Ο Μπογκντάν Φίλοφ (1883-1945) ήταν σημαντικός αρχαιολόγος και διευθυντής του Λαϊκού Μουσείου της Σόφιας, που βρέθηκε στον πυρήνα των βουλγαρικών "επιστημονικών αποστολών" που αφαίρεσαν εκατοντάδες κειμήλια από μοναστήρια της Μακεδονίας
Αργότερα έφτασε στον πρωθυπουργικό θώκο, υπέγραψε την προσχώρηση της Βουλγαρίας στον Άξονα και η κυβέρνησή του έφερε την πολιτική ευθύνη για τη βουλγαρική κατοχή και διοίκηση της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης από το 1941
Την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Φίλοφ ήταν ήδη ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους της Βουλγαρίας και διευθυντής του Λαϊκού Μουσείου της Σόφιας
Με την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, συμμετείχε ενεργά στην οργάνωση "επιστημονικών αποστολών" στις περιοχές που καταλάμβανε ο βουλγαρικός στρατός, με αντικείμενο την καταγραφή αρχαιοτήτων, μνημείων, χειρογράφων και εκκλησιαστικών κειμηλίων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία του Μποζιντάρ Ντιμιτρόφ, επί χρόνια διευθυντή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας
Σε συνέντευξή του το 2015, υποστήριξε ότι το 1916 ο Φίλοφ απευθύνθηκε με επιστολή στον αρχιστράτηγο του βουλγαρικού στρατού, στρατηγό Νικόλα Ζέκοφ, προτείνοντας τη συγκρότηση ειδικής ομάδας επιστημόνων που θα αναζητούσε και θα συγκέντρωνε πολιτιστικά αγαθά από τις περιοχές του μετώπου, με το επιχείρημα ότι κινδύνευαν να καταστραφούν ή να λεηλατηθούν από τις πολεμικές επιχειρήσεις (σας θυμίζει κάτι;)
Σύμφωνα με τον Ντιμιτρόφ, ο ίδιος ο Φίλοφ συγκρότησε την ομάδα, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων
Ο πρώην διευθυντής του βουλγαρικού μουσείου κατονομάζει μάλιστα δύο από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Ανατολικής Μακεδονίας: την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο και την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών
Από εκεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, συγκεντρώθηκαν εικόνες, εκκλησιαστικά σκεύη και χειρόγραφα, τα οποία μεταφέρθηκαν στη Σόφια και στις συλλογές του Λαϊκού Μουσείου
Έτσι, πίσω από τη μεταφορά εκατοντάδων ελληνικών κειμηλίων στη Βουλγαρία δεν εμφανίζεται απλώς η δράση μεμονωμένων στρατιωτών ή ένοπλων ομάδων, αλλά ένας οργανωμένος μηχανισμός στον οποίο συμμετείχαν στρατιωτικές αρχές και επιστήμονες, με τον Φίλοφ να κατέχει, σύμφωνα με βουλγαρικές πηγές, κεντρικό ρόλο
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, τα ίδια τα βουλγαρικά μέσα επαναφέρουν αυτή την ιστορία.
Το βουλγαρικό τηλεοπτικό δίκτυο bTV, σε δημοσίευμά του (1/10/2026) αναφέρει ότι κατά τον Α΄ Παγκοσμιο Πολεμο, ο Φίλοφ και συνάδελφοί του αρχαιολόγοι "μετέφεραν" στη Βουλγαρία από ελληνικά μοναστήρια 907 χειρόγραφα και εκκλησιαστικά αντικείμενα
Ανάμεσά τους βρίσκονταν εκκλησιαστικά σκεύη, χρυσά και αργυρά ποτήρια, εικόνες και λειψανοθήκες
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η τοποθέτηση της διευθύντριας του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας, Μπόνι Πετρούνοβα, η οποία μιλώντας στο bTV για τη συλλογή χρησιμοποίησε τον όρο «πολεμικά λάφυρα» για να περιγράψει αντικείμενα που είχαν φτάσει με διαφορετικούς τρόπους στα βουλγαρικά μουσεία
Το βουλγαρικό πολιτιστικό μέσο «Πλόσταντ Σλαβέικοφ», συνδέει επίσης τις "επιστημονικοστρατιωτικές αποστολές" του Φίλοφ και του καθηγητή Ιορντάν Ιβάνοφ με δύο συγκεκριμένα μοναστήρια της Βόρειας Ελλάδας
Την Εικοσιφοίνισσα και τον Τίμιο Πρόδρομο Σερρών
Η μεγαλύτερη και πλέον γνωστή υπόθεση αφορά την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης
Η βουλγαρική εφημερίδα «Σέγκα» (Τώρα) γράφει ότι τη Μεγάλη Δευτέρα, 27 Μαρτίου 1917, στρατιώτες υπό την καθοδήγηση του Τάνε Νικόλοφ, με τη συμμετοχή ένοπλων σωμάτων, μπήκαν στη Μονή, «αφαίρεσαν το μεγαλύτερο μέρος των κειμηλίων» και τα μετέφεραν στη Βουλγαρία
Ο Τάνε Νικόλοφ (1873-1947) ήταν Βούλγαρος βοεβόδας, με πολυετή ένοπλη δράση στη Μακεδονία και τη Θράκη
Η αναφορά της «Σέγκα» έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τον κατονομάζει ως επικεφαλής της συγκεκριμένης επιχείρησης
Εδώ ωστόσο προκύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση μεταξύ των ίδιων των βουλγαρικών πηγών
Η «Σέγκα» αποδίδει την επιχείρηση της 27ης Μαρτίου 1917 στον Τάνε Νικόλοφ
Παλαιότερες βουλγαρικές αναφορές, που επικαλούνταν μάλιστα το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της χώρας, έγραφαν ότι το 1917 «Βούλγαροι ανιχνευτές υπό τον Μπογκντάν Φίλοφ» συγκέντρωσαν μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας της Εικοσιφοινίσσης
Παραμένει επομένως ανοιχτό το ερώτημα εάν ο ίδιος ο Φίλοφ βρισκόταν προσωπικά στη Μονή κατά την επιχείρηση της 27ης Μαρτίου
Εκείνο που προκύπτει σαφέστερα από τις βουλγαρικές πηγές είναι ο κεντρικός ρόλος του στον ευρύτερο μηχανισμό συγκέντρωσης και μεταφοράς πολιτιστικών αγαθών στη Σόφια
Το μέγεθος της συλλογής της Εικοσιφοινίσσης ήταν εντυπωσιακό
Σύμφωνα με τη «Σέγκα», η βιβλιοθήκη της Μονής αριθμούσε το 1917 περίπου 1.300 τόμους, από τους οποίους οι 400 ήταν χειρόγραφα σε περγαμηνή
Η ίδια βουλγαρική πηγή αναφέρει ότι ιστορικές καταγραφές κάνουν λόγο για 430 χειρόγραφους κώδικες και 467 παλαίτυπα βιβλία, μαζί με μεγάλο αριθμό εκκλησιαστικών αντικειμένων
Παράλληλα, η «Σέγκα» αναφέρει ότι η ελληνική διεκδίκηση του 1923 περιλάμβανε 907 λειτουργικά αντικείμενα και 430 χειρόγραφους κώδικες
Οι διαφορετικοί αριθμοί που εμφανίζονται στις βουλγαρικές πηγές αφορούν διαφορετικές κατηγορίες αντικειμένων και ιστορικές καταγραφές και δεν πρέπει να θεωρούνται ένας ενιαίος κατάλογος
Ανάλογη ήταν η τύχη κειμηλίων και χειρογράφων από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών
Η πολιτιστική πύλη «Πλόσταντ Σλαβέικοφ» συνδέει τις βουλγαρικές "επιστημονικοστρατιωτικές αποστολές" με την αφαίρεση αντικειμένων τόσο από την Εικοσιφοίνισσα όσο και από τον Τίμιο Πρόδρομο
Η παλαιότερη μαρτυρία του Μποζιντάρ Ντιμιτρόφ είναι ακόμη πιο συγκεκριμένη
Η ομάδα που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε συγκροτηθεί με πρωτοβουλία του Φίλοφ συγκέντρωσε από τα δύο μοναστήρια εικόνες, εκκλησιαστικά σκεύη και χειρόγραφα, τα οποία μεταφέρθηκαν στο Λαϊκό Μουσείο της Σόφιας
Μέρος των χειρογράφων που παρέμειναν στη Βουλγαρία συνδέθηκε αργότερα με συλλογές που σήμερα μελετώνται στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών «Ιβάν Ντούιτσεφ» του Πανεπιστημίου της Σόφιας
Η συνέχεια της ιστορίας είναι ίσως ακόμη πιο αποκαλυπτική
Η «Σέγκα» αναφέρει ότι τα αντικείμενα φυλάχθηκαν σε ειδική «απόρρητη συλλογή» (τον λεγόμενο «σεκρέτεν φοντ») επειδή, βάσει των μεταπολεμικών υποχρεώσεων της Βουλγαρίας, έπρεπε να επιστραφούν στην Ελλάδα
Η ίδια πληροφορία εμφανιζόταν σε βουλγαρικά δημοσιεύματα ήδη από το 2015
Η βουλγαρική εφημερίδα «Τρουντ», έγραφε τότε ότι αντικείμενα από την Εικοσιφοίνισσα που είχαν "μεταφερθεί" στη Σόφια το 1917 εντάχθηκαν σε ειδικό απόρρητο απόθεμα ακριβώς επειδή, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, έπρεπε να επιστραφούν στο ελληνικό κράτος
Μία από τις λειψανοθήκες που αναφερόταν τότε είχε ολοκληρωθεί στις 25 Μαρτίου 1821 από τον ιερομόναχο Σεραφείμ και περιείχε λείψανα τεσσάρων Αγίων
Σύμφωνα με τις ίδιες βουλγαρικές αναφορές, η απόρρητη συλλογή αποχαρακτηρίστηκε μόλις το 1992
Η Ελλάδα είχε επιχειρήσει πολύ νωρίτερα να πάρει πίσω τα κειμήλια
Όπως αναφέρει η εφημερίδα «Σέγκα», το 1923 ο καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Γεώργιος Σωτηρίου ταξίδεψε στη Σόφια ζητώντας την επιστροφή των αντικειμένων που είχαν... "αφαιρεθεί"
Το δημοσίευεμα σημειώνει πως ότι η ελληνική διεκδίκηση αφορούσε, μεταξύ άλλων, 907 λειτουργικά αντικείμενα και 430 χειρόγραφους κώδικες
Από αυτά, σύμφωνα με τη βουλγαρική πηγή, επιστράφηκαν τότε μόλις επτά
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η γλώσσα που χρησιμοποιεί πλέον μέρος του ίδιου του βουλγαρικού Τύπου
Η εφημερίδα «24 Τσασά», γράφοντας (29/09/2026) για τη συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας, χρησιμοποίησε στον υπότιτλό της τη διατύπωση «αρπαγμένα από ελληνικά μοναστήρια το 1917»
Το ίδιο δημοσίευμα προσδιορίζει ως τόπους προέλευσης των κειμηλίων που επιστρέφουν την Εικοσιφοίνισσα, τον Τίμιο Πρόδρομο Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης
Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία
Όχι επειδή λύνει από μόνη της μια ιστορική διαμάχη, αλλά επειδή όροι όπως «αρπαγμένα» και «πολεμικά λάφυρα» δε χρησιμοποιούνται πλέον μόνο από την ελληνική πλευρά
Εμφανίζονται στον ίδιο τον βουλγαρικό δημόσιο διάλογο
Ο παραλληλισμός με τον λόρδο Έλγιν δεν αποτελεί φυσικά καθιερωμένο ιστορικό χαρακτηρισμό του Μπογκντάν Φίλοφ
Οι δύο περιπτώσεις ανήκουν σε διαφορετικές εποχές και διαφορετικές ιστορικές συνθήκες
Η αναλογία βρίσκεται αλλού
Ένας διακεκριμένος αρχαιολόγος και διευθυντής του σημαντικότερου μουσείου της χώρας του φέρεται, σύμφωνα με βουλγαρικές πηγές, να εισηγείται τη δημιουργία ενός μηχανισμού συγκέντρωσης πολιτιστικών αγαθών από τις περιοχές του μετώπου
Ομάδες που συνδέονται με αυτόν τον μηχανισμό φτάνουν σε δύο από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Ανατολικής Μακεδονίας
Εικόνες, χειρόγραφα, λειψανοθήκες και εκκλησιαστικοί θησαυροί μεταφέρονται στη Σόφια
Μετά τον πόλεμο, αντί να επιστραφούν στο σύνολό τους, μέρος τους καταλήγει σε μια «απόρρητη συλλογή»
Και περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, η επιστροφή τους εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διακρατικής διαπραγμάτευσης (!!!)
Ο Μπογκντάν Φίλοφ (1883-1945) ήταν αρχαιολόγος, ιστορικός της τέχνης και αργότερα πολιτικός
Σπούδασε στη Γερμανία και πραγματοποίησε μετεκπαίδευση σε σημαντικά ευρωπαϊκά κέντρα
Διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας και πρόεδρος της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών
Το επιστημονικό του έργο, ιδιαίτερα στους τομείς της αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης, απέκτησε διεθνή αναγνώριση
Το 1938 πέρασε ενεργά στην πολιτική, αναλαμβάνοντας υπουργός Παιδείας, ενώ το 1940 έγινε πρωθυπουργός της Βουλγαρίας
Στις 1 Μαρτίου 1941, υπέγραψε στη Βιέννη την προσχώρηση της Βουλγαρίας στο Τριμερές Σύμφωνο
Μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία, η Βουλγαρία ανέλαβε τη διοίκηση της ελληνικής Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης
Μετά τον θάνατο του βασιλιά Μπόρις Γ΄ το 1943, ο Φίλοφ εγκατέλειψε την πρωθυπουργία και έγινε ένας από τους τρεις αντιβασιλείς του ανήλικου Συμεών Β΄
Μετά την πολιτική ανατροπή του Σεπτεμβρίου του 1944, συνελήφθη και παραπέμφθηκε στο Λαϊκό Δικαστήριο
Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε την 1η Φεβρουαρίου 1945
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, στις 26 Ιουνίου 1996, με την υπ’ αριθμόν 172 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Βουλγαρίας, η καταδικαστική απόφαση εις βάρος του ακυρώθηκε
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.