24 Αυγούστου 2026

Το μιλλέτ χωρίς σουλτάνο

Η ιστορία του Λιβάνου, ο καθρέφτης της Κύπρου και της Ελλάδας, και το τηλεφώνημα του Κίσινγκερ.

Αλέξανδρος Τσίγγος


Στο Chatham House, το πιο αριστοκρατικό ινστιτούτο εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας, ανεβαίνει στο βήμα ο Ζαν Αζίζ, πολιτικός σύμβουλος του Προέδρου του Λιβάνου Αούν. Και αφηγείται ένα ανέκδοτο ηλικίας πενήντα χρόνων.

Άνοιξη του 1976. Ο Λίβανος καίγεται ήδη έναν χρόνο. Ο Ντιν Μπράουν, ο ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου στη Βηρυτό, τηλεφωνεί στον προϊστάμενό του, τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ. Και ο Χένρι Κίσινγκερ, λέει ο Αζίζ, του απαντά με τούτα περίπου τα λόγια. «Ξέχασέ το. Βρήκα τη λύση. Θα παραδώσω τον Λίβανο στον Χαφέζ αλ-Άσαντ, και οι Ισραηλινοί συμφωνούν».

Και μετά ο Ζαν Αζίζ βγάζει το συμπέρασμά του. Ο άνθρωπος έκανε τραγικό λάθος. Ακολούθησε μισός αιώνας πολέμων και αστάθειας, που έμπλεξε τη Συρία, το Ισραήλ, την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και, πάνω απ’ όλα, τους Φρουρούς της Επανάστασης της Τεχεράνης σε ένα αιματηρό τέλμα.

Ο κατάλογος των θυμάτων του όμως αξίζει μια δεύτερη ανάγνωση. Συρία, Ισραήλ, Ευρώπη, Αμερική, Ιράν. Κάποιος λείπει. Λείπουν οι Λιβανέζοι. Λείπουν οι εκατόν πενήντα χιλιάδες νεκροί, οι εξαφανισμένοι, οι σφαγμένοι των στρατοπέδων, η κοινωνία που ξεκοιλιάστηκε. Ο σύμβουλος του Προέδρου του Λιβάνου μιλάει στο Λονδίνο για την καταστροφή της χώρας του, και το θύμα της αφήγησής του δεν είναι ο λαός του. Είναι οι ξένοι διαχειριστές που «μπλέχτηκαν».

Σε αυτή τη λεπτομέρεια θα επανέλθουμε στο τέλος. Πρώτα όμως πρέπει να πάμε πίσω. Όχι στο 1976. Πολύ πιο πίσω. Γιατί ένα τηλεφώνημα δεν σκοτώνει μια χώρα. Για να πεθάνει μια χώρα από ένα τηλεφώνημα, πρέπει να έχει χτιστεί έτσι ώστε να πεθαίνει με τηλεφωνήματα.

Το βασίλειο των λογιστών, των τραπεζών και της αποικιοκρατίας


Επί τετρακόσια χρόνια, ο Λίβανος ήταν κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και η αυτοκρατορία είχε ένα σύστημα που το έλεγαν μιλλέτ. Κάθε θρησκευτική κοινότητα ζούσε με τους δικούς της νόμους, τα δικά της δικαστήρια, τους δικούς της φόρους. Δεν υπήρχαν πολίτες. Υπήρχαν υπήκοοι μέσω κοινότητας. Ο χριστιανός, ο σουνίτης, ο σιίτης, ο δρούζος δεν στέκονταν ποτέ μόνοι απέναντι στο κράτος. Στέκονταν πάντα πίσω από τον τοπικό τους άρχοντα.

Ήταν ελευθερία αυτό; Όχι βέβαια. Ήταν όμως μια δουλεία με καθαρή λογιστική. Ήξερες τι πληρώνεις, σε ποιον, και τι αγοράζεις με αυτό. Και πάνω απ’ όλες τις κοινότητες υπήρχε μια στέγη. Ο σουλτάνος ήταν ο διαιτητής, και καμία κοινότητα δεν τον είχε δικό της περισσότερο από την άλλη.

Το 1860 η στέγη ράγισε. Σφαγές ανάμεσα σε Δρούζους και Μαρωνίτες χριστιανούς στο Όρος του Λιβάνου, χιλιάδες νεκροί, και το μακελειό απλώθηκε ως τη Δαμασκό. Και τότε συνέβη το γεγονός που γέννησε όλα τα επόμενα, το γεγονός που κανείς δεν θυμάται γιατί κανείς δεν θέλει να το θυμάται. Το 1861, οι ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις επέβαλαν στην αυτοκρατορία έναν «Οργανικό Κανονισμό». Το Όρος του Λιβάνου έγινε αυτόνομη επαρχία με χριστιανό διοικητή, και την ασφάλειά της την εγγυήθηκαν έξι ξένες πρωτεύουσες.

Εδώ γεννιέται η γραμματική. Για πρώτη φορά, η ειρήνη ανάμεσα στις κοινότητες του Λιβάνου δεν στηρίζεται σε δική τους συμφωνία, αλλά σε ξένους εγγυητές. Η στέγη δεν επισκευάστηκε. Νοικιάστηκε. Και από το 1861 μέχρι σήμερα, επί εκατόν εξήντα πέντε χρόνια, ο Λίβανος αλλάζει νοικάρηδες αλλά όχι συμβόλαιο.

1920. Το κράτος που σχεδιάστηκε να μην σταθεί ως τέτοιο.

Η Οθωμανική αυτοκρατορία πέθανε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι νικητές μοίρασαν το πτώμα. Την 1η Σεπτεμβρίου 1920, ο Γάλλος στρατηγός Γκουρώ ανακηρύσσει από τη Βηρυτό το «Μεγάλο Λίβανο». Ας δούμε τι ακριβώς έφτιαξε, γιατί εδώ βρίσκεται όλη η μηχανική που εξηγεί και το χθες και το σήμερα.

Το παλιό αυτόνομο Όρος, το γεμάτο κέδρους, ήταν μικρό, ορεινό, με συντριπτική χριστιανική πλειοψηφία. Οι Γάλλοι του κόλλησαν τη Βηρυτό, την Τρίπολη, τη Σιδώνα, την Τύρο και την κοιλάδα Μπεκάα. Δηλαδή σουνιτικές πόλεις-λιμάνια και σιιτική αγροτική ενδοχώρα. Ο Μαρωνίτης Πατριάρχης το ζήτησε ο ίδιος, για να αποκτήσει το χριστιανικό κράτος σιτάρι και θάλασσα. Και πήρε αυτό που ζήτησε, μαζί με το δηλητήριο που κουβαλούσε. Η ίδια πράξη που έκανε το κράτος οικονομικά βιώσιμο το έκανε δημογραφικά και πολιτικά αβίωτο. Οι χριστιανοί, οι κυρίαρχοι στο μικρό Όρος, έγιναν με οριακή πλειοψηφία κυρίαρχοι και στο μεγάλο κράτος.

Το 1932 έγινε μια απογραφή. Μια και τελευταία. Δεν ξαναέγινε ποτέ απογραφή στον Λίβανο από τότε. Όχι τυχαία. Η απογραφή του 1932, έδειξε τους χριστιανούς λίγο περισσότερους από τους μισούς. Και από τότε, στον Λίβανο, δεν έγινε ποτέ ξανά απογραφή. Μέχρι σήμερα. Ένα κράτος απαγορεύει στον εαυτό του να μετρήσει τον λαό του, γιατί όλοι ξέρουν τι θα δείξει το μέτρημα. Το ιδρυτικό ταμπού του Λιβάνου είναι η αριθμητική.

Εδώ αξίζει η πρώτη ματιά στον καθρέφτη μας. Όταν η Ελλάδα βγήκε από την ίδια αυτοκρατορία έναν αιώνα νωρίτερα, είχε τους δικούς της κοινοτικούς άρχοντες. Τους έλεγαν κοτζαμπάσηδες και προεστούς, και είχαν χτίσει τη δύναμή τους ως μεσάζοντες ανάμεσα στον ραγιά και τον Οθωμανό. Και όταν ήρθε η Επανάσταση, οι κοτζαμπάσηδες δεν εξαφανίστηκαν. Μετακόμισαν. Πήραν τις οθωμανικές τους θέσεις και τις ξαναβάφτισαν εθνικές, έγιναν βουλευτές, υπουργοί, κόμματα, δυναστείες. Ο μεσάζων επιβίωσε της αυτοκρατορίας που τον γέννησε. Στον Λίβανο ο ίδιος άνθρωπος λέγεται ζαΐμ. Είναι ο κοινοτικός άρχοντας που πουλάει στην κοινότητά του προστασία και στο κέντρο την κοινότητά του. Τα ονόματα των μεγάλων ζαΐμηδων του 1930 (Τζουμπλάτ, Φραντζιέ, Τζεμαγιέλ, Καραμέ) είναι τα ίδια ονόματα που κυβερνούν τον Λίβανο το 2026. Όπως και σε εμάς, οι εγγονοί κληρονομούν τις εκλογικές περιφέρειες μαζί με τα κτήματα.

Και η δεύτερη ματιά αφορά τη Βηρυτό. Οι Γάλλοι και μετά οι ντόπιες ελίτ την έχτισαν ως βιτρίνα, ως ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα στη Δύση και τα πετρέλαια της Αραβίας. Τράπεζες, εμπόριο, τραπεζικό απόρρητο από το 1956, η «Ελβετία της Ανατολής», το «Παρίσι της Μεσογείου», τα καζίνο, τα γαλλικά σχολεία. Και από κάτω, ο σιιτικός Νότος και το Ακάρ και η κοιλάδα Μπεκάα. Χωρίς δρόμους, χωρίς σχολεία, χωρίς γιατρούς, χωρίς κράτος. Μια πρωτεύουσα-βιτρίνα και μια ενδοχώρα-αποικία. Είναι η δική μας ιστορία με άλλα τοπωνύμια. Η Αθήνα που ρουφάει και η επαρχία που αδειάζει, το λιμάνι που γυαλίζει και το χωριό που ξεχνιέται. Στον Λίβανο, το 1974, ένας σιίτης κληρικός ονόμασε το κίνημά του «Κίνημα των Απόκληρων». Δεν χρειάζεται μετάφραση.

1943. Η συμφωνία που ντράπηκε να γραφτεί σε χαρτί


Το 1943 ο Λίβανος έγινε ανεξάρτητος. Και το ιδρυτικό κείμενο της ανεξαρτησίας του έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό στην παγκόσμια ιστορία. Δεν γράφτηκε ποτέ. Το «Εθνικό Σύμφωνο» ήταν προφορική συμφωνία δύο ανδρών, του χριστιανού προέδρου και του σουνίτη πρωθυπουργού. Μια χώρα που ιδρύεται ψιθυριστά.

Και τι έλεγε ο ψίθυρος; Οι χριστιανοί παραιτούνται από τη γαλλική προστασία. Οι μουσουλμάνοι παραιτούνται από την ένωση με τη Συρία και τον αραβικό κόσμο. Η σύνταξη εδώ λέει περισσότερα από τις λέξεις. Η ανεξαρτησία ορίζεται από μια διπλή άρνηση. Κανείς δεν λέει «ανήκουμε ο ένας στον άλλον». Λένε «συμφωνούμε να μην ανήκουμε ο καθένας στον δικό του ξένο». Ο πάτρωνας δεν διώχτηκε από το σπίτι. Κρύφτηκε κάτω από το πάτωμα.

Και από κάτω απλώθηκε η μοιρασιά. Μαρωνίτης πρόεδρος, Σουνίτης πρωθυπουργός, Σιίτης πρόεδρος της Βουλής, κοινοβούλιο έξι χριστιανοί προς πέντε μουσουλμάνους, βάσει της παγωμένης απογραφής του ’32. Κάθε θέση στο κράτος, από υπουργός μέχρι κλητήρας, μοιρασμένη με θρησκευτική ποσόστωση. Ο πολίτης δεν εμφανίζεται πουθενά στο σύστημα. Υπάρχουν μόνο κοινότητες-μέτοχοι.

Και εδώ ο καθρέφτης της Κύπρου, γιατί η ομοιότητα είναι σχεδόν φωτογραφική. Το 1960 η Κύπρος πήρε ανεξαρτησία με σύνταγμα γραμμένο από ξένους, στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο. Πρόεδρος Έλληνας, αντιπρόεδρος Τούρκος με δικαίωμα βέτο, ποσοστώσεις εβδομήντα-τριάντα σε δημόσιο και στρατό, κλειδωμένες όπως το έξι προς πέντε του Λιβάνου. Και το αποκορύφωμα ήταν η Συνθήκη Εγγυήσεως, που έδινε σε τρεις ξένες δυνάμεις συνταγματικό δικαίωμα επέμβασης. Λίβανος και Κύπρος είναι τα δύο εργαστήρια της ίδιας τεχνολογίας. Πώς να φτιάχνεις κράτος του οποίου η εσωτερική διαίρεση είναι η εξωτερική του χρησιμότητα. Κράτος-συνεταιρισμό κοινοτήτων, με τους εγγυητές στη θέση του ιδιοκτήτη. Η διαφορά είναι μόνο το πότε έσκασε η νάρκη. Στην Κύπρο σε δεκατέσσερα χρόνια, στον Λίβανο σε τριάντα δύο.

Οι ξεβρασμένοι


Το 1948 ξεβράστηκαν στον Λίβανο πάνω από εκατό χιλιάδες Παλαιστίνιοι αποτέλεσμα της Νάκμπα και του πρώτου Αραβοϊσραηλινού πολέμου. Σφαγμένοι, εξαθλιωμένοι, ταπεινωμένοι, με κλονισμένες ζωές, χωρίς σχολεία, σε στρατόπεδα από τσίγκο και μουσαμά. Το 1970 ήρθε το δεύτερο κύμα. Ο βασιλιάς της Ιορδανίας έπνιξε στο αίμα την παρουσία των ένοπλων παλαιστινιακών οργανώσεων στη χώρα του, τον «Μαύρο Σεπτέμβρη», και τους έδιωξε. Και εκείνοι πήγαν στο μόνο κράτος της περιοχής που δεν μπορούσε να τους πει όχι, γιατί η κυριαρχία του ήταν ήδη μοιρασμένη σε μετόχους που δεν συμφωνούσαν σε τίποτα.

Και ο Λίβανος τούς κράτησε επίτηδες χωρίς ιθαγένεια. Όχι από αμέλεια. Από απλό αριθμητικό υπολογισμό. Τετρακόσιες χιλιάδες πρόσθετοι σουνίτες πολίτες θα τίναζαν στον αέρα το ψέμα της απογραφής του ’32. Έτσι η πολιτογράφηση έγινε η μεγαλύτερη βλασφημία της λιβανικής πολιτικής, απαγορευμένη μέχρι σήμερα, γραμμένη ως απαγόρευση ακόμα και στο σύνταγμα. Απαγόρευση εργασίας σε δεκάδες επαγγέλματα, απαγόρευση ιδιοκτησίας, τρεις γενιές σε στρατόπεδα «προσωρινά» επί εβδομήντα οκτώ χρόνια. Το κράτος δεν απέτυχε να τους ενσωματώσει. Το Λιβανέζικο κράτος χρειαζόταν τη μη ενσωμάτωσή τους.

Το 1969, στο Κάιρο, υπογράφτηκε το πιο ωμό κείμενο της ιστορίας αυτής. Το Λιβανέζικό κράτος εκχώρησε επισήμως τον ίδιο του τον Νότο. Η ένοπλη παλαιστινιακή οργάνωση απέκτησε δικαίωμα να χτυπά το Ισραήλ από λιβανικό έδαφος, να ελέγχει τα στρατόπεδα, να κινείται ελεύθερα. Και πού υπογράφτηκε αυτό; Σε ξένη πρωτεύουσα, υπό ξένη αιγίδα. Η γεωγραφία της υπογραφής ήταν το μήνυμα. Και ποιο κομμάτι πουλήθηκε για την ησυχία της Βηρυτού; Πάλι ο Νότος. Πάλι η εσωτερική αποικία. Οι σιίτες χωρικοί βρέθηκαν να ζουν κάτω από ξένη ένοπλη εξουσία και κάτω από τα ισραηλινά αντίποινα ταυτόχρονα, ξεχασμένοι και από τους δύο.

Σε αυτό θα επανέλθουμε όταν φτάσουμε στη Χεζμπολάχ. Δεν φύτρωσε στο πουθενά. Φύτρωσε ακριβώς εκεί όπου το κράτος είχε υπογράψει την απουσία του.

1975. Η νάρκη σκάει, ο Λιβανέζικος εμφύλιος και το τηλεφώνημα του Κίσινγκερ


Τον Απρίλιο του 1975 η νάρκη έσκασε. Ο εμφύλιος που ακολούθησε κράτησε δεκαπέντε χρόνια, αλλά η κρίσιμη στιγμή για την ιστορία μας είναι η αρχή του. Γιατί τότε, για μία και μοναδική φορά, ακούστηκε στον Λίβανο η απαγορευμένη λέξη. Η λέξη πολίτης.

Η αριστερά του Καμάλ Τζουμπλάτ, το «Εθνικό Κίνημα», είχε στο πρόγραμμά της ρητά την κατάργηση του θρησκευτικού συστήματος. Έναν άνθρωπο, μία ψήφο. Τον πολίτη στη θέση της κοινότητας. Ήταν η μοναδική στιγμή σε εκατό χρόνια που η πρόταση μπήκε στο τραπέζι. Και κάηκε. Κάηκε γιατί ο Τζουμπλάτ την πρόταξε ακουμπισμένος στα όπλα των Παλαιστινίων, οπότε ο πολίτης εμφανίστηκε στη σκηνή κρατώντας ξένο καλάσνικοφ, και για τους χριστιανούς η κατάργηση των ποσοστώσεων έγινε συνώνυμο της υποταγής. Η ιδέα κάηκε από τον κομιστή της.

Και τότε ήρθε το τηλεφώνημα. Την άνοιξη του 1976, με τους χριστιανούς να χάνουν στον πόλεμο, η Ουάσιγκτον μεσολάβησε σε μια σιωπηλή συνεννόηση. Ο συριακός στρατός θα έμπαινε στον Λίβανο για να σώσει την ισορροπία, και το Ισραήλ θα έκανε τα στραβά μάτια, με μια «κόκκινη γραμμή» στον Νότο που η Συρία δεν θα περνούσε. Ο Λίβανος μοιράστηκε σε ζώνες επιρροής όπως μοιράζεται ένα οικόπεδο. Η «προσωρινή» συριακή παρουσία κράτησε είκοσι εννιά χρόνια, ως το 2005, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εξαφανισμένους.

Αυτό είναι το τηλεφώνημα στο οποίο αναφέρθηκε ο Ζαν Αζίζ. Και εδώ φαίνεται γιατί το ανέκδοτό του, όσο αληθινό κι αν είναι, λέει τη μισή αλήθεια. Ο Κίσινγκερ δεν έφτιαξε το αντικείμενο. Βρήκε ένα αντικείμενο έτοιμο από το 1861, το 1920, το 1943, το 1969, και του όρισε φύλακα. Το τηλεφώνημα δεν σκότωσε τον Λίβανο. Επιβεβαίωσε ότι ήταν ήδη πράγμα. Κάτι που παραδίδεται, εκχωρείται, νοικιάζεται. Το αμάρτημα του Κίσινγκερ δεν ήταν ότι έγραψε τη σύνταξη. Ήταν ότι τη διάβασε σωστά και την υπηρέτησε ψυχρά. Ακόμα πιο ενδιαφέρον το ίδιο το παρασκήνιο, που την εποχή εκείνη θα ακουγόταν σα θεωρία συνομωσίας. Αμερική, Ισραήλ, Ρωσία, Συρία συμφωνούν στο παρασκήνιο για το μοίρασμα ενός οικοπέδου που δημόσια αποκαλείται κράτος του Λιβάνου.

VII. 1989. Η μεγάλη βάφτιση


Ο πόλεμος τελείωσε το 1989 με μια συμφωνία που υπογράφτηκε (πού αλλού;) σε ξένη πρωτεύουσα. Στην Ταΐφ της Σαουδικής Αραβίας, με μεσίτες το Ριάντ, τη Δαμασκό και την Ουάσιγκτον. Και η Ταΐφ φοράει το κοστούμι της μεταρρύθμισης, γι’ αυτό είναι το πιο ύπουλο της ιστορίας.

Τι έκανε; Εξισορρόπησε το κοινοβούλιο πενήντα-πενήντα. Διακήρυξε την κατάργηση του θρησκευτικού συστήματος ως «εθνικό στόχο», χωρίς χρονοδιάγραμμα, δηλαδή για ποτέ. Νομιμοποίησε τη συριακή κηδεμονία ως «προσωρινή». Αμνήστευσε τους πολέμαρχους και τους έκανε υπουργούς. Το σύστημα απορρόφησε τους καταστροφείς του και τους έκανε μετόχους, όπως πάντα ήξερε να κάνει. Και έκανε κάτι ακόμα, το πιο κρίσιμο. Αφόπλισε όλες τις πολιτοφυλακές εκτός από μία. Τη Χεζμπολάχ. Την οποία δεν ονόμασε πολιτοφυλακή. Την ονόμασε «αντίσταση».

Εδώ πρέπει να σταθούμε σε κάτι που το συναντάμε παντού, από τη Βηρυτό μέχρι την Αθήνα. Είναι η εξουσία της μετονομασίας. Όταν η εξουσία θέλει να αλλάξει την ουσία ενός πράγματος χωρίς να αλλάξει το πράγμα, του αλλάζει το όνομα. Η ίδια λέξη που αφόπλισε όλους, όπλισε έναν, αλλάζοντας το όνομα του όπλου. Στην Ελλάδα το ζήσαμε με τα δικά μας. Η δημόσια περιουσία που ξαναβαφτίστηκε «αξιοποιήσιμο χαρτοφυλάκιο» για να πουληθεί, το χαράτσι που βαφτίστηκε «τέλος», η υποτέλεια που βαφτίστηκε «μεταρρύθμιση». Η βάφτιση είναι πράξη κυριαρχίας. Όποιος είναι νονός και δίνει το όνομα, ορίζει και το περιεχόμενο.

Και η Χεζμπολάχ, η «αντίσταση»; Γέμισε το κενό που είχε ανοίξει το 1969 και το είχε βαθύνει η ισραηλινή εισβολή του 1982. Μπήκε στον Νότο-ορφανό με ιρανικά χρήματα, ιρανικά όπλα και μια θεολογία, την «κηδεμονία του νομομαθούς», που λέει με θρησκευτικούς όρους ό,τι έλεγε πάντα η λιβανική γραμματική με πολιτικούς. Η κοινότητα ανήκει σε έναν προστάτη. Αυτή τη φορά ο προστάτης λεγόταν Τεχεράνη. Έχτισε σχολεία, νοσοκομεία, συντάξεις, όλα όσα το κράτος δεν έδωσε ποτέ στην εσωτερική του αποικία. Δεν πρότεινε τον πολίτη ούτε αυτή. Δεν μπορούσε. Η ίδια της η κοσμολογία τον αποκλείει. Ο πιστός υπάγεται, δεν συναποφασίζει.

Έτσι κλείνει ο κύκλος του ερωτήματος που πλανιέται πάνω από όλη αυτή την ιστορία. Γιατί καμία λιβανική δύναμη, ούτε η αριστερά, ούτε το κίνημα των απόκληρων, ούτε η «αντίσταση», δεν πρότεινε ποτέ σοβαρά τον πολίτη; Η απάντηση έχει τρεις ορόφους. Ο πολίτης προϋποθέτει καταμέτρηση, και η καταμέτρηση ήταν το ιδρυτικό ταμπού. Ο πολίτης βάζει σε διακινδύνευση τον ρόλο του μεσάζοντα, και όλες οι ελίτ, όσο κι αν αλληλοσφάζονταν, ζούσαν από τη μεσιτεία. Και ο πολίτης μπορεί να μην έχει πάτρωνα, ενώ όλοι οι πάτρωνες της περιοχής πλήρωναν σε νόμισμα κοινότητας. Το Παρίσι πλήρωνε χριστιανούς, το Ριάντ σουνίτες, η Τεχεράνη σιίτες. Για το οριζόντιο συνανήκειν, για το «ανήκουμε ο ένας στον άλλον χωρίς αφέντη», δεν υπήρξε ποτέ αγοραστής. Όλοι πολέμησαν για καλύτερη θέση μέσα στη σύνταξη. Κανείς για αλλαγή της σύνταξης.

VIII. 2026. Ο έκτος νοικάρης


Και φτάνουμε στο σήμερα. Ιούλιος 2026. Ο Πρόεδρος του Λιβάνου στον Λευκό Οίκο, πρώτη τέτοια επίσκεψη από το 2009, με τον σύμβουλό του τον Ζαν Αζίζ στην αποστολή. Διαπραγματεύσεις Λιβάνου-Ισραήλ στην Ουάσιγκτον, με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών να προεδρεύει. Το πακέτο περιλαμβάνει αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, σταδιακή ισραηλινή αποχώρηση με «πιλοτικές ζώνες», και χρήμα του Κόλπου για την ανοικοδόμηση, με όρους συμμόρφωσης και μηχανισμούς εποπτείας και επιτήρησης.

Ας βάλουμε τώρα τα κείμενα στη σειρά, όχι για το λεξιλόγιό τους αλλά για τη γραμματική τους. Το 1861, ο Οργανικός Κανονισμός και οι έξι ευρωπαίοι εγγυητές. Το 1943, το Σύμφωνο-ψίθυρος και η διπλή άρνηση. Το 1969, το Κάιρο και η εκχώρηση του Νότου. Το 1976, το τηλεφώνημα και η εκχώρηση στη Δαμασκό. Το 1989, η Ταΐφ και η εκχώρηση με το κοστούμι της μεταρρύθμισης. Το 2026, η Ουάσιγκτον. Σε όλα, η απόφαση παίρνεται έξω από τον Λίβανο ή υπό ξένη αιγίδα. Σε όλα, συμβαλλόμενα μέρη είναι κοινότητες και εγγυητές, ποτέ πολίτες. Σε όλα, ένα κομμάτι κυριαρχίας ανταλλάσσεται με βραχυπρόθεσμη ησυχία. Σε όλα, το τίμημα το πληρώνει ο Νότος, το χωριό, η εσωτερική αποικία. Και όλα βαφτίζονται με τη λέξη του αντιθέτου τους. «Αυτονομία», «ανεξαρτησία», «εθνική συμφιλίωση», «αντίσταση», και τώρα «αποκατάσταση της κυριαρχίας».

Έξι κείμενα, εκατόν εξήντα πέντε χρόνια, έξι θεματοφύλακες. Οι Δυνάμεις, η Γαλλία, ο αραβισμός, η Συρία, το δίδυμο Ριάντ-Δαμασκός, και τώρα το τρίγωνο Ουάσιγκτον-Τελ Αβίβ-Κόλπος. Ο νοικάρης αλλάζει. Το συμβόλαιο μένει. Η θέση του Λιβάνου στην πρόταση μένει ίδια. Αντικείμενο.

Η αποκάλυψη: Γιατί έπρεπε να κατηγορηθεί ο Κίσινγκερ


Και τώρα η ιστορία επιστρέφει στην αρχή της, στην αίθουσα του Chatham House. Η ίδια σκηνή, με όσα μεσολάβησαν, διαβάζεται πια αλλιώς.

Γιατί, πέντε μέρες πριν καθίσει ο Πρόεδρός του απέναντι στον Αμερικανό Πρόεδρο, ο σύμβουλος του Λιβάνου ανεβαίνει σε βρετανικό βήμα και κατηγορεί δημοσίως έναν νεκρό Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών; Η απάντηση είναι ο νόμος που διατρέχει όλη αυτή την ιστορία, και αξίζει να διατυπωθεί καθαρά, γιατί ισχύει πολύ πέρα από τον Λίβανο.

Κάθε νέα κηδεμονία χρειάζεται να βαφτιστεί ως ακύρωση της προηγούμενης.

Η συριακή είσοδος του ’76 βαφτίστηκε σωτηρία από το χάος του εμφυλίου. Η Ταΐφ βαφτίστηκε θεραπεία του ’76. Και το πλαίσιο του 2026 βαφτίζεται, ενώπιον του διεθνούς ακροατηρίου, θεραπεία της Ταΐφ και του ’76 μαζί. «Ο Κίσινγκερ έκανε το λάθος, εμείς το διορθώνουμε». Το κατηγορητήριο κατά του νεκρού δεν είναι απολογισμός. Είναι πιστοποιητικό γάμου για τον επόμενο πάτρωνα. Αφού το λάθος ήταν ότι παραδώσαμε τον Λίβανο στον Άσαντ, λέει η νέα αφήγηση, η λύση είναι να τον παραδώσουμε σωστά αυτή τη φορά. Η λέξη «παραδώσουμε» δεν αμφισβητείται πουθενά. Αμφισβητείται μόνο ο παραλήπτης.

Γι’ αυτό και από τον κατάλογο των θυμάτων του Αζίζ λείπουν οι Λιβανέζοι. Δεν είναι παράλειψη. Είναι η ουσία. Στην αφήγηση των εγγυητών, το κακό του μισού αιώνα δεν είναι ότι ξεκοιλιάστηκε μια κοινωνία που χτίστηκε συνθετικά, με πολιτισμούς και παραδόσεις βαλμένους επίτηδες σε τροχιά σύγκρουσης. Το κακό είναι ότι το τέλμα «έμπλεξε» τους διαχειριστές, και προπαντός ότι στο τέλος το κενό το νοίκιασε ο λάθος νοικάρης, η Τεχεράνη. Η ιστορία ξαναγράφεται όχι για να δικαιωθούν οι νεκροί, αλλά για να νομιμοποιηθεί η μετακόμιση.

Πρόβλεψη


Αν το σχήμα που ξετυλίξαμε είναι σωστό, τότε περιέχει και μια πρόβλεψη, και οι προβλέψεις είναι το μόνο τίμιο τεστ μιας ανάλυσης. Ιδού η δική μας.

Ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ, αν προχωρήσει, δεν θα γεννήσει πολίτη. Θα γεννήσει κενό. Γιατί ο πολίτης δεν γεννιέται από την αφαίρεση ενός όπλου αλλά από την προσθήκη τριών πραγμάτων που κανένα κείμενο, από το 1861 μέχρι το 2026, δεν τόλμησε να γράψει. Απογραφή, πολιτικός γάμος, μία κάλπη για όλους. Όσο αυτά μένουν ταμπού, το κενό του Νότου θα ξανανοικιαστεί, όπως νοικιάστηκε το 1969 και το 1982. Ο επόμενος νοικάρης μπορεί να φοράει άλλη στολή, να μιλάει άλλη γλώσσα, να πληρώνεται σε δολάρια Κόλπου αντί για ριάλ Τεχεράνης. Η σύνταξη θα τον υποδεχτεί όπως υποδέχτηκε όλους τους προηγούμενους.

Και ένα δεύτερο σκέλος, πιο εύκολα ελέγξιμο. Αν ποτέ κάποια λιβανική φωνή απαιτήσει στα σοβαρά τα τρία ανήκουστα, την απογραφή, τον πολιτικό γάμο, τη μία κάλπη, τότε θα φανεί ποιοι θα την πολεμήσουν πρώτοι. Θα είναι όλοι οι «εχθροί» μαζί. Ο χριστιανός ζαΐμ και ο σιίτης κληρικός, ο σουνίτης τραπεζίτης και ο δρούζος κληρονόμος, η Ιερουσαλήμ, το Ριάντ και η Τεχεράνη, και διακριτικά, με ανακοινώσεις περί «σταθερότητας», η Ουάσιγκτον και το Παρίσι. Γιατί στο ένα και μοναδικό ζήτημα συμφώνησαν πάντα όλοι όσοι αλληλοσφάζονταν. Ο δήμος δεν πρέπει να μετρηθεί ποτέ.

Ο Λίβανος δεν είναι μακρινή ιστορία. Είναι ο πιο καθαρός καθρέφτης της τεχνολογίας που δοκιμάστηκε, με άλλες δόσεις, στην Κύπρο των εγγυητών και στην Ελλάδα των κοτζαμπάσηδων, των δανειστών και των μνημονίων. Είναι το κράτος-αντικείμενο, που η ανεξαρτησία του είναι συμβόλαιο ενοικίασης και η εσωτερική του διαίρεση το προσοδοφόρο πάγιό του. Και το δίδαγμα του καθρέφτη είναι ένα, απλό και άβολο. Όποιος σου προσφέρει σωτηρία κατηγορώντας τον προηγούμενο σωτήρα, δεν σου προσφέρει έξοδο. Σου προσφέρει το ίδιο δωμάτιο, φρεσκοβαμμένο, με νέο σπιτονοικοκύρη. Η έξοδος έχει άλλο όνομα, και δεν τη χαρίζει κανένας εγγυητής, γιατί κανένας εγγυητής δεν την πουλάει. Το όνομά της είναι το να ανήκεις στους δικούς σου οριζόντια, χωρίς αφέντη πάνω από τη στέγη. Μέχρι τότε, κάθε τηλεφώνημα θα βρίσκει τη γραμμή ανοιχτή.

* Ο Αλέξανδρος Τσίγγος είναι τηλεοπτικός και ραδιοφωνικός παραγωγός και ως αρθρογράφος και αναλυτής σε διάφορα ενημερωτικά sites και εφημερίδες.



ΠΗΓΗ:https://www.documentonews.gr/article/to-millet-choris-soultano/?fbclid=IwdGRjcAT4DuRjbGNrBPgNfHBkb2YFZXh0bgNhZW0CMTEAc3J0YwZhcHBfaWQMMzUwNjg1NTMxNzI4AAEeR7UW6jljn0-b8hjAQ6avoe9iW1BpHXMil2plhyytufD70UBqjsM984x-yCo_aem_hD29UOBkwFBYc2BnfVig5w
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.