19 Οκτωβρίου 2026

ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΩΣΙΛΟΓΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΓΙΑΣΗ




Ήταν 30 Απριλίου του 1947

Η Ελλάδα έχει απελευθερωθεί από τη ναζιστική κατοχή και λαμβάνουν χώρα δικαστήρια δωσίλογων 

Δικάζεται ο διερμηνέας του Φρουραρχείου Μοιρών, Νικόλαος Μαγιάσης

Δεν προλαβαίνει όμως να ακούσει την ποινή του, καθώς ο Γιώργος Βρέντζος, γνωστός στην Κρήτη και ως «Τηγανίτης», τον καρφώνει με μαχαίρι δύο φορές, παίρνοντας εκδίκηση για τον θάνατο του αδερφού του Μιχάλη, αλλά και εκατοντάδων άλλων

Τα δύο αδέρφια Μιχάλης και Γιώργος Βρέντζος ήταν βοσκοί στα όρη του Ψηλορείτη

Μια μέρα επί γερμανικής κατοχής έβοσκαν τα ζώα τους, όταν έφτασε μπροστά τους ένα γερμανικό απόσπασμα

Συνέλαβε τον Γιώργη με σκοπό να τον ανακρίνει, αλλά αυτός κατάφερε στη συνέχεια να δραπετεύσει και να κρυφτεί στις πλαγιές του βουνού

Το επόμενο πρωινό, κατέβηκε από το βουνό και πήγε στο πατρικό του, αναζητώντας τον αδερφό του, αλλά δεν τον βρήκε

Έψαξε αλλά δεν ήταν πουθενά, οπότε πήγε στο Ηράκλειο για να τον αναζητήσει στα γερμανικά στρατόπεδα

Στον δρόμο συνάντησε τυχαία τον κουμπάρο του, ο οποίος μόλις τον αντίκρισε ξαφνιάστηκε και του είπε πως όλοι τον θεωρούσαν νεκρό, καθώς είχαν πληροφορηθεί ότι οι Γερμανοί είχαν ανέβει στη Νίδα και τον είχαν σκοτώσει 

Τότε ο Γιώργης κατάλαβε πως οι φήμες που είχαν κυκλοφορήσει αφορούσαν τον αδερφό του Μιχάλη και όχι τον ίδιο

Η αίσθησή του επιβεβαιώθηκε όταν κοντά στη σπηλιά στο Ιδαίον Άντρο, βρήκαν το άψυχο σώμα του Μιχάλη

Τον είχαν σκοτώσει με δύο σφαίρες: μία στο στήθος και μία στο αυτί

Ο Γερμανός φρούραρχος όμως του είπε με σιγουριά πως αυτοί οι πυροβολισμοί δεν ταίριαζαν με γερμανικού αποσπάσματος 

Και έτσι ήταν, καθώς ο Γιώργος Βρέντζος αργότερα είχε μάθει πως μια ομάδα από γκεσταπίτες, (σημ: έτσι αποκαλούσαν οι Κρητικοί τους συνεργάτες των Ναζί) είχε ανέβει στον Ψηλορείτη, με οδηγό έναν μικρό βοσκό, που είχε δει την εκτέλεση του Μιχάλη Βρέντζου

Ο αδερφός του Γιώργος κατάφερε να βρει τον μικρό βοσκό και να μάθει όλη την αλήθεια

Επικεφαλής των γκεσταπιτών ήταν ο διερμηνέας του Φρουραρχείου Μοιρών, Νίκος Μαγιάσης, ο οποίος κατηγόρησε τον αδερφό του Μιχάλη ότι είχε δώσει φαγητό και νερό σε αντάρτες

Ο Μιχάλης τού είχε πει «στον τόπο μας το έχομε συνήθεια να φιλεύουμε και να φιλοξενούμε κάθε περαστικό και δεν ρωτούμε ούτε ποιος είναι, ούτε πού πάει»

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Ναζί Γερμανούς, ο Μαγιάσης έφυγε από την Κρήτη για την Αθήνα και όπως όλοι οι δωσίλογοι προσπάθησε να αλλάξει την εικόνα του

Παρίστανε τον… αντιστασιακό και μάλιστα για να γίνει πιστευτός φορούσε αντάρτικη στολή και το Δίλοφο του ΕΛΑΣ

Τον αναγνώρισε όμως ένας Κρητικός από το Ρέθυμνο και ειδοποίησε τις αρχές

Συνελήφθη, πέρασε ένα διάστημα στις φυλακές Αίγινας και στη συνέχεια επέστρεψε φρουρούμενος στην Κρήτη, προκειμένου να δικαστεί για κάποια από τα τα εκατοντάδες εγκλήματά του

Τον Μάρτιο του 1946, παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων του Ηρακλείου για τη δολοφονία του Σταύρου Ανδρεαδάκη, κηρύχθηκε όμως “αθώος λόγω αμφιβολιών”

Ο 18χρονος με το μαύρο πουκάμισο και το ανοιχτό καφέ παντελόνι που είχε περάσει τα μπατζάκια του μέσα από τις ψηλές μαύρες μπότες, τα στιβάνια του, προχωρούσε με γρήγορα βήματα

Βρισκόταν μέσα στην κοίτη του άδειου από νερά το καλοκαίρι, ποταμού Αναποδάρη και με το αριστερό του χέρι βαστούσε τα γκέμια και καθοδηγούσε τον φορτωμένο γάιδαρο του 

Προτίμησε να μην περάσει μέσα από το χωριό

Μόλις είχε φέρει σε πέρας παρά το νεαρό της ηλικίας του μια επικίνδυνη αποστολή, κάτω από τη μύτη των Γερμανών

Είχε μεταφέρει ένα μήνυμα από το ΕΑΜ του Σοκαρά στα βουνά, στα Αστερούσια, στο χωριό Αχεντριάς, σε έναν σύντροφό του με το όνομα Παπαδάκης 

Εκείνος του είχε δώσει δυο μεγάλα τσουβάλια με σφάκες (πικροδάφνες), τα οποία είχε φορτώσει στον γάιδαρο του και είχε πάρει το δρόμο του γυρισμού

Κάτω από τις σφάκες ήταν κρυμμένο ένα γερμανικό πολυβόλο ΜΡ 40 και πολλές σφαίρες

Ο νεαρός Σταύρος Ανδρεαδάκης περνούσε έξω από το Μεσοχωριό για να μην κινήσει υποψίες

Από μακριά έμοιαζε με αγρότη που με τον γάιδαρο του πήγαινε σε κάποια δουλειά

Σε μια στροφή του ποταμού είδε το μπλόκο

Οι Γερμανοί είχαν συγκεντρώσει καμιά 20ριά αγρότες από το χωριό και τους έλεγαν πως θα πρέπει να κάνουν κάποιες δουλειές στον αμαξωτό δρόμο

Τότε τον είδε ο Μαγιάσης που στεκόταν δίπλα στους Γερμανούς στρατιώτες και κάτι συζητούσε με τον αξιωματικό 

Το αίμα του Σταύρου πάγωσε 

Γνώριζε πολύ καλά για τη δράση του Μαγιάση

Χωρίς να κόψει τον ρυθμό του, συνέχισε να προχωρά

Όσο πιο γρήγορα έφευγε, τόσο το καλύτερο

Και τότε τον άκουσε να του φωνάζει:

«Εεε εσύ, με το γαϊδούρι στάσου ακίνητος» 

Ο Μαγιάσης κάτι είπε στον αξιωματικό και τώρα τον πλησίαζαν

Τρεις στρατιώτες, ο αξιωματικός και ο Μαγιάσης

«Τι έχεις στα τσουβάλια;» ρώτησε ο Μαγιάσης

«Σφάκες

Πηγαίνω τες στον κύρη μου», είπε το παιδί

Ο Αξιωματικός άνοιξε το τσουβάλι, έβαλε το χέρι του μέσα και σιγουρεύτηκε ότι το φορτίο ήταν όντως πικροδάφνες

Καθώς ετοιμαζόταν να κάνει νόημα να τον αφήσουν να περάσει, ο Μαγιάσης κάτι του είπε στα γερμανικά και ένας στρατιώτης έβγαλε το μαχαίρι του και έσκισε το τσουβάλι

Σαν εντόσθια από σφαχτάρι, οι σφαίρες και το όπλο κύλησαν και έπεσαν στο χώμα

Μαζί έπεσαν και κάποιες προκηρύξεις που έγραφαν «Κρητικέ λαέ, δεν ντρέπεσαι να μη διώχνεις μερικές χιλιάδες κατακτητές;»

Οι Γερμανοί συνέλαβαν αμέσως το 18χρονο παιδί 

Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή 

«Ποιος σου έδωσε το όπλο»; 

Και όσο ο μικρός δεν απαντούσε, τόσο το ξύλο έπεφτε ολοένα και πιο άγρια

«Τι σχέση έχεις με το ΕΑΜ;

Είσαι κομμουνιστής;

Ποιοι είναι οι σύντροφοι σου;»

Ο μικρός όμως είχε κλειστό ερμητικά το στόμα του και δεν έλεγε τίποτε

Τότε εμφανίστηκε πάλι ο Μαγιάσης

Όταν είδε ότι ούτε εκείνος δεν παίρνει απάντηση, έβαλε τους Γερμανούς να ακινητοποιήσουν το παιδί

Του κράτησαν το στόμα ανοιχτό και με μια τανάλια του ξερίζωσε ένα-ένα τα δόντια

Από τον οικισμό οι κάτοικοι άκουγαν τις βρισιές και τις φωνές των Γερμανών, άκουγαν και τα ουρλιαχτά και τα βογγητά του παιδιού

Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά

Ο 18χρονος Σταύρος δε μαρτυρούσε

Και τότε ο Μαγιάσης είπε να του κόψουν τα δάχτυλα

Ο μικρός πότε λιποθυμούσε και πότε συνερχόταν

Και αφού ούτε και αυτό το βασανιστήριο έπιασε, ο Μαγιάσης διέταξε με μπαλτά να του κόψουν τα πόδια, εκεί που τελείωναν τα μαύρα στιβάνια

Ακρωτηριασμένο και αιμορραγούντα στη συνέχεια τον ανέβασαν στο σταυρό

Κι όταν οι Γερμανοί κι οι εδώ συνεργάτες τους είδαν κι απόειδαν κι όταν κατάλαβαν πως αυτό το σκληροτράχηλο κοπέλι δεν πρόκειται να μιλήσει, έπρεπε να το αποτελειώσουν

Τον έσυραν και τον έβαλαν κάτω από τις ερπύστριες ενός άρματος μάχης

Ο Σταύρος κράτησε το στόμα του κλειστό, ακόμη κι όταν άρχισε να κινείται το θηριώδες όχημα, ακόμη κι όταν άρχισε να πολτοποιείται το κορμί του

Κι ύστερα τον άφησαν άταφο σε ένα χωράφι

Ήταν 12 Αυγούστου

Χρόνια μετά, όταν έγινε η εκταφή των οστών του, βρήκαν μόνον ένα οστό της μιας κνήμης και την κάτω γνάθο

Ούτε δόντια, ούτε πλευρά, ούτε τίποτα

Μόνο μερικά πολτοποιημένα κόκκαλα ήταν θαμμένα εκεί

Ο Μαγιάσης μπορεί για το συγκεκριμένο έγκλημα να αθωώθηκε, αλλά βρήκε τη Νέμεσή του

Τον είχαν κατηγορήσει για τουλάχιστον 300 εκτελέσεις και βασανισμούς Κρητικών

Πέρασε πολλά δικαστήρια και σε όλα κηρυσσόταν «αθώος» 

Το δικαστήριο στο Ηράκλειο έμελλε να είναι το στερνό του

Στις 30 Απριλίου, ο Μαγιάσης δικάζεται για τον φόνο του Μιχάλη Βρέντζου

Ο Γιώργος Βρέντζος δεν το σκέφτηκε στιγμή: 

«Ήθελα να τον σκοτώσω γιατί δεν είχε δικαίωμα να ζει, όχι μόνο γιατί είχε σκοτώσει τον αδελφό μου

Ξέρεις πόσους λάκκους είχε ανοίξει ο Μαγιάσης; 

Πόσα κοπέλια είχε αφήσει ορφανά, πόσες γυναίκες χήρες; 

362 μετρημένους είχε σκοτώσει στην Κρήτη»

Παρά τους αυστηρούς ελέγχους, κατάφερε να περάσει ένα μαχαίρι μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου

Η επικρατέστερη εκδοχή αναφέρει ότι μία μέρα πριν είχε περάσει το μαχαίρι και με ένα τσιρότο το είχε κολλήσει κάτω από το δικηγορικό έδρανο

Όταν ο δικαστής τον κάλεσε να καταθέσει, ο Γιώργης έβγαλε το μαχαίρι και το έμπηξε στην κοιλιά του Μαγιάση δύο φορές

Ο δωσίλογος λίγη ώρα αργότερα υπέκυψε

Ο Γιώργης παρέδωσε το μαχαίρι του στον εισαγγελέα και συνελήφθη

Δικάστηκε στα Χανιά και ο εισαγγελέας πρότεινε την καταδίκη του

Ενας μάρτυρας υπεράσπισης όμως παρουσίασε στο δικαστήριο την απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής, το οποίο καλούσε τους Κρητικούς να σκοτώσουν τον Μαγιάση και τους άλλους γκεσταπίτες

Ο Γιώργος Βρέντζος αθωώθηκε και τον υποδέχθηκαν στο χωριό του με τιμές ήρωα

Κάθε χρόνο ανέβαινε στη Νίδα και έκανε μνημόσυνο στον αδικοχαμένο αδερφό του

Ο Νικόλαος Μαγιάσης γεννήθηκε το 1914 στις Βρυξέλλες

Προερχόταν από εύπορη οικογένεια, που μετανάστευσε στην Αθήνα και ήταν ζωγράφος (αλλά δεν είχε σχέση με τον εξ Αιγύπτου διακεκριμένο ζωγράφο, Βασίλειο Μαγιάση)

Η μητέρα του ήταν κατά πάσα πιθανότητα Γαλλίδα και ένας αδερφός του ήταν ιπτάμενος της Πολεμικής Αεροπορίας, που υπηρέτησε στη Μέση Ανατολή

Εμφανίζεται στα Μαθητολόγια της Αραχώβης μόνο το έτος 1926-27 

Στην αρχή της Κατοχής, κάθε άλλο παρά γερμανόφιλος ήταν: ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, συνελήφθη και η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν τετράμηνη φυλάκιση και διετής εξορία

Για να αποφύγει τον εκτοπισμό οι Γερμανοί τον πλησίασαν, του πρότειναν συνεργασία και αυτός δέχθηκε να προσληφθεί σε γερμανική υπηρεσία ως διερμηνέας, δεδομένου ότι γνώριζε πολύ καλά τα γερμανικά

Το γεγονός αυτό τον ώθησε να συνεργαστεί με τον εχθρό και σιγά-σιγά να μεταστραφεί σε εγκληματία

Αρχικά έδρασε στην Αθήνα και, παρά τις εκκλήσεις του πατέρα του να σταματήσει, συνέχισε να συνεργάζεται με τους Γερμανούς

Εστάλη αρχικά στα Χανιά και αργότερα στις Μοίρες Ηρακλείου, όπου υπηρέτησε ως διερμηνέας της Γκεστάπο και εξελίχθηκε σε βασανιστή
ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/18mNprou3B/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.