφ στον θετικισμό και τη διαίσθησή του για τον «οικονομικό θετικισμό» που είχε (και έχει) αλώσει τη μαρξιστική σκέψη της εν γένει αριστεράς. Το τελευταίο κείμενό του στη συλλογή «Δοκίμια, 1» (1980), τιτλοφορείται «Ενάντια στον θετικισμό και τον οικονομισμό». Στο κείμενο αυτό υπάρχουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες εκτιμήσεις και παρατηρήσεις για τη σύγχρονη σκέψη.

Θέλω να επισημάνω επίσης το έργο ενός άλλου σημαντικού σύγχρονου μαρξιστή επιστήμονα και φιλοσόφου, του Ευτύχη Μπιτσάκη, που με συνέπεια έδωσε μεγάλες μάχες ενάντια στον ακρωτηριασμό και ευνουχισμό της επιστήμης από τον θετικισμό στις ποικίλες μεταμορφώσεις του: «Ο επιστημονικός ρεαλισμός υπερβαίνει τόσο τον διαισθητικό ρεαλισμό όσο και τον θετικισμό». Ο Μπιτσάκης υπήρξε μια μεγάλη μορφή στοχαστή, που συνδύαζε τη βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και των πιο σύγχρονων επιστημονικών εξελίξεων, όντας ο ίδιος επιστήμονας. Στα τελευταία του έργα ασχολήθηκε με περιοχές θεμάτων όπως η ουσία και η φύση του ανθρώπου, η εγκόσμια ηθική. 

Το εντυπωσιακό στοιχείο που ενώνει τους δύο διανοητές είναι ότι στην πάλη τους ενάντια στον θετικισμό και τον παραγωγικισμό-οικονομισμό θέτουν ως βασικά ζητήματα την αλλοτρίωση, την ολότητα, το νόημα. Ο Μπιτσάκης στο τελευταίο βιβλίο του, «Για μια εγκόσμια ηθική», θα τονίσει:
«Το ερώτημα για το νόημα της ζωής αποτελεί κεντρικό ερώτημα των φιλοσοφιών της ύπαρξης. Ο θετικισμός το απορρίπτει, με βάση τυπικά κριτήρια για το τι είναι επιστημονικό και το τι έχει νόημα. Οι μαρξιστές, από την πλευρά τους, συνήθως το παρακάμπτουν, με μιαν αμήχανη σιωπή. Αλλά το πρόβλημα απασχολεί και τους “μορφωμένους” και τους “αμόρφωτους”. Αν οι φιλόσοφοι το αποφεύγουν, τόσο το χειρότερο για τη φιλοσοφία. Ο θετικισμός απορρίπτει το πρόβλημα και ο μαρξισμός το αποφεύγει.»
Καιρός όμως να περάσουμε στην εξέταση του κυρίως θέματος του σημειώματος.

Μια όχι καινούργια αλλά εντελώς επίκαιρη ιδεολογική και πολιτική σφαίρα: ο θετικισμός


Τόσο ο θετικισμός όσο και ο οικονομισμός δεν είναι καινούργιες φιλοσοφικές και πολιτικές κατηγορίες. Έχουν εμφανιστεί εδώ και δύο περίπου αιώνες (ίσως και παραπάνω ο θετικισμός) και έχουν γνωρίσει πολλές μεταμορφώσεις, νέες επιχειρηματολογίες και μεταμφιέσεις. 

Ο θετικισμός ενδιαφέρεται για το παρατηρήσιμο, το φαινόμενο, το μετρήσιμο, την καταγραφή των δεδομένων. Ό,τι μπορεί να μετρηθεί, να υπολογιστεί, να παρατηρηθεί και να καταγραφεί έχει σημασία, ενώ μια σειρά από φαινόμενα της κοινωνικής ζωής που δεν εμπίπτουν στο μετρήσιμο μάλλον δεν έχουν σημασία. Ο θετικισμός συγγενεύει με τον επιστημονισμό, τη γενίκευση δηλαδή ορισμένων μεθόδων που χρησιμοποιούν οι θετικές επιστήμες, και την ιδιαίτερη προσπάθεια να αποκαθαρθεί το επιστημονικό πεδίο από στοιχεία ιδεολογίας, ώστε να εμφανίζεται ως μια αποστειρωμένη και ουδέτερη περιοχή. Πράγμα που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, γιατί και ο επιστημονισμός είναι ιδεολογικά φορτισμένος και απολογητικός για τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις. Συγγενεύει και με τον τεχνοκρατισμό, δηλαδή την ειδική εξουσία και δύναμη των «ειδικών» κάθε λογής, που εμφανίζουν ως επιστημονικές και αναπόφευκτες όλες τις επιλογές τους.

Λέμε ότι συγγενεύουν επειδή αποτελούν μορφές ενός κυρίαρχου εμπειρισμού (που φορά τη λεοντή του λογικού εμπειρισμού), και ο συνδετικός τους κρίκος έγκειται στην προσήλωσή τους να αναζητούν την κινητήρια δύναμη της ιστορίας πρωτίστως σε αντικειμενικούς, οικονομικούς και τεχνικούς μηχανισμούς. Κεντρική τους ιδέα είναι ότι η κοινωνική πραγματικότητα μπορεί να αναχθεί σε μετρήσιμα δεδομένα και τεχνική διαχείριση.
Ο Μπιτσάκης θα τονίσει μεταξύ άλλων ότι:
 α) «Τα διάφορα ρεύματα του νεότερου και σύγχρονου θετικισμού ανέπτυξαν τις βασικές θέσεις του εμπειρισμού», 
β) «Ο θετικισμός σημαίνει και ανιστορική σύλληψη της επιστημονικής γνώσης»,
 γ) κατακρίνει την «αφελή θετικιστική αντίληψη της ομαλής επιστημονικής προόδου».

Ολόκληροι τομείς της κοινωνικής ζωής τρώνε «άκυρο» μέσα από τη θετικιστική ερμηνεία της πραγματικότητας. Το ότι καταστάσεις δεν «μετριούνται» άμεσα δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι ο επιστημονισμός, ο θετικισμός και ο τεχνοκρατισμός τείνουν να αφήνουν στη σκιά ολόκληρες διαστάσεις της κοινωνικής και ανθρώπινης ύπαρξης, επειδή δεν χωρούν εύκολα στο σχήμα γεγονός-μέτρηση-πρόβλεψη-διαχείριση. Καταγράφω ορισμένες από αυτές:

Α) Το θυμικό και το συναίσθημα. Φόβος, οργή, αγάπη, μίσος, ελπίδα, ταπείνωση, αξιοπρέπεια, φθόνος, υπερηφάνεια, αίσθημα αδικίας.

Β) Η φαντασία. Μια κοινωνία δεν υπάρχει μόνο μέσω αυτού που είναι, αλλά και μέσω αυτού που φαντάζεται ότι μπορεί να γίνει. Η φαντασία παράγει εικόνες άλλης ζωής, άλλων σχέσεων, άλλης κοινωνίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει ουσιαστικά ούτε πολιτική δημιουργία ούτε ιστορική δυνατότητα.

Γ) Η επιθυμία. Ο άνθρωπος δεν ενεργεί μόνο επειδή έχει «ορθολογικά συμφέροντα». Επιθυμεί, προσδοκά, φοβάται, ταυτίζεται, αποστρέφεται.

Δ) Το νόημα. Οι άνθρωποι δεν κινούνται μόνο στη βάση του τι φέρνει αποτέλεσμα, αλλά θέτουν και ερωτήματα όπως «γιατί ζω έτσι;», «τι αξίζει;», «τι έχει σημασία;».

Ε) Η μνήμη. Οι κοινωνίες δεν συγκροτούνται μόνο από σημερινά δεδομένα. Υπάρχουν μέσα τους τραύματα, ήττες, νίκες, μύθοι, παραδόσεις, ιστορικές εμπειρίες. Αυτά λειτουργούν στο παρόν χωρίς να ανάγονται εύκολα σε μεταβλητές.

ΣΤ) Η ταυτότητα και το ανήκειν. Πατρίδα, κοινότητα, οικογένεια, γλώσσα, τόπος, συλλογικότητα, δηλαδή δεσμοί μέσω των οποίων ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του ως μέρος κάποιου «εμείς».

Ζ) Το ιερό και το συμβολικό. Υπάρχουν πράγματα που μια κοινωνία θεωρεί μη ανταλλάξιμα: νεκροί, μνήμη, αξιοπρέπεια, πατρίδα, ελευθερία, δικαιοσύνη. Η οικονομική ή τεχνοκρατική λογική δυσκολεύεται ιδιαίτερα με κάτι που οι άνθρωποι λένε ότι «δεν έχει τιμή».

Η) Η βούληση και η πράξη. Σε ορισμένες στιγμές άνθρωποι που χθες ήταν παθητικοί αποφασίζουν ότι «ως εδώ». Και η απόφαση αυτή μεταβάλλει την ίδια την πραγματικότητα πάνω στην οποία είχε κατασκευαστεί η προηγούμενη θετικιστική πρόβλεψη μέσω των data.

Θ) Το πάθος. Η πολιτική ιστορία είναι αδύνατον να κατανοηθεί χωρίς πάθη. Επαναστάσεις, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, αντιστάσεις, κοινωνικές εξεγέρσεις, αλλά και αντιδραστικά μαζικά κινήματα, δεν εξηγούνται επαρκώς με εισοδήματα, δημογραφικούς δείκτες και ορθολογικές επιλογές.

Ενώ όλα αυτά υπάρχουν, δεν μπορούν να μετρηθούν εύκολα, και δεν χωρούν στην «έγκυρη και θεσμοποιημένη γνώση». Καταστάσεις όπως η ταπείνωση – η προσδοκία – ο φόβος – η αξιοπρέπεια – η μνησικακία – η ελπίδα – η θυσία – η πίστη – ο ενθουσιασμός θεωρούνται κάπως ως «έξω από την πραγματικότητα», ενώ αποτελούν υλικές δυνάμεις της ιστορίας όταν κινητοποιούν ανθρώπους.

Τέλος, η πραγματικότητα δεν αποτελείται μόνο από αυτό που υπάρχει. Περιλαμβάνει και αυτό που μπορεί να υπάρξει. Και η Πολιτική οφείλει να αρχίζει από εκεί, αν πραγματικά θέλουμε να αλλάξουμε τη δυστοπική, σύγχρονη, αλλοτριωτική και αλλοτριωμένη πραγματικότητα. 

Σήμερα γίνεται επίσης λόγος για αλγοριθμικό θετικισμό, όπου η αλγοριθμική επεξεργασία ανάγεται σε ανώτατη μορφή έγκυρης γνώσης. Έτσι έχουμε ένα κράμα θετικισμού, πραγματισμού, τεχνοκρατισμού και αλγοριθμικής κουλτούρας. Ο «πολιτισμός των data» έχει μια ενδογενή τάση να μετατρέπει τις ποιότητες σε ποσότητες.
Όμως η ουσία, το ιδιαίτερο γνώρισμα του αλγοριθμικού θετικισμού, δεν είναι απλώς η πίστη στα δεδομένα, αλλά η μεταβίβαση της ερμηνείας από το ανθρώπινο υποκείμενο στον αλγόριθμο, την ΑΙ, τη μηχανή. Η ανθρώπινη σκέψη και νόηση θεωρείται εκ των προτέρων υποδεέστερη. Ο κλασικός θετικισμός υποστήριζε μια μετάβαση από τα γεγονότα στην παρατήρηση, από εκεί στην επιστημονική μέθοδο και τελικά στην έγκυρη γνώση, που θα αξιοποιούσε και θα επέλεγε ο ίδιος ο άνθρωπος. Τώρα περνάμε σε ένα άλλο κομβικό στάδιο με την ΑΙ.

Αν θέλουμε να πάμε λίγο βαθύτερα την κριτική μας, το θετικιστικό πνεύμα, ο επιστημονισμός και ο τεχνοκρατισμός παραμερίζουν την κατηγορία της ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ , δεν βλέπουν την ΑΝΤΙΦΑΣΗ και τις ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ως κινητήριες δυνάμεις διαδικασιών, και βεβαίως δεν μπορούν να «μετρήσουν» το ΑΛΜΑ (το ποιοτικό άλμα), που είναι και η ουσία της ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ. Γι’ αυτό έχει δίκιο ο Μπιτσάκης όταν κάνει λόγο για «θετικιστική παθητικότητα». Στην ουσία καταργείται και η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑτης αλλαγής. Αλλά δεν μπορούμε να επεκταθούμε περισσότερο στο πλαίσιο του σημειώματος αυτού.

Μία ακόμα σφαίρα: ο οικονομισμός


Κλασικά, ο οικονομισμός χαρακτήριζε τον περιορισμό της πάλης γύρω από την οικονομική σφαίρα και θεωρούσε αποφασιστικό παράγοντα στην ανθρώπινη εξέλιξη την οικονομική πρόοδο. Στένευε τον ορίζοντα της πάλης ενάντια στον καπιταλισμό, που είναι ένα οικονομικό και πολιτικό σύστημα μαζί. Ιστορικά, έχει αποδειχθεί πως δεν αρκεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για να οδηγήσει σε έναν ποιοτικό μετασχηματισμό των κοινωνιών που να καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τις σχέσεις ιδιοκτησίας, την αλλοτρίωση, την αστική εξουσία.

Ο οικονομισμός εμφανίστηκε ως ένα ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα που υπονόμευε την πολιτική πάλη σε όλα τα πεδία του καπιταλιστικού συστήματος και ανήγαγε την παραγωγή και τις παραγωγικές δυνάμεις σε κινητήρια μηχανή της ιστορικής προόδου.

 Γρήγορα η τάση αυτή, και με την εξέλιξη του ίδιου του καπιταλισμού, αναβαθμίστηκε στον παραγωγικισμό, στον οικονομικό και τεχνολογικό ντετερμινισμό, με ολέθρια αποτελέσματα και έναν γενικό αποπροσανατολισμό του εργατικού και απελευθερωτικού κινήματος.

Στη συνέχεια η θεωρία των «παραγωγικών δυνάμεων» διακήρυξε την ουδετερότητά τους, και έτσι όλο το εργατικό και μαρξιστικό κίνημα ενσωματώθηκε στην ιδεολογία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων του καπιταλισμού, που τάχα θα τις έθετε υπό κάποιον έλεγχο κάποια στιγμή. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η προσχώρηση της αριστεράς και του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος στο ιδεολόγημα της ΕΤΕ και της ουδετερότητάς της, ούτε η υιοθέτηση της λογικής του κέρδους και του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων στις κοινωνίες της μετάβασης (δηλαδή κλασικών καπιταλιστικών κριτηρίων).

 Και διόλου δεν πέρασε από το μυαλό των θετικιστών της αριστεράς να ερμηνεύσουν την παλινόρθωση του καπιταλισμού και μέσα από τον παραγωγικισμό και τον «οικονομικό θετικισμό».

Ο Κ. Μοσκώφ στο κείμενο που αναφέραμε («Ενάντια στον θετικισμό και τον οικονομισμό») τονίζει: «Θεμελιακό πρόβλημα του μαρξισμού σαν θεωρία του ανθρώπινου γίγνεσθαι είναι το πρόβλημα της αλλοτρίωσης του ανθρώπου, της πρακτικής της απελευθέρωσής του από τις ταξικές δομές που τον συνθλίβουν, ταξικές δομές που αποτελούν την ιστορική εξέλιξη των φυσικών δομών στο σήμερα. Κεντρικό στο μαρξισμό, αλλά σε αυτό το στοιχείο παρατηρείται η μεγαλύτερη καθυστέρηση μεγάλου μέρους της σημερινής μαρξιστικής θεωρητικής πρακτικής».

«Αιτία οι θετικιστικές επιδράσεις και ο οικονομισμός», και εντοπίζει μία «θετικιστική παρέκκλιση στην μαρξιστική σκέψη». Και προσθέτει: «Η ανάπτυξη του θετικισμού και του οικονομισμού στο εσωτερικό κάποιας μαρξιστικής σκέψης, εκφράζουν την επιρροή και την διείσδυση του καπιταλισμού στον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό».

Ο δε Μπιτσάκης θα τονίσει πως «ο οικονομικός ντετερμινισμός εξαφανίζει τις δυνατότητες της ιστορικής κίνησης. Οι μάζες, από δημιουργοί της ιστορίας, μετατρέπονται σε παθητικά υποκείμενα μιας προκαθορισμένης πορείας, και τότε τίθεται το ερώτημα για τις δυνατότητες και για το νόημα της ανθρώπινης πράξης».

Η σχέση με τον σύγχρονο μεταπρατισμό


Και το ερώτημα: Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το γενικότερο θέμα μας, δηλαδή τον εκσυγχρονισμένο και μεταμορφώσιμο μεταπρατισμό; Θα έπρεπε να είναι προφανές. Αλλά δεν είναι, επειδή η σύγχυση είναι μεγάλη και η σιωπή γύρω από τη φιλοσοφία, τις ιδέες, τη θεωρία, τις ιδεολογίες, την ποιότητα, τη διαλεκτική έχει γίνει καθεστώς.

Ο Κ. Μοσκώφ θέτει στο επίκεντρο έννοιες γύρω από την ποιότητα: Θεωρεί κεντρικό ζήτημα να απαλλαγούμε από την εθνική και κοινωνική μας αλλοτρίωση. Θεωρεί πως δομικό ποιοτικό στοιχείο του ελληνικού σχηματισμού είναι η ποιότητα της εξάρτησης. Θεωρεί πως υπάρχει επίδραση του θετικισμού και του οικονομισμού στον χώρο του μαρξισμού. Θεωρεί ότι αυτά τα δύο αποτελούν κεντρικές αιτίες για την καθυστέρηση του μαρξισμού. Και αυτά τα υποστηρίζει δέκα χρόνια πριν από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Ερώτηση: Ποιος έδωσε τα τελευταία 30-40 χρόνια σημασία στο έργο του Κ. Μοσκώφ; Ποιος ανέδειξε τη σημαντική συνεισφορά του Ε. Μπιτσάκη στους τομείς της επιστήμης, στην πάλη του ενάντια στον θετικισμό, στην ηθική, το νόημα, τη φύση και την ουσία του ανθρώπου; Ποιοι έδωσαν την παραμικρή σημασία στην αληθειακή δύναμη της φιλοσοφίας και την ουσιαστική ανάγκη της για τις μάζες; Ελάχιστοι, ούτε καν μετρημένοι στα δάκτυλα των δύο χεριών. Αυτή είναι η αλήθεια.

Αλλά πάμε λίγο παρακάτω. Σήμερα η κυρίαρχη αφήγηση για την Ελλάδα κινείται συχνά αντίστροφα: ΑΕΠ, επενδύσεις, εξαγωγές, τουριστικές αφίξεις, πιστοληπτική αξιολόγηση, απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων, μεγαβάτ ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμων, λιμάνια, logistics. Η χώρα εμφανίζεται ως ένα σύνολο μετρήσιμων επιδόσεων.

Η ελληνική ιθύνουσα τάξη έχει επιδείξει ιστορικά μεγάλη ικανότητα προσαρμογής στις εκάστοτε διεθνείς απαιτήσεις. Αυτή η προσαρμοστικότητα μπορεί όμως να εμφανίζεται ως εθνική στρατηγική. Το ερώτημα «πού θέλουμε να πάει η χώρα;» αντικαθίσταται από το «πού υπάρχουν ευκαιρίες;». Τι ζητούν οι αγορές; Πού κατευθύνονται οι επενδύσεις; Ποιες είναι οι νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες; Πού κινούνται οι μεγάλες γεωπολιτικές και οικονομικές ροές;

Ο μεταπρατισμός είναι και τρόπος σκέψης, ζωής και εσωτερίκευσης


Ο μεταπρατισμός παράγει και έναν τρόπο σκέψης. Η έννοια του μεταπρατικού χώρου δεν είναι απλά μια οικονομική κατηγορία, ούτε μόνο ένας τρόπος οικονομικής λειτουργίας. 
Ως τρόπος σκέψης οδηγεί στο να αποδέχεσαι ως πρόοδο την προσαρμογή της χώρας σε δυνάμεις και ροές που δεν ελέγχει καθόλου. Την προσαρμογή ως τον μόνο ρεαλισμό απέναντι σε αυτό που ήδη υπάρχει, που ακυρώνει τον Τόπο και το Μέλλον. Την υποταγή στους σημερινούς συσχετισμούς και την κατάργηση της ελπίδας ενός καλύτερου παρόντος και μέλλοντος. Να παρακολουθούμε τη μετατροπή της χώρας σε χώρο και την υπόκλιση στις ιαχές της ιθύνουσας τάξης για επενδυτικές ευκαιρίες, δείκτες, ροές, αποδόσεις και κόμβους. Να νιώθουμε το Υπαρξιακό Πρόβλημα, το τι χάνεται, και να μας κοροϊδεύουν επειδή αυτό που χάνεται δεν εμφανίζεται αμέσως στους δείκτες.

Η δημογραφική αποψίλωση, η απώλεια παραγωγικής γνώσης, η ερήμωση περιοχών, η αποδιάρθρωση κοινοτήτων, η εξάρτηση από ξένα κέντρα αποφάσεων, η αποδυνάμωση της συλλογικής ζωής, η αδυναμία μιας κοινωνίας να φανταστεί ένα διαφορετικό μέλλον, μπορούν να καταγραφούν εν μέρει με αριθμούς. Μιλάμε όμως για την ποιότητα μιας κοινωνίας και ενός Τόπου και, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, για το νόημα της συλλογικής μας, εθνικής και κοινωνικής, ύπαρξης.

Εδώ συναντώνται ο θετικισμός, ο μεταπρατισμός και η αλλοτρίωση. Ο θετικιστικός, οικονομιστικός και τεχνοκρατικός τρόπος σκέψης λειτουργεί ως ιδεολογική νομιμοποίηση και ως μηχανισμός αναπαραγωγής του σύγχρονου μεταπρατισμού.

(Δρόμος, φύλλο 792, 10/10/26)

ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/p/19iMtvk1Lm/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.