22 Σεπτεμβρίου 2026

Όχι, δεν πήραμε το Βερολίνο

Δημήτρης Τσίρκας 

Αν διαβάσει κανείς αριστερές αναλύσεις για τις χθεσινές εκλογές στο Βερολίνο θα μείνει με την εντύπωση ότι η Αριστερά κάρφωσε για δεύτερη φορά – μετά το 1945 - τη σημαία με το σφυροδρέπανο στο Ράιχσταγκ (εθνικό κοινοβούλιο).

Και αυτό γιατί το εκεί αριστερό κόμμα, Die Linke, ήρθε πρώτο με 25,7%, υπερδιπλασιάζοντας τα ποσοστά του.

Ωστόσο, αν διάβασει τις ίδιες αναλύσεις μια βδομάδα πριν, τότε που η AfD ήρθε πρώτη στη Σαξονία με 44%, θα πιστέψει ότι ξαναζούμε τη Νύχτα των Κρυστάλλων. 

Από τη ναζιστική κόλαση στον αριστερό παράδεισο, ένα εκλογικό αποτέλεσμα δρόμος. 

Ανέκαθεν η Αριστερά διακρινόταν για την ψυχραιμία και τη σταθερότητα των αναλύσεών της.

Βέβαια, στις επίσης χθεσινές εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, πρώτη με 38,2% (+21,5%) αναδείχθηκε και πάλι η AfD, ενώ η Αριστερά έχασε 3,4% και πήρε μόλις 6,5%. Αλλά αυτό δεν το λέμε γιατί χαλάει το αφήγημα.

Η Αριστερά, βέβαια, γενικά δεν τα πάει άσχημα – δημοσκοπικά έχει σταθεροποιηθεί γύρω στο 11%, τρεις μονάδες πάνω από όσο πήρε στις τελευταίες εθνικές εκλογές. 

Η δυναμική όμως είναι αναμφίβολα με την AfD, η οποία βρίσκεται στην πρώτη θέση με 29% - 9 μονάδες πάνω από τις εκλογές του 2025.

Ποιοι όμως ψήφισαν Αριστερά στο Βερολίνο;

Σύμφωνα με τα exit polls, η Αριστερά σάρωσε στη νεολαία (έως48% ) και πήρε υψηλά ποσοστά στους υπαλλήλους του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (29%) και στους αυτοαπασχολούμενους ελεύθερους επαγγελματίες, το λεγόμενο αστικό πρεκαριάτο (26%). 

Αντιθέτως, στην παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη πήρε μόλις 5%-7% - η τελευταία ψήφισε κυρίως AfD (29%), ενώ οι συνταξιούχοι και οι άνω των 50 ψήφισαν CDU. 

Τι είναι όμως αυτό που το λένε Αριστερά (Die Linke)

Τα αποτελέσματα στο Βερολίνο συμφωνούν με την κοινωνιολογία της στελεχιακής και εκλογικής βάσης της Linke, η οποία έχει αλλάξει δραστικά τα τελευταία χρόνια. 

Από μια παράταξη των εργαζομένων και των συνταξιούχων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, μαζί με ένα μέρος της φοιτητικής νεολαίας, στη Δυτική, έχει μετατραπεί σε ένα κόμμα της νεολαίας, των μορφωμένων μεσοστρωμάτων και του πανεπιστημιακού πρεκαριάτου, κυρίως στην πρώην Δ. Γερμανία. 

Σύμφωνα δε με έρευνες του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ - του γερμανικού, όχι του ελληνικού που έχει τόση σχέση με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, όση έχω εγώ με την Τέιλορ Σουίφτ - η Linke έχει πάψει πλέον να είναι ένα κόμμα της παραδοσιακής εργατικής τάξης.

Η αποχώρηση της Σάρα Βάγκενκνεχτ της στέρησε το μεγαλύτερο μέρος της (παραδοσιακής) εργατικής βάσης του αλλά και  ψηφοφόρους μεγαλύτερης ηλικίας, ιδίως στην Α. Γερμανία. 

Αυτή όμως η απώλεια απελευθέρωσε χώρο για την είσοδο δεκάδων χιλιάδων νέων που ανήκουν στην προοδευτική, πανεπιστημιακή μεσαία και κάτω-μεσαία τάξη.

Μέσα σε 2 χρόνια (2024-6) υπερδιπλασίασε τα μέλη της σε 131.500, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας έπεσε από τα 45 έτη στα 38,6 και αυξήθηκε πολύ η εκπροσώπηση των γυναικών.

Σήμερα, η πλειονότητα των μελών έχει πανεπιστημιακό πτυχίο ενώ υπερεκπροσωπούνται δάσκαλοι και καθηγητές, νοσηλευτικό προσωπικό, κοινωνικοί λειτουργοί, εργαζόμενοι στον πολιτισμό, στον τομέα της ψυχικής υγείας και της φροντίδας, καθώς και υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα και ΜΚΟ.

Τέλος, ο κύριος όγκος των μελών είναι στις μεγάλες πόλεις, με το Βερολίνο να διατηρεί τη μερίδα του λέοντος – 17.000. 

Την ίδια στιγμή, η Linke παραμένει στάσιμη ή και φθίνει στην παραδοσιακή (και ισχυρή) εργατική τάξη της Γερμανίας. 

Παρά το γεγονός ότι το κόμμα υιοθετεί σχεδόν αυτούσιες τις διεκδικήσεις της γερμανικής συνομοσπονδίας συνδικάτων, μόλις το 10% των μελών συνδικάτων το ψηφίζουν.

Στα δε μέλη του πλέον έχει αποδυναμωθεί η επιρροή εργαζομένων από συνδικάτα της βαριάς βιομηχανίας, όπως η IG Metall (μέταλλο) ή η IG BCE (χημικά), υπέρ των σωματείων στις δημόσιες υπηρεσίες (ver.di) και στην εκπαίδευση (GEW).

Για να είμαστε δίκαιοι, η νέα ηγεσία του κόμματος αναγνωρίζει το κενό και κάνει προσπάθειες να το καλύψει, προωθώντας τη συγκρότηση πυρήνων με μέλη μέσα στα ίδια τα συνδικάτα.

Ποιο ψηφίζουν Αριστερά;

Οι ίδιες κοινωνικές ομάδες το ψηφίζουν επίσης – πρόκειται για εκείνα τα αστικά/επαγγελματικά στρώματα που βιώνουν άμεσα τη στεγαστική κρίση στις μεγάλες πόλεις, την αύξηση του κόστους ζωής, την υποχρηματοδότηση και συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους.

Αυτά τα στρώματα είναι δεκτικά σε κλασικά αιτήματα της αριστεράς (αναδιανομή, φορολόγηση του πλούτου), μαζί με μια έντονα φιλελεύθερη κοινωνική ατζέντα - δικαιώματα, ταυτότητες, αντιρατσισμός, πράσινη μετάβαση.

Το Βερολίνο για παράδειγμα έχει μια από τις χειρότερες στεγαστικές κρίσεις στον κόσμο. 

Αν ψάξετε στο YouTube θα βρείτε βίντεο με ουρές δεκάδων μέτρων από ανθρώπους που περιμένουν να νοικιάσουν ένα χρέπι, με ενοίκιο που πιθανότατα υπερβαίνει το 50% του μισθού τους.

Παράλληλα, είναι η πόλη όπου το ποσοστό ενοικιαστών κυμαίνεται μεταξύ 85% και 87% ενώ το 50% των νοικοκυριών είναι μονοπρόσωπα. 

Απολύτως εύλογα, η προεκλογική καμπάνια της Αριστεράς εστίασε σχεδόν αποκλειστικά εκεί προτείνοντας πάγωμα ενοικίων και κρατικοποίηση περίπου 220 χιλιάδων κατοικιών που διαχειρίζονται ιδιωτικές εταιρείες και funds.

Ένα πρόγραμμα όμως που είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί, αφενός μεν γιατί η Αριστερά θα αναγκαστεί να συγκυβερνήσει με SPD και τους (σιχαμένους) Πράσινους. 

Αφετέρου, διότι ο δήμος Βερολίνου είναι πτωχευμένος – με ετήσιο έλλειμα 4,8 δισ. ευρώ και χρέος 60 δισ. ευρώ, ενώ η κρατικοποίηση των κατοικιών θα κοστίσει 20 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το SPD. 

Affordability αγάπη μου, έλα πάρε με από δω!

Αφού, λοιπόν, έχουμε δει ποια είναι η κοινωνική βάση της Αριστεράς και ποια ζητήματα την καίνε, καταλαβαίνουμε γιατί είναι τόσο ελκυστική η νέα προγραμματική κατεύθυνση που εστιάζει σε ζητήματα κόστους ζωής – ενοίκια, ακρίβεια, κοινωνικές υπηρεσίες κλπ.. 

Η λεγόμενη, δηλαδή, affordability - η «ατζέντα Μαμντάνι» και των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής, με τους οποίους το κόμμα έχει στενή σχέση.

Γιατί όμως η ίδια ατζέντα δεν είναι τόσο ελκυστική και στην παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη; 

Δεν πλήττεται και αυτή από την ακρίβεια, τα υψηλά ενοίκια, την υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους;

Σαφώς και πλήττεται, αλλά είναι πιο περίπλοκα τα πράγματα. Η βιομηχανική εργατική τάξη στη Γερμανία (και όχι μόνο) στέκεται κριτικά απέναντι στην Αριστερά για διάφορους λόγους, με πρώτο τον πράσινο φανατισμό της. 

Πολύ απλά, φοβούνται ότι η γρήγορη ενεργειακή μετάβαση που υποστηρίζει, πχ με την κατάργηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης μέχρι το 2035, θα σημάνει την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων βιομηχανικών θέσεων εργασίας και την εκτόξευση του κόστους της ενέργειας. 

Ασχέτως αν αυτός ο φόβος αδικεί τη Linke, η πραγματικότητα δείχνει ότι δεν είναι αβάσιμος, διότι με τις πράσινες πολιτικές που ακολούθησε μέχρι τώρα η ΕΕ – από τις οποίες η Αριστερά δεν πήρε ξεκάθαρη απόσταση - και αποβιομηχάνιση είχαμε και αύξηση των τιμών της ενέργειας.

Αντιθέτως, η AfD και η Βάγκενκνεχτ είναι πολύ πιο ξεκάθαροι σε αυτόν τον τομέα – θα προστατεύσουμε τη βιομηχανία μας με κάθε μέσο.

Επιπλέον, ακόμα και η ίδια η affordability (κόστος ζωής) προσλαμβάνεται διαφορετικά από τα αστικά μεσοστρώματα, σε σχέση με τον πώς την αντιλαμβάνεται η παραδοσιακή εργατική τάξη.

Όπως δείχνει μια πρόσφατη εκτεταμένη μελέτη στις ΗΠΑ, με τίτλο «Η κρίση συμμαχιών της Αριστεράς: Κατανοώντας το τεράστιο σχίσμα μεταξύ ψηφοφόρων της εργατικής τάξης και πτυχιούχων και πώς να το γεφυρώσουμε»:

Τα μορφωμένα μεσοστρώματα επικεντρώνουν στην καταναλωτική διάσταση της οικονομικής προσιτότητας (τιμές, ακρίβεια κλπ.) εξ ου και υποστηρίζουν έντονα αναδιανεμητικές πολιτικές που τα παίρνουν από το 1% για να στηρίξουν την κατανάλωση του 99%.

Η εργατική τάξη, αντιθέτως, δίνει προτεραιότητα στα προδιανεμητικά κόστη που σχετίζονται με τις θέσεις εργασίας, τους μισθούς, τη στέγαση και την υγειονομική περίθαλψη. 

Το συμπέρασμα: όταν αναφέρονται στην οικονομική προσιτότητα, οι προοδευτικοί και αριστεροί υποψήφιοι πρέπει να μην περιορίζονται μόνο στις τιμές στα καταστήματα και τα εστιατόρια, αλλά να αναφέρονται και στις καταστροφικές επιπτώσεις των χαμηλών μισθών.

Πρόκειται για έναν «σοσιαλισμό της κατανάλωσης, όπως σχολίαζε ένα άρθρο του Atlantic, ο οποίος διαφέρει αρκετά από τον κλασικό σοσιαλισμό που εστίαζε στην παραγωγή – μισθοί, συνθήκες εργασίας. 

Ένας σοσιαλισμός που αντιστοιχεί στα μορφωμένα μεσοστρώματα των πόλεων που απασχολούνται στις (άυλες) υπηρεσίες και όχι στην (υλική) παραγωγή.

Μετά είναι το ζήτημα των προτεραιοτήτων και των αξιών. 

Η ίδια μελέτη διαπιστώνει ότι υπάρχει χάσμα μεταξύ των προτεραιοτήτων των φιλελεύθερων με πανεπιστημιακή εκπαίδευση και της εργατικής τάξης σε θέματα όπως LGBTQ, οι αμβλώσεις, η κλιματική αλλαγή, η μετανάστευση και η αναδιανομή του εισοδήματος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η παραδοσιακή εργατική τάξη είναι ρατσιστές, ομοφοβικοί, εθνικιστές ή κατά της πράσινης μετάβασης. 

Σημαίνει απλώς ότι έχουν άλλες, πιο άμεσες υλικές ανάγκες και αν η Αριστερά θέλει να τους κερδίσει πρέπει να τους μιλήσει στη γλώσσα αυτών των αναγκών.

Και μπορεί να το κάνει χωρίς να εγκαταλείψει το πρόγραμμά της - αρκεί να αλλάξει την πλαισίωσή του. 

Για παράδειγμα, μπορεί να μιλήσει για πράσινη μετάβαση συνδέοντάς τη με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τη μείωση του κόστους ενέργειας και ένα καθαρότερο περιβάλλον στο οποίο ζουν οι εργαζόμενοι. 

Δηλαδή, σε απόλυτη ρήξη με τις τωρινές πράσινες πολιτικές που καταστρέφουν θέσεις εργασίας, αυξάνουν τις τιμές της ενέργειας και προκαλούν ακόμα και περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Αρκεί βέβαια, να δείχνει και να είναι ειλικρινής – όχι για 4 χρόνια να βρίζεις τους ψηφοφόρους χαμηλής μόρφωσης ως ρατσιστές, σεξιστές, τοξικούς, ψεκασμένους, θρησκόληπτους αλλά στις εκλογές να τους καλείς να φορολογήσουμε το 1% για να ζούμε όλοι μαζί στα κοκκινοπράσινα λιβάδια, δίπλα σε ενεργειακές κοινότητες και βραδιές ποίησης της ΑΚΟΑ.

Εκεί όμως που εμφανίζεται η μεγαλύτερη διαφορά είναι στην περιβόητη αυταρχική απειλή, τον κίνδυνο, δηλαδή, για τη δημοκρατία που αντιπροσωπεύει η νέα δεξιά - είτε είναι ο Τραμπ, είτε είναι η AfD και η Μελόνι.

Εδώ λοιπόν, οι πτυχιούχοι ιεραρχούν την αντίσταση στον αυταρχισμό (ή τον φασισμό αν προτιμάτε) ως το δεύτερο σημαντικότερο καθήκον, ενώ η εργατική τάξη τον ιεραρχεί… 19ο. 

Για αυτό πήγε κουβά η Κάμαλα Χάρις το 2026 που έκανε σημαία της εκστρατείας της την υπεράσπιση της δημοκρατίας (από τον Τραμπ) ενώ ο Τραμπ μιλούσε για τις τιμές των αυγών και της βενζίνης.

Για αυτό πέφτουν στο κενό οι υστερίες όλου του μέινστριμ πολιτικού συστήματος (και της Αριστεράς) για τον φασισμό που επελαύνει στην Ευρώπη κάθε φορά που ανεβαίνει εκλογικά η νέα (ακρο) δεξιά. 

Και πέφτουν στο κενό γιατί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα – ούτε ο Τραμπ είναι φασισμός, ούτε η Μελόνι, ούτε η AfD.

Μπορεί αυτές οι υστερίες να φοβίζουν και να συσπειρώνουν τα μορφωμένα μεσοστρώματα, αλλά μάλλον απωθούν την παραδοσιακή εργατική τάξη που πάει και ψηφίζει τους «φασίστες», όπως έκανε χθες και στο Βερολίνο.

Έτσι εξηγείται εν μέρει γιατί η Linke έχει πιάσει μια δημοσκοπική οροφή γύρω στο 11%, με πτωτική τάση στην Ανατολική Γερμανία, ενώ η AfD καλπάζει μακράν πρώτη στο 29%.

Μάλιστα, όσο η Αριστερά συντάσσεται στο cordon sanitaire (υγειονομική ζώνη) και τα «αντιφασιστικά» μέτωπα, με τις συστημικές δυνάμεις για να εμποδίσει την AfD να μπει στην κυβέρνηση, τόσο θα ευνουχίζεται πολιτικά και θα φουσκώνει την αντισυστημική αίγλη της ακροδεξίας που μοιάζει να στέκεται μόνη της απέναντι σε όλο το σύστημα.

Αν αυτή η στρατηγική είναι τραγική στη Γερμανία, στην Ελλάδα είναι φάρσα. 

Αναφέρομαι στις εκκλήσεις από τους The Μπίστη Boys (Μπίστης, Σιακαντάρης κ.ο.κ.) σε ΠΑΣΟΚ, ΕΛ.Α.Σ. ΣΥΡΙΖΑ, ΝεΑρ, ΚΚΕ, ΜΕΡΑ25, να συγκροτήσουν εκ νέου το Λαϊκό Μέτωπο για να σταματήσουν ξανά τον ναζισμό στο νέο Στάλινγκραντ (λογικά, στην ταβέρνα Άμα Λάχει, στα Εξάρχεια).

Σε κάθε περίπτωση, όλη η παραπάνω συζήτηση γίνεται χωρίς τον ξενοδόχο. 

Ο ξενοδόχος δεν είναι άλλος από τον γερμανικό καπιταλισμό, ο οποίος περνά μια από τις σφοδρότερες μεταπολεμικές κρίσεις του.

Το γερμανικό οικονομικό μοντέλο βασίστηκε σε 3 + 1 πλεονεκτήματα: τη φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία, τη δωρεάν αμυντική προστασία από τις ΗΠΑ και την τεχνολογική υπεροχή. 

Το +1 είναι η μεγάλη «εσωτερική» αγορά του ευρώ που είναι κομμένη και ραμμένη στις ανάγκες του γερμανικού κεφαλαίου.

Αλλά όπως παραδέχτηκε ο Μερτς πριν μερικές μέρες, αυτά τα πλεονεκτήματα δεν υπάρχουν πια. 

Ο πόλεμος στην Ουκρανία στέρησε τη φθηνή ενέργεια, ο Τραμπ τη δωρεάν άμυνα και η Κίνα την τεχνολογική και ανταγωνιστική υπεροχή από τη γερμανική βιομηχανία.

Αν η ΕΕ καταργήσει τους δασμούς στα κινεζικά αυτοκίνητα, η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία θα εξαφανιστεί σε λιγότερο από τρία χρόνια. Κατά τα άλλα, είναι κακός και εθνικιστής ο Τραμπ που επιβάλλει δασμούς…

Έχουμε επομένως μια Αριστερά (και μια νέα Δεξιά) που ζητά αύξηση κρατικών δαπανών και αναδιανομή υπέρ των πολλών.

Σε μια συγκυρία που ο γερμανικός καπιταλισμός διέρχεται βαθιά κρίση - 50 χιλιάδες εργάτες θα απολύσει η VW στη Γερμανία τους επόμενους μήνες, κλείνοντας 10 εργοστάσια.

Απέναντι σε τέτοιες κρίσεις, ο σοσιαλισμός της κατανάλωσης κινδυνεύει να αποδειχθεί άσφαιρος, αφού η γερμανική οικονομία δεν παράγει πια πλεονάσματα ώστε να τα μοιράσει πιο δίκαια.

Εδώ μια καλύτερη απάντηση θα ήταν ίσως ο παλιός, ξεχασμένος σοσιαλισμός της παραγωγής – τι παράγεται, με ποιους όρους και με ποιανού τον έλεγχο – του κεφαλαίου ή της εργασίας.

Αλλά για αυτόν τον σοσιαλισμό δεν φτάνουν τα μορφωμένα μεσοστρώματα και το πανεπιστημιακό πρεκαριάτο των πόλεων, χρειάζεται και η παραδοσιακή εργατική τάξη που όλο και περισσότερο ψηφίζει νέα (άκρα) δεξιά.

Διαφορετικά η κρίση θα λυθεί (αν λυθεί) όπως λύνει παραδοσιακά το κεφάλαιο τις κρίσεις του – φορτώνοντας το κόστος στην εργασία. 

Έτσι αντιμετώπισε ο Σρέντερ την προηγούμενη κρίση της γερμανικής οικονομίας στις αρχές του 2000 – με τη συμπίεση των μισθών, την επισφαλή εργασία, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την αναδιανομή υπέρ του κεφαλαίου (Ατζέντα 2010).

Θέλω όμως να κλείσω αυτό το κείμενο - το οποίο πλησιάζει επικίνδυνα τις 69 λέξεις που έχω βάλει ως όρια για τις αναρτήσεις μου - με μια νότα αισιοδοξίας:

Μην απελπίζεστε – τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα πριν γίνουν… ακόμη χειρότερα.

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/1Jha3YhBRw/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.