19 Οκτωβρίου 2026

Μουσεία στη σημερινή Ελλάδα. Μεταμοντέρνες μουσειολογικές προσεγγίσεις και εμπορευματοποίηση μουσείων και αρχαιολογικών χώρων

Αθανάσιος Κωτσάκης

Ένα σημαντικό ζήτημα, το οποίο άπτεται της διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς στη σύγχρονη Ελλάδα, είναι μεταξύ άλλων εκείνο της διάρθρωσης και διαμόρφωσης των μουσειακών χώρων και συλλογών που υπάγονται στο Υπουργείο Πολιτισμού. Δεδομένου ότι ο χώρος της Ιστορίας, όπως και της Αρχαιολογίας, δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερος, αλλά συχνά εργαλειοποιείται, μέσω των κρατικών μηχανισμών, με γνώμονα την προαγωγή των συμφερόντων των ελλαδικών κοινωνικών και οικονομικών ελίτ, ανακύπτουν ζητήματα ιδεολογικής φύσεως, καθιστώντας και τον χώρο αυτό πεδίο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων.
Βασικά ζητήματα της όλης προβληματικής είναι:

α) Ποιοι καθορίζουν τη μουσειακή πολιτική;

β) Με ποιο ιδεολογικό υπόβαθρο και με την υποστήριξη ποιων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων, εγχώριων ή και ξένων, υλοποιείται η μουσειακή πολιτική;

γ) Με ποιες στοχεύσεις γίνεται η εκάστοτε διαμόρφωση και η γενικότερη διαχείριση των μουσειακών ή των αρχαιολογικών χώρων;  

Ο ρόλος της ξένης εξάρτησης της χώρας μας στη διαμόρφωση της πολιτικής διαχείρισης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Το ελλαδικό κράτος, σχεδόν από συστάσεώς του, βρίσκεται χώρο επιρροής των Αγγλοσαξώνων, αρχικά των Βρετανών (1831-1947) και εν συνεχεία των Αμερικανών (1947- έως και σήμερα). Η υποτέλεια αυτή δεν άπτεται μόνον των εξωτερικών σχέσεων της χώρας μας, αλλά έχει και επιπτώσεις και στο πεδίο του Πολιτισμού και της διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, δεδομένου του «ιδεολογικού μεταπρατισμού», ο οποίος επιχωριάζει σε μέλη της πολιτικο-οικονομικής και πνευματικής ηγέτιδας τάξης του τόπου μας, τα οποία λειτουργούν ως φορείς ξένων ιδεών, μέσα από τη διείσδυσή τους σε θέσεις-κλειδιά του κρατικού μηχανισμού, προς ίδιον όφελος.

Η συμβολή της μεταμοντέρνας θεώρησης στην αποδόμηση της επιστημονικής μεθοδολογίας και στην υποχώρηση της γνώσης


Από τη δεκαετία του ’90 και ύστερα, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και τον θρίαμβο των δυτικών / προτεσταντικών αξιών, όπως και της ελεύθερης αγοράς, έχει σταδιακά εισχωρήσει στον ακαδημαϊκό χώρο και σε κάποιες περιπτώσεις έχει κυριαρχήσει πλήρως η μεταμοντέρνα σχολή σκέψης. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι ο υποκειμενισμός, τη ρευστότητα, ο άκρατος σχετικισμός των πάντων, η αποδόμηση εννοιών αλλά και τον επαναπροδιορισμός τους.

 Στη μεταμοντέρνα αντίληψη ενυπάρχει ένας διάχυτος μηδενισμός, μία έλλειψη σαφήνειας και απουσία καθάριου λόγου, ενώ δεν υπάρχει η πραγματικότητα και αλήθεια, την οποία μπορούμε να διερευνήσουμε με επιστημονικές μεθόδους, αφού η (κατά το δυνατόν) αντικειμενικότητα στην έρευνα θεωρείται αδύνατη και ανύπαρκτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επινοείται π.χ. το αξίωμα “History does not exist”, όπου κάθε απόπειρα προσέγγισης της ιστορικής αλήθειας, είτε μέσα από τας γραπτές πηγές είτε μέσα από τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι μάταιη. Αντίθετα το μόνο δεκτό είναι η ύπαρξη «πολλαπλών ιστοριών», όπου ο καθένας έχει να υποστηρίξει την ατομική του «ιστορία», χωρίς την ανάγκη του ορθολογισμού και της επιστημονικής βασάνου, που θα οδηγούσε σε κάποιο (στο μέτρο του δυνατού) κοινά αποδεκτό επιστημονικό πόρισμα. Εκτός όμως από την απόπειρα αποδόμησης της εγκυρότητας των επιστημονικών μεθόδων, η αντίληψη αυτή έχει σημαίνοντα ρόλο και στην εν Ελλάδι «εθνοαποδόμηση», δηλαδή στο αφήγημα που υποστηρίζει ότι το ελληνικό έθνος είναι ένα «νεαρό» έθνος, διάρκειας ζωής δύο περίπου αιώνων, κατασκεύασμα του ελλαδικού κράτους και ουσιαστικά των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων, ενώ ο όρος «Τουρκοκρατία» έχει σχεδόν εξαλειφθεί, για λόγους που όλοι μπορούμε να φανταστούμε. 

Παράλληλα, αρχαιολογικοί χώροι και μουσεία μας έχουν εκχωρηθεί ουσιαστικά σε ιδιωτικές κερδοσκοπικές εταιρείες. Μέσα λοιπόν σε αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα η πολιτική της διαχείρισης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Η εφαρμογή μεταμοντέρνων αντιλήψεων στον χώρο της Μουσειολογίας στην Ελλάδα


Οι παραπάνω αντιλήψεις έχουν βρει σε ορισμένες περιπτώσεις εφαρμογή στο πεδίο του τρόπου έκθεσης των μουσειακών αντικειμένων. Έτσι, συναντά κανείς μουσεία με αξιόλογα αρχαιολογικά εκθέματα, τόσα από ιστορική όσο και από καλλιτεχνική άποψη, των οποίων όμως η τεκμηρίωσή είναι ελλιπής και γενικότερα προβληματική. Έτσι λοιπόν, σε κάποιες περιπτώσεις, εντυπωσιακά κατά τα άλλα εκθέματα συνοδεύονται απλώς από μία λεζάντα, χωρίς λεπτομέρειες, χωρίς ούτε καν χρονολόγηση. Αυτό είναι προφανές ότι εμποδίζει τον επισκέπτη από να τα εντάξει στον χώρο και το χρόνο, καθώς και μα γνωρίσει τη χρηστικότητά τους και τον τρόπο λειτουργίας τους.

Πως όμως ερμηνεύεται η μουσειολογική επιλογή παρουσίασης περιορισμένων έως ελάχιστων πληροφοριακών στοιχείων για τον αναγνώστη; 

Μία ερμηνεία θα μπορούσε να είναι ότι αυτό εντάσσεται στο γενικότερο φαινόμενο υποχώρησης του μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου του μέσου πολίτη σε όλο τον δυτικό κόσμο, ως απόρροια συγκεκριμένων (νεοφιλελεύθερων) πολιτικών επιλογών μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού (1989). 

Μία άλλη ερμηνευτική προσέγγιση, που συνδέεται με την παραπάνω, θα μπορούσε ιδωθεί από το οπτικό πρίσμα του μεταμοντερνισμού, βάσει του οποίου υπάρχουν «πολλαπλές αναγνώσεις του παρελθόντος» και «πολλαπλές, ατομικές ιστορίες», αντί της μίας, αφού η (κατά το δυνατόν) αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας θεωρείται ως μία διαδικασία φύσει μάταιη. 

Πιθανόν λοιπόν εδώ ο επισκέπτης να καλείται να «δημιουργήσει» τη δική του, ατομική, ερμηνευτική προσέγγιση, «κατασκευάζοντας» τη δική του «πραγματικότητα», όπως επιτάσσει ο μεταμοντέρνος υποκειμενισμός. Το μουσείο λοιπόν στην περίπτωσή μας δεν φαίνεται να έχει ως στόχο να αποτελεί πεδίο μόρφωσης και εμβάθυνσης της γνώσης των απλών επισκεπτών στο ιστορικό μας παρελθόν (μέσω της επαφής τους με τα υλικά της κατάλοιπά των παλαιότερων εποχών) ή στην τέχνη και την ιστορία της, αλλά δείχνει να αποτελεί -σε κάποιες περιπτώσεις- απλώς χώρο αναψυχής για «ειδικό κοινό». 

Στο ίδιο πλαίσιο, εκείνο της αποδομητικής λογικής, φαίνεται ότι εντάσσεται και η «θεματική» μουσειολογική προσέγγιση, όπου τα εκθέματα δεν παρουσιάζονται με βάσει την ιστοριογραμμή, δηλαδή με βάση την πορεία του χρόνου και διαδοχή των ιστορικών περιόδων, αλλά με βάση επιμέρους θεματικές ενότητες (π.χ. θρησκεία, κοινωνία, οικονομία, γυναίκα κτλ), παρατιθέμενα χωρίς κάποια συνοχή και χωρίς συνύπαρξη με τα άλλα μουσειακά αντικείμενα της ίδιας με αυτά περιόδου, ώστε να σχηματίζεται με σαφήνεια στον επισκέπτη η έννοια της ιστορικής πορείας και της ιστορικής συνέχειας, δηλαδή της «μεγάλης εικόνας».

Ο κατακερματισμός της μουσειακής έκθεσης σε επιμέρους θεματικές υποενότητες διασπά τη ροή, την αλληλουχία και την ενότητα του ιστορικού χρόνου και είναι προφανές ότι προκαλεί σύγχυση στον επισκέπτη, ακόμα και στον ειδικό, πολλώ δε μάλλον στα μικρά παιδιά και γενικότερα τους μαθητές που επισκέπτονται τα μουσείο στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών δράσεων των σχολικών μονάδων της χώρας μας. Το να περιτρέχει κανείς επαναλαμβανόμενα τον ιστορικό χρόνο μέσω των υλικών του καταλοίπων πολλές φορές μέσα σε λίγα λεπτά, πηγαίνοντας μπρος-πίσω π.χ. από την προϊστορική εποχή έως την ύστερη αρχαιότητα κατ’ επανάληψιν, ανάλογα με τη θεματική ενότητα στην οποία εντάσσονται τα εν λόγω αντικείμενα, αυτό προφανέστατα είναι πέρα για πέρα χαοτικό και διασπαστικό, ιδίως όταν η ξενάγηση σε μουσεία εντάσσεται σε σχολικές δράσεις διδακτικής του μαθήματος της Ιστορίας.

Ευτυχώς πάντως η μεταμοντέρνα μουσειολογική προσέγγιση δεν έχει βρει καθολική αποδοχή και εφαρμογή στα μουσεία της χώρας μας, με αποτέλεσμα σήμερα να είναι επισκέψιμα σημαντικά μουσεία, που δεν ακολουθούν αυτή τη γραμμή, όπως π.χ. το Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών και το Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας, τα οποία έχουν υποδειγματική διάρθρωση του χώρου, σε σχέση με την ιστοριογραμμή, κάνοντας παράλληλα χρήση προηγμένων τεχνολογικά μέσων ανάδειξης των μουσειακών εκθεμάτων.
 

Οι αγγλοσαξωνικές αντιλήψεις περί αρχαιοτήτων 

Σε χώρες του προτεσταντικού ευρωπαϊκού Βορρά, όπως η Αγγλία και η Σουηδία, τα Μουσεία δεν αποτελούν χώρους ιστορικής μνήμης, αλλά μάλλον χώρους αναψυχής, ιδίως για τα ευπορότερα κοινωνικά στρώματα. Εκεί θα δει κανείς δεξιώσεις δίπλα σε αρχαιότητες, προϊόντα της αποικιοκρατικής λεηλασίας των παρελθόντων αιώνων από χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Ιράκ (Μεσοποταμία), το Ιράν (Περσία), η Κίνα κτλ.

 Δεδομένου ότι τα εν λόγω μουσειακά αντικείμενα δεν αποτελούν μέρος της ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς των Ευρωπαίων αποικιοκρατών, αλλά απλώς «λάφυρα» του αποικιοκρατικού τους παρελθόντος αντιμετωπίζονται ως οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο μπορεί να τους προσπορίζει πλούτο, ως εμπόρευμα (π.χ. διεξάγονται δεξιώσεις εντός αρχαιολογικών μουσείων, με ελληνικές ή άλλες αρχαιότητες). Ως εκ τούτου, εδώ δεν υφίσταται η έννοια του αρχαιοκαπήλου, παρά μόνον του «συλλέκτη» αρχαιοτήτων, καθόλα νόμιμου, με τη λεηλασία της Ακρόπολης από τον Έλγιν να θεωρείται μία απολύτως φυσιολογική και θεμιτή ενέργεια, τα αποτελέσματα της οποίας είναι, από ηθική και νομική άποψη, απολύτως αποδεκτά. Δεδομένης, όπως προαναφέρθηκε, της εξάρτησης της χώρας μας από τον αγγλοσαξωνικό παράγοντα και της συνακόλουθης διείσδυσης στον χώρο των ελλαδικών πνευματικών ελίτ και υιοθέτησης αγγλοσαξωνικών μοντέλων και αντιλήψεων, τότε είναι λογικό και αυτές, στο πλαίσιο του «ιδεολογικού μεταπρατισμού», να αντιμετωπίζουν τα μουσεία και της αρχαιότητες ως εμπόρευμα.

Μεταμοντερνισμός, Νεοφιλελευθερισμός και διαχείριση πολιτισμικών αγαθών

Η παραπάνω αγοραία αγγλοσαξωνική αντίληψη περί μουσείων και αρχαιολογικών χώρων έχει ιδεολογικοποιηθεί στο πλαίσιο του μεταμοντερνισμού και του νεοφιλελευθερισμού. Βασική αρχή αυτής της προσέγγισης είναι η προτεραιοποίηση του ατόμου έναντι του κοινωνικού συνόλου, κατά την προτεσταντική / καπιταλιστική κοσμοαντίληψη, με τις πολλαπλές (ατομικές) αναγνώσεις, νοήματα και αφηγήσεις να αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της. Αυτό συνδέεται άρρηκτα με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη που θεωρεί ότι δεν υφίσταται έννοια της κοινωνίας παρά μόνον εκείνη του ατόμου:

 “Τhere is no such thing as society”, όπως είχε πει κάποτε και η πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ. Έτσι λοιπόν, τα αρχαιολογικά εκθέματα παύουν να λειτουργούν ως υλικά κατάλοιπα ενός συλλογικού ιστορικού παρελθόντος, αλλά «αποϊστορικοποιούνται», χάνοντας το ιστορικό τους βάθος και την ιστορική τους αξία. Κατά τη μεταμοντέρνα και νεοφιλελεύθερη αντίληψη τα μουσειακά εκθέματα προσεγγίζονται αποσπασματικά, έξω από το συγκείμενό τους (context), ως πεδία αισθητικής και αισθητηριακής απόλαυσης, κυρίως για τα μέλη των ελίτ. Εδώ λοιπόν το μουσείο από χώρος διδασκαλίας και παιδείας, αλλά και από χώρος φύλαξης κειμηλίων της ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς ενός λαού, μετατρέπεται πλέον σε χώρο ατομικής ψυχαγωγίας και συλλογής εμπειριών για εύπορους επισκέπτες - πελάτες, όπου η σκηνοθεσία διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο. Το μεταμοντέρνο / μετανεωτερικό και νεοφιλελεύθερο μουσείο δεν είναι δημοκρατικό, παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, αλλά έχει έναν βαθιά ταξικό χαρακτήρα, απευθυνόμενο κατά βάση σε «ομάδες ειδικών ενδιαφερόντων», ήτοι σε μέλη των ελίτ (ή και σε προνομιακά επιλεγμένες μειονοτικές ομάδες, ευρισκόμενες υπό την αιγίδα των ελίτ). Επόμενο λοιπόν είναι η μεταμοντέρνα / νεοφιλελεύθερη Μουσειολογία αφενός να αναιρεί την ιστορική και πολιτισμική αξία των μουσειακών εκθεμάτων αφετέρου να αποδομεί τον δημόσιο χαρακτήρα των μουσείων, μέσα και από την αποδοχή ιδιωτικών χορηγιών και συνεργασιών με ιδιώτες.

Η εμπορευματοποίηση των εν Ελλάδι αρχαιολογικών και μουσειακών χώρων


Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντερνισμού, όπως και η γενικότερη προώθηση αγγλοσαξωνικών πολιτισμικών μοντέλων και αντιλήψεων αναφορικά με την έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς και της διαχείρισή της έχει οδηγήσει στο φαινόμενο της εκχώρησης του θεμελιωδών συλλογικών αγαθών από τα χέρια του ελληνικού λαού στα χέρια ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων. 

Η εκχώρηση της διαχείρισης των μουσείων της χώρας μας σε ιδιώτες (π.χ. με την ίδρυση του Οργανισμού Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς ΑΕ - Hellenic Heritage Organisation SA στις 26-7-2026), αλλά και η γενικότερη σύμπραξη φορέων του Υπουργείου Πολιτισμού με το ιδιωτικό κεφάλαιο και ιδίως με κερδοσκοπικές εταιρείας διαχείρισης του Πολιτισμού και του Τουρισμού, έχει ως αποτέλεσμα την αποδόμηση της έννοιας του δημόσιου χαρακτήρα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, μετατρέποντάς την σε οικονομικό μέγεθος. Βάσει αυτής της αντίληψης, ο ελληνικός λαός δεν είναι κύριος των μνημείων του ιστορικού του- παρελθόντος, αλλά αυτά προορίζονται να υπηρετούν οικονομικούς στόχους, μέσα από τη διασύνδεση του Πολιτισμού με την τουριστική «βιομηχανία» και μέσα από την τάση για θέσπιση επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων οικονομικού χαρακτήρα, όπως σε μία οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία. 

Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η ραγδαία αύξηση της τιμής των εισιτηρίων σε πολλούς μουσειακούς και αρχαιολογικούς χώρους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η πρόσβαση σε αυτό το κοινωνικό αγαθό καθίσταται πλέον ιδιαιτέρως δυσχερής για τη μέση ελληνική οικογένεια, εν μέσω οικονομικής ύφεσης και δυσπραγίας. Οι τεράστιες κοινωνικές ανισότητες στη χώρα μας έχουν τις επιπτώσεις τους και σε αυτό το πεδίο. 

Έτσι, π.χ. βλέπουμε να γίνονται στην Ακρόπολη κατ’ ιδίαν (“privé”) ξεναγήσεις, εκτός ωραρίου λειτουργίας, για εύπορους ξένους, να γίνεται γαμήλια δεξίωση εντός του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών από μέλη της τέως βασιλικής οικογένειας, αλλά και να γίνεται επίσης γαμήλια δεξίωση στο Νιόκαστρο της Πύλου για τον γάμο της κόρης του Πέτρου Κωστόπουλου, ο οποίος μάλιστα υπήρξε ο εισηγητής στη Ελλάδα της πολιτισμικής εκδοχής του σημιτικού «εκσυγχρονισμού» (μας «ξεβλάχεψε», όπως διατείνεται). 

Βρισκόμαστε λοιπόν πλέον σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχουν επισκέπτες μουσείων και αρχαιολογικών χώρων -και συνάμα πολίτες- δύο ταχυτήτων, δύο διαφορετικών κοινωνικο-οικονομικών status, για τους οποίους επιφυλάσσεται μία εντελώς διαφορετική μεταχείριση. Η έννοια της περιβόητης «πολυφωνίας» και «συμπερίληψης» εδώ αποδεικνύεται ακόμα μία φορά κενή περιεχομένου. Αντιθέτως, γινόμαστε μάρτυρες μίας οιονεί αναβίωσης της φεουδαρχίας τον 21ο αιώνα («νεοφεουδαρχίας»), με τις έννοιες της ισότητας, της ισοτιμίας και της ισονομίας να αποτελούν πλέον ζητούμενο.

Νεοαποικιοκρατία και διαχείριση πολιτιστικής κληρονομιάς


Η Ελλάδα, όντας σε σχέση εξάρτησης και υποτέλειας έναντι τρίτων χώρων, έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά χώρας περιορισμένης κυριαρχίας. Ενδεικτικό της κατάστασης αυτής είναι μεταξύ άλλων το γεγονός της χαμηλής παραγωγικότητας και της υπέρμετρης εξάρτησής της από την παρασιτική οικονομία, με το 20% του ΑΕΠ να προέρχεται από τον τουρισμό, συγκρινόμενο μόνον με εκείνο νησιωτικών τουριστικών «παραδείσων» του Τρίτου Κόσμου. Η χώρα μας λοιπόν, έχοντας απωλέσει βασικά χαρακτηριστικά που καθιστούν μία χώρα κυρίαρχη, δείχνει να μετατρέπεται σταδιακά από χώρα σε «χώρο».

 Στο πλαίσιο αυτό, το πεδίο των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων δείχνει να διατίθεται και αυτό με πρώτιστο μέλημα την εξυπηρέτηση των ξένων επισκεπτών και δη των οικονομικών μεγιστάνων. Είναι ζήτημα χρόνου να δούμε και στα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας μας οικονομικούς ολιγάρχες, είτε ξένους είτε ελληνόφωνους, να κάνουν δεξιώσεις στα μουσεία μας, ανάμεσα στα αρχαία εκθέματα, όπως κάνουν οι Άγγλοι στο Βρετανικό Μουσείο με τα «Ελγίνεια». Για τις κυρίαρχες τάξεις η πολιτιστική μας κληρονομιά δεν αποτελεί χώρο παιδείας, μόρφωσης και πολιτισμού, ούτε χώρο ιστορικής μνήμης, αλλά απλώς χώρο εμπειριών και πρωτίστως ένα ακόμα μέσο για οικονομική κερδοφορία. 

Εν κατακλείδι

Οι σύγχρονες τάσεις στη διαχείριση των πολιτισμικών αγαθών, όπως αυτές εφαρμόζονται σήμερα στη χώρα μας, έχουν ως κοινό τους χαρακτηριστικό την απομάκρυνση της λειτουργίας των Μουσείων από την έννοια του μορφωτικού και πολιτιστικού αγαθού (όπως και κάθε άλλου κοινωνικού αγαθού, ευρισκόμενου στην υπηρεσία του απλού πολίτη). Επίσης, δεν θεωρούνται χώροι ιστορικής μνήμης για τον ελληνικό λαό. Απεναντίας, οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία τείνουν να αντιμετωπίζονται πλέον ως χώροι κερδοφορίας και αναψυχής μελών των εγχώριων και ξένων οικονομικών ελίτ, στο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας και της μεταδημοκρατίας στην οποία ζούμε. 

Η αντιμετώπιση αυτής της παθογένειας περνάει πρωτίστως μέσα από τον αγώνα για περισσότερη δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και εθνική ανεξαρτησία, παράγοντες που συνδέονται άρρηκτα με το ζήτημα της χρηστής διαχείρισης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Η αντίσταση λοιπόν της κοινωνίας (και ιδίως των τοπικών κοινωνιών) απέναντι στις παραπάνω μεθοδεύσεις αποτελεί μονόδρομο. Το δρόμο μας τον δείχνει ο στρατηγός Μακρυγιάννης: «Είχα δύο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα ’χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν… Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Δι’ αυτά πολεμήσαμεν».

____________________

Για περισσότερες σχετικές πληροφορίες, βλ., Ασημίνα Κανιάρη, Το μουσείο ως χώρος της Ιστορίας της Τέχνης. Εκθέσεις, συλλογές και η τέχνη από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Αθήνα 2013, 53-101



ΠΗΓΗ - Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.