Του Δημήτρη Βασιλειάδη
Καθώς αυτές τις μέρες άκουγα και διάβαζα απόψεις πάνω στο εξομολογητικό κείμενο των 2.500 λέξεων που έγραψε μια γυναίκα για να περιγράψει τους βιασμούς της –όπως η ίδια ισχυρίζεται- από άνδρα, γνωστό, φημισμένο και μεγαλόσχημο στο πολιτικό του χώρο όπως λένε, ο οποίος αγωνίζεται (ο χώρος, και ο ίδιος βέβαια) για έναν κόσμο με ειρήνη και ισότητα παντού, που χαίρει θαυμασμού και ‘’που αβρές μαθητριούλες τον αγαπούν και σιωπηροί ποιητές’’ όπως λέει κι ο ποιητής, στο μυαλό μου άρχισε να τριγυρνάει η ιστορία της 11χρονης Ματριόσα και του Σταυρόγκιν των ‘’Δαιμονισμένων’’ του μέγα Ντοστογιέφσκι.
Κι αυτό έγινε γιατί άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπάρχουν πολλά κοινά στις δύο ιστορίες αλλά και διαφορές σημαντικές, τέτοιες, που είναι αρκετές για να σε βάλουν σ΄ ένα παιχνίδι σκέψεων και συγκρίσεων. Στο μυαλό ακόμα ήρθε και ο έρωτας έτσι όπως τον απογειώνει ο μέγας Οκτάβιο Πας στο ‘’Διπλή φλόγα : Έρωτας και Ερωτισμός’’, στο οποίο, καταρρίπτεται το αξίωμα αυτών των πολιτικών χώρων που λέει ότι η ηθική κι ο έρωτας ανάμεσα στα δύο φύλλα είναι μικροαστικές συνθήκες και ότι η συνεύρεση ενός άνδρα με μια γυναίκα υπάρχει μακριά από αισθήματα, και μόνο για ‘’εξυπηρετηθεί’’ το γενετήσιο ένστικτο του ανθρώπου (αυτό ακριβώς είδαμε στη πιο χυδαία εκδοχή του μέσα στο κείμενο των μόλις 2.500 λέξεων). Πάνω σ΄ αυτό το ζήτημα όμως, ο μέγας Οκτάβιο λέει :
‘’…η ανάσταση του έρωτα αποτελεί μέρος της πολιτικής αναγέννησης. Και τα δύο έρωτας και πολιτική , εξαρτώνται από την αναγέννηση μιας έννοιας που υπήρξε ο άξονας του πολιτισμού μας, την έννοια του προσώπου’’.
Η διαφορά των αντιλήψεων είναι φανερή, δε νομίζετε ;… τέλος πάντων…
Δεν θέλω να μπω στην ουσία όσων καταγγέλονται στο κείμενο των 2.500 λέξεων και να μπλέξω έτσι στη συζήτηση που έχει ανοίξει. Η ματιά με την οποία βλέπω τον κόσμο δεν έχει να κάνει ούτε με ‘’πατριαρχίες’’ ούτε με ‘’μητριαρχίες’’ ούτε και με ‘’me too’’. Όλα αυτά είναι μακριά απ΄ τον κώδικα αξιών μου. Έχω πολλές φορές καεί από το γάλα τέτοιων ιστοριών που στο τέλος αποδείχθηκαν φούσκες, γι αυτό και τώρα φυσάω και το γιαούρτι. Η ουσία για μένα είναι κρυμμένη αλλού, και γι αυτήν θέλω να μιλήσω. Θέλω να δω το κείμενο αυτό σαν ένα μικρό λογοτέχνημα που πάνω του θέλω να ανοίξω μια κουβέντα με τον εαυτό μου πρώτα, συγκρίνοντας το με την ιστορία της μικρούλας Ματριόσα (πόσο δίκιο έχει ο Ζουμπουλάκης όταν λέει : σπουδάζω στις σελίδες των μυθιστορημάτων (λογοτεχνίας) το βάρος και την ομορφιά (και την ασχήμια λέω εγώ) του κόσμου), στα οποία είδα τόσες ομοιότητες μα και τόσες διαφορές, όπως είπα πριν. Θέλω να μιλήσω για την επίγευση των δύο ιστοριών και την αποφορά που τις συνοδεύει.
Η Ματριόσα είναι ένα αθώο πλασματάκι (τι άλλο μπορεί να είναι ένα ενδεκάχρονο παιδί), κακοποιημένο απ΄ το οικείο περιβάλλον του, με χαμηλή αυτοεκτίμηση –άρα και ευάλωτο. Ο Σταυρόγκιν, πλούσιος, γόνος πλούσιας και φημισμένης οικογένειας, κουβαλάει την ανία της τάξης του, κυρίως όμως του μηδενιστικού χαρακτήρα του ίδιου για την ίδια τη ζωή, έξαλλα πολλές φορές παθιασμένος, που τραβάει στα άκρα τον αγώνα του να δει, μέχρι που μπορεί η ηθική να σταθεί εμπόδιο στην ελευθερία του. Μια μέρα λοιπόν κρύβει το μαχαιράκι του, μετά ισχυρίζεται ότι του κλέψαν, και περίτεχνα στρέφει τις υποψίες στην αθώα Ματριόσα. Η μανα της τη σαπίζει στο ξύλο. Έτσι, καθώς είναι σε απόγνωση (αφού δεν πείθει πως είναι αθώα) και ευάλωτη, την πλησιάζει ο Σταυρόγκιν, την παραπλανά, την αποπλανά και στο τέλος τη βιάζει. Όταν η μικρούλα μας έρχεται σε επίγνωση αυτού που έγινε, καταρρέει. Φωνάζει στη μάνα της ‘’σκότωσα το Θεό !’’. Στέκεται λοιπόν αγέρωχη μπροστά στο βιαστή της, κλείνεται στον αχυρώνα και αυτοκτονεί –απαγχονίζεται.
Ο δαιμόνιος Σταυρόγκιν, καταλαβαίνει τα πάντα. Καταλαβαίνει ότι το παιδί τραβά προς την αυτοκτονία και με απόλυτη ψυχρότητα παρακολουθεί το γεγονός, και παρ΄ όλ΄ αυτά δεν κάνει τίποτα για να προλάβει το κακό. Το κακό όμως έγινε. Βέβαια, αργότερα, προστρέχει στο γέροντα Τύχωνα να εξομολογηθεί. Το κάνει όμως όχι από ειλικρινή μεταμέλεια αλλά ωθούμενος απ΄ την ακόρεστη ανάγκη του να παίξει όπως είπα πριν, με την σχέση ηθικής-ελευθερίας, να βιώσει την ηδονή του πως είναι ταπεινώνεσαι (χαρακτηριστικό της εξομολόγησης).
Αργότερα όμως, ο μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ο Ντοστογιέφσκι, το βάζει να αντιληφθεί το μέγεθος της πράξης του, το πώς έζησε γενικά, τον ηθικό του ξεπεσμό, οδηγώντας κι αυτόν στην, με τον ίδιο τρόπο της Ματριόσκα, αυτοκτονία.
Πίσω από την περσόνα του Σταυρόγκιν, ενός ανθρώπου ερείπιου, χωρίς ηθικό έρμα, στην ιστορία της σχέσης του με τη Ματριόσα, ο Ντοστογιέφσκι, αναδεικνύει τον ξεπεσμό της ύπαρξης, το ηθικό τέλμα μιας κοινωνίας. Παίζει με τα άκρα. Για να το πετύχει αυτό, βάζει έναν άνθρωπο ερείπιο να βιάσει ένα παιδί (συμβολισμός της αγαθότητας, της αθωότητας, της καθαρότητας).
Ο Ντοστογιέφσκι δεν είναι ένας υποκριτής ηθικιστής. Στον κόσμο του η ηθική συγκροτείται από στοιχεία των εμπειριών που σωρεύουν απ΄ τον αγώνα τους οι άνθρωποι να αγγίξουν την ομορφιά, την ομορφιά που υπάρχει από καταβολής κόσμου, απόλυτη και σταθερή και περιμένει απ΄ τους ανθρώπους να ανακαλύψουν. Που για να γίνει αυτό, πρέπει να έρθουν σε βαθιά επίγνωση το πόσο τρομακτικό, πόσο βαρύ είναι το να είσαι απόλυτα μα απόλυτα ελεύθερος να επιλέγεις. Να πρέπει να ξεχωρίσεις και τελικά να επιλέξεις το καλό απ΄ το κακό. Να καταλάβεις τελικά δηλαδή, ότι η ηθική, δεν είναι υπόθεση του ‘’εγώ’’ σου. Γιατί αν μετά από τόσο αγώνα καταλήξεις εκεί, τότε έχεις αγγίξει την ασχήμια, το κακό κρυμμένο πίσω από μια ψευδαίσθηση ομορφιάς. Μα αν καταλήξεις ότι το ηθικό συγκροτείται από την αγαπητική σου σχέση με τους συνανθρώπους σου, το δόσιμό σου σ΄ αυτούς και τον κόσμο όλο που σε φιλοξενεί και σε περιβάλλει, ότι έχεις μεγάλη ευθύνη να γίνει αυτός ο κόσμος καλύτερος, τότε αγγίζεις το κάλλος. Όλα τα μαθήματα που σου προσφέρει ο αγώνας αυτός, είναι αυτά που συγκροτούν κατά τη γνώμη μου την ηθική στη σκέψη του Ντοστογιέφσκι.
Δεν θα μιλήσω για το τι λέει το κείμενο των 2.500 λέξεων. Λίγο πολύ οι περισσότεροι το διαβάσαμε. Στο κείμενο λοιπόν αυτό, είδα την απανθρωποίηση των ανθρώπινων σχέσεων, είδα το κατακομμάτιασμα και τελικά το θάψιμο της ιερότητας του ανθρώπινου πρόσωπου, είδα τη χυδαιότητα να βασιλεύει, είδα τον ξεπεσμό, την καθύβριση του ανθρώπινου σώματος, είδα τον πλήρη ξεπεσμό και τη χυδαιοποίηση της πιο ωραίας προίκας που δόθηκε στον άνθρωπο για να πορεύεται -τον έρωτα. Είδα τον άνθρωπο από ‘’ζώον λογικόν και θεούμενον’’ να γίνεται πιο ζώο κι απ΄ τα ζώα. Ακριβώς ότι είδα και στην σχέση Σταυρόγκιν-Ματριόσα. Βέβαια, στο σχήμα Σταυρόγκιν-Ματριόσα είδα το κακό να χυμάει στην αθωότητα. Μόνο που στο κείμενο των 2.500 λέξεων δεν είδα πουθενά κάποια αθωότητα να πέφτει θύμα. Και αν μέσα απ΄ αυτό το κείμενο φωτογραφίζονται έτσι οι αξίες όχι απλά ενός χώρου που θέλει να κάνει τον κόσμο καλύτερο αλλά ολόκληρης της κοινωνίας, τότε η τόση χυδαιότητα, η τόση απανθρωπιά που τα χαρακτηρίζει μαρτυρά άλλα πράματα... Λέει ο Οκτάβιο Πας, που συχνά τον πιάνουν στο στόμα τους όλοι οι ινστρούχτορες του χώρου αυτού στο μνημειώδες ‘’Διπλή φλόγα : Έρωτας και Ερωτισμός’’ :
‘’…χωρίς την πίστη σε μια αθάνατη ψυχή, άρρηκτα συνδεδεμένη με ένα σώμα θνητό, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί ο μοναδικός έρωτας ούτε η συνέπειά του, η μετατροπή του αντικείμενου της επιθυμίας σε υποκείμενο που επιθυμεί… ο έρωτας έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την έννοια του προσώπου, και αυτή με τη σειρά της την έννοια της ψυχής ενσαρκωμένης σ΄ ένα σώμα’’
Και κάπου πάλι στην ‘’Ηλιόπετρά’’ του ξαναλέει:
‘’μάχη είναι η αγάπη, όταν δυο φιλιούνται
αλλάζει ο κόσμος, παίρνουν σάρκα οι πόθοι’’
ή
‘’γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται’’
Όλα αυτά που πριν διαβάσατε, απ΄ το στόμα του Οκτάβιο, δεν εννοούνται, ούτε καν υπονοούνται πουθενά στις 2.500 λέξεις. Το μόνο που υπάρχει και είναι έντονο σ΄ αυτές είναι η αποφορά μιας αρρωστημένης κατάστασης στο τελικό της στάδιο, και μια επίγευση κολλημένη στο μυαλό που η αίσθησή της που σε πλημμυρίζει, είναι φτιαγμένη από τα υλικά δυο στίχων ενός ποιήματος του μεγάλου μας της ‘’φυγής’’ :
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν.
Σώματα που δεν ξέρουν πια πως ν΄ αγαπήσουν
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.