Του Γιώργου Κυριακού
Σε πρώτη φάση ενώ απορρίφθηκε αναβλήθηκε η παράδοση του στην Τουρκία από την οποία διέφυγε ως προσωρινά αποφυλακισμένος. Η ιστορία του είναι γνωστή ως ο άνθρωπος που πολεμούσε τους Κούρδους με τον τουρκικό στρατό ανακάλυψε την καταγωγή του και στη συνέχεια αγωνίστηκε εναντίον αυτού του εγκλήματος. Ο ίδιος κάνει έκκληση για τη δικαίωση του:
Έκκληση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Λίγα λόγια σχετικά με την ιστορία του:
Γιατί ο κομάντο Ιμπραήμ έγινε «Γιάννης Βασίλης»;
«Έτρεξε στον πόλεμο για την “πατρίδα”, χτυπήθηκε, αιχμαλωτίστηκε από το PKK, η ζωή τον άλλαξε ριζικά και τελικά έγινε ακτιβιστής της ειρήνης»
18.07.2014 – 12:42
Μεχμέτ Γκιοτζεκλί / Demokrat Haber
Ήταν ένας νεαρός από τον Πόντο που πίστευε ότι έπρεπε «να υπερασπιστεί την πατρίδα ενάντια στην τρομοκρατία». Όμως η ζωή τον άλλαξε τόσο πολύ, που πρώτα έγινε ακτιβιστής της ειρήνης και μετά εγκαταστάθηκε στο Ρομπόσκι.
Ο Ιμπραήμ Γιαϊλαλί, που πήγε εθελοντικά στον στρατό, έγινε εθελοντικά κομάντο και αντί για την Κύπρο (όπου θα μπορούσε να κάνει άνετα τη θητεία του) επέλεξε εθελοντικά να πάει στην Ανατολή, τώρα υπέβαλε αίτηση στο δικαστήριο για να αλλάξει το όνομά του σε Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί.
Ο Ιμπραήμ Γιαϊλαλί τραυματίστηκε σε συμπλοκή το 1994, αιχμαλωτίστηκε από το PKK, παρέμεινε αιχμάλωτος για 2 χρόνια και 3 μήνες και από τον όγδοο μήνα της αιχμαλωσίας του άρχισε μια μεταμόρφωση και έγινε αντιπολεμικός.
Αφού απελευθερώθηκε, έμεινε άλλες 3,5 μήνες στη φυλακή στην Τουρκία. Ενώ βρισκόταν στα χέρια του PKK, το κράτος είπε στην οικογένειά του: «Ξέρουμε ότι είστε Ρωμιοί, μην ανακατεύεστε πολύ με αυτή την υπόθεση», και έμεινε έκπληκτος.
Είχε πάει στον πόλεμο για την τουρκικότητα και τραυματίστηκε. Αν πέθαινε θα γινόταν μάρτυρας· όταν αιχμαλωτίστηκε τραυματίας, ψιθύρισαν ότι είναι ρωμικής καταγωγής και ζήτησαν από την οικογένειά του να σωπάσει.
Μιλήσαμε με τον πρώην αιχμάλωτο στρατιώτη Ιμπραήμ Γιαϊλαλί, που από τότε είναι μέρος του αγώνα για την ειρήνη στην Τουρκία, συμμετείχε στην 50ήμερη πορεία ειρήνης που ξεκίνησε ο αντιρρησίας συνείδησης Χαλίλ Σαβντά από το Ρομπόσκι και κατέληξε στην Άγκυρα, και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Ρομπόσκι μαζί με τη Μεράλ Γκεϊλάνι, για το γιατί θέλει να πάρει το όνομα Γιάννης Βασίλης και για την ιστορία της αιχμαλωσίας του:
Ήξερε η οικογένεια ότι είστε Ρωμιοί;
Η μητέρα μου χρησιμοποιούσε τη λέξη «ντονμέ» (εξισλαμισμένος) για τον πατέρα μου, αλλά ποτέ δεν ερεύνησα τι σήμαινε αυτό. Όταν η μητέρα μου έλεγε στον πατέρα μου «ντονμέ» αστειευόμενη, εκείνος δεν απαντούσε όταν τον ρωτούσε «τι ντονμέ; πώς ντονμέ;». Αργότερα μάθαμε ότι η μεγάλη θεία μου είχε πει στη μητέρα μου την κατάσταση της οικογένειας του πατέρα μου. Μετά το έκλεισαν. Όταν δόθηκαν σε τουρκική οικογένεια, «γύρισαν» και τελείωσε η υπόθεση. Ποτέ δεν μας το είπαν. Μπορεί από φόβο ή από άρνηση αποδοχής. Γιατί στα μέρη μας το να μην είσαι μουσουλμάνος χρησιμοποιείται ως βρισιά… Στην οικογένειά μας δεν μοιράστηκαν τίποτα σχετικό.
Πώς έμαθες για πρώτη φορά ότι έχεις ρωμική καταγωγή;
Τον Σεπτέμβριο του 1994, όταν αιχμαλωτίστηκα από το PKK. Ήρθα στον στρατό τον Απρίλιο, έκανα τη βασική εκπαίδευση στην Ισπάρτα, μετά πήγα στη Διοίκηση Χωροφυλακής Μαρντίν, έμεινα εκεί 25 μέρες και μετά μας έστειλαν στο Γκαμπάρ στο Σιρνάκ. Υπήρχε επείγουσα ανάγκη, μας έστειλαν μετά από 25 μέρες· όταν πήγαμε, τα χωριά ήταν σε μεγάλο βαθμό εκκενωμένα. Ήταν η περίοδος με τις πιο έντονες επιδρομές και καύσεις χωριών. Τότε το κράτος πίεζε τους χωρικούς για να επιβάλει την εξουσία του. Αυτά τα είδαμε όταν πήγαμε εκεί…
Στην περιοχή όπου πήγα, ενάμιση μήνα μετά, ξέσπασε συμπλοκή στο Κελα Μεχμέτ· σκοτώθηκαν πάνω από 30 στρατιώτες και ζήτησαν βοήθεια από τη μονάδα μας. Η μονάδα μας ήταν πολύ διάσημη τότε· μέναμε συνεχώς στα βουνά σαν αντάρτες.
Πήγαμε στην περιοχή Κελα Μεχμέτ, περιπλανηθήκαμε δύο μέρες, την τρίτη μέρα οι κορουτζήδες (χωροφύλακες χωριών) μας είπαν «εντοπίσαμε αντάρτες». Ήμουν στη μονάδα αναγνώρισης. Δεν εμπιστευόμασταν πολύ τους κορουτζήδες τότε, γιατί μέχρι να τους κάνεις κορουτζήδες δεν τους αφήνεις χωρίς βασανιστήρια· αναγκάζονταν. Αν δεν δέχονταν, τους άφηνες να σπείρουν αλλά όχι να θερίσουν. Γι’ αυτό οι κορουτζήδες δεν δέχονταν εύκολα να συμμετέχουν σε συμπλοκές κ.λπ.
«Ήμουν εχθρός των Κούρδων»
Ποια ήταν η δική σου παρακίνηση; Ο κορουτζής δεν ήθελε να πάει στη συμπλοκή, εσύ ήθελες να είσαι μπροστά;
Η παρακίνησή μου ήταν η σημαία· πήγα μόνος μου στο στρατολογικό γραφείο και δήλωσα εθελοντής για κομάντο… Στη βασική εκπαίδευση είπαν «σηκώστε το χέρι όσοι θέλετε να πάτε στην Κύπρο»· κατέβασα το χέρι του φίλου μου που το σήκωσε και του είπα «τι κάνεις, τόση εκπαίδευση την πήραμε για να το σκάσουμε;». Ήμουν άνθρωπος με κίνητρο «πατρίδα, έθνος» και εχθρός των Κούρδων.
Την τρίτη μέρα πήγαμε στην περιοχή Κελα Μεχμέτ, κοιτάζαμε αν υπάρχει κανείς, δεν υπήρχε κανείς, μόλις αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω, γύρω στις έξι-εφτά το απόγευμα που άρχιζε να σκοτεινιάζει, ξαφνικά άρχισαν πυρά από τρεις πλευρές· αλλά δεν πυροβολούσαν για να σκοτώσουν. Το καταλάβαμε εκεί. Οι αντάρτες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μην σκοτώνουν ανθρώπους εκτός από τις δικές τους ανάγκες. Γιατί ήξεραν πολύ καλά ότι οι κηδείες των στρατιωτών που επιστρέφουν μετατρέπονται σε τελετουργικό που αναπαράγει το σύστημα του πολέμου…
Μαζέψαμε το μπροστινό μέρος, ενώ πηγαίναμε προς τα πίσω, μια αδέσποτη σφαίρα μου έσκισε το πάνω μέρος του δεξιού ποδιού μέχρι το κόκαλο· ακόμα δεν το αισθάνομαι εκεί. Με τη ζέστη της στιγμής δεν το κατάλαβα· έτρεχα αλλά άρχισα να μην μπορώ να τρέξω… Είχαμε πέσει σε ενέδρα και προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι. Στόχος μας ήταν να μαζευτούμε και να επιτεθούμε ξανά. Ενώ έτρεχα, σε ένα σημείο σαν γέφυρα βρέθηκα ξαφνικά να πετάω στο κενό· είχα πέσει από 30-40 μέτρα ανάσκελα, ευτυχώς είχα την πλάτη με το σακίδιο που με προστάτευσε…
Μετά συνήλθα λίγο, δεν υπήρχε κανείς τριγύρω, είχα το όπλο G3 στα χέρια μου, δεν το είχα αφήσει αλλά δεν λειτουργούσε, έλεγξα τις χειροβομβίδες, εντάξει… Ξύπνησα αλλά δεν έβγαζα φωνή για να μην με βρουν, θα τραβιόμουν σε ασφαλές σημείο και θα περίμενα τους δικούς μας… Κοίταξα, το δεξί πόδι είχε φύγει, όταν το άγγιξα ήρθαν οι σάρκες στο χέρι μου… Ήταν σκοτάδι, δεν έβλεπα τίποτα, έβγαλα το μπλουζάκι μου, το τύλιξα στο πόδι και το έσφιξα… Ξεκουράστηκα, αλλά δεν μπορούσα να σηκωθώ… Το όπλο μου δεν λειτουργούσε, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού το έσπασα χτυπώντας το σε πέτρα… Κράτησα τις χειροβομβίδες έτοιμες· αν γίνει κάτι θα πετάξω τη μία απέναντι και την άλλη στη μέση… Και αυτοί να φύγουν και εγώ…
Στον στρατό παίρνεις την ίδια εκπαίδευση με τους αντάρτες σε αυτό το θέμα· κάνεις τα πάντα για να μην πέσεις αιχμάλωτος. Το δικό τους είναι λογικό, αλλά όταν συλλαμβάνονταν οι αντάρτες, αν δεν έδιναν χρήσιμες πληροφορίες, σκοτώνονταν αμέσως… Είδα και κομματιασμένο πτώμα αντάρτη δίπλα μου… Σε μία περίπτωση κομμάτιαζαν το πτώμα αντάρτη· όταν το είδα δεν άντεξα. Έτρεξα πίσω και έκανα εμετό· ο πόλεμος δεν γίνεται από αποστήθιση, άλλο το «πατρίδα, έθνος, Σακαριά» και άλλο να τα βλέπεις αυτά. Όταν πήγα και έκανα εμετό, ήρθε ο ειδικός λοχίας και μου έκανε παρατήρηση «είσαι άντρας; είσαι Τούρκος; γιατί έκανες εμετό;». Ο λόγος που βασάνιζαν το πτώμα ήταν για να παρακινήσουν τους ανθρώπους στον πόλεμο. Οι αντάρτες, ό,τι και να γινόταν, αν δεν γίνονταν καταδότες, δεν έβγαιναν ζωντανοί από τα χέρια του στρατού…
«Πήγαμε να κάψουμε το χωριό που μας έδωσε φαγητό»
Στο Γκαμπάρ είδα ένα περιστατικό καύσης χωριού. Το φαγητό που μας έδιναν δεν αρκούσε… Υπήρχαν μερικά μέρη που δεν δέχονταν να γίνουν κορουτζήδες και δεν εγκατέλειπαν ούτε το χωριό τους… Τέτοια χωριά ήταν στόχος κάθε είδους βίας. Στόχος ήταν να εκκενωθούν τα χωριά. Επειδή στον στρατό δεν παίρναμε αρκετό φαγητό, αποφασίσαμε μερικοί να πάμε στο χωριό. Πήγαμε, από τη μία φοβόμασταν, αν το μάθαιναν οι άλλοι στρατιώτες μπορούσαν να μας βασανίσουν λόγω ιεραρχίας. Αλλά περπατούσαμε τόσο πολύ, το φαγητό δεν έφτανε, στο χωριό υπήρχε μέλι και αμύγδαλα… Φτάσαμε, είδαμε έναν ηλικιωμένο θείο να περιμένει, του είπαμε ότι θέλουμε να αγοράσουμε αμύγδαλα και μέλι με λεφτά… Ο άνθρωπος είπε «εντάξει θα σας δώσω αλλά από μας, δεν παίρνουμε λεφτά»… Παρόλο που είχε υποστεί τόσα βασανιστήρια από στρατιώτες, ακόμα το έλεγε αυτό… Δεν το έλεγε από φόβο, ο άνθρωπος είχε ξεπεράσει τον φόβο, υφίστατο βασανιστήρια κάθε μέρα, και παρ’ όλα αυτά είπε ότι δεν θα πάρει λεφτά από μας. Εμείς είπαμε «όχι» και του δώσαμε οπωσδήποτε τα λεφτά… Εκείνος είπε «εντάξει αλλά τότε θα σας δώσω μία κάλτσα» και μας έδωσε μία πλεκτή κάλτσα…
«Τι είναι αυτό που κάνουμε;»
Εκείνο το βράδυ έγινε σύσκεψη στο στρατόπεδο. Είχαν αποφασίσει για εκείνο το χωριό, είχαν γίνει διάφορα, οι άνθρωποι δεν είχαν φύγει από το χωριό. Είπαν «αύριο θα εκκενώσουμε αυτό το χωριό, αυτοί βοηθάνε τους τρομοκράτες». Ήταν το χωριό από όπου είχαμε πάρει μέλι και αμύγδαλα και μας είχαν χαρίσει κάλτσα. Αν σκεφτείς λογικά, ένα χωριό που είναι εντελώς περικυκλωμένο δεν μπορεί να βοηθήσει κανέναν… Την επόμενη μέρα πήγαμε στο χωριό, περίμενα κάτι νομικό λίγο-πολύ, όπως στις ταινίες… Σαν να λέμε «σας παρακαλούμε, θα εκκενώσετε το χωριό;», όπως στην ταινία του Μαχσούν Κιρμιζιγκιούλ. Ξαφνικά ακούστηκαν κρότοι πατ-κουτ, το προηγούμενο τάγμα είχε μπει μέσα και χτυπούσε τους ανθρώπους με κλωτσιές και γροθιές, έσπαγε τα πράγματά τους. Εγώ είπα να βρω τον ηλικιωμένο του προηγούμενου και να τον προστατέψω… Παρά τον εικοσαετή ρατσισμό μου, κοίταζα τον άνθρωπο εκεί… Κοίταξα, ο άνθρωπος δεν υπήρχε, το σπίτι του είχε παραδοθεί στη φωτιά, υπήρχε ακόμα μία κάλτσα σαν αυτή που μας είχε δώσει κρεμασμένη στο σπίτι του, κι αυτή στις φλόγες… Οι άνθρωποι έκλαιγαν, φώναζαν, τους χτυπούσαν… Εγώ εκεί είδα αυτά, είδα και ανθρώπους να τους βγάζουν έξω χτυπώντας τους… Αυτοί που το έκαναν εκεί ήξεραν πόσο κακό ήταν αυτό που έκαναν. Γι’ αυτό κάθε βράδυ μάζευαν τους ανθρώπους και έλεγαν «τα κάναμε αυτά γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι έτσι κακοί, έκαναν έτσι»… Γιατί εκεί μπαίνεις σε αμφιβολία, «τι είναι αυτό που κάνουμε;»…
«Οι γκρίζοι λύκοι ήταν οι ήρωές μου»
Μεγάλωσα στο Μπαφρά της Σαμψούντας· πολλοί μεγαλύτεροι που χτυπούσαν αριστερούς και επαναστάτες ήταν οι ήρωές μας, τους θαυμάζαμε. Υπήρχε ένας Γιασάρ αμπί, γκρίζος λύκος, τον θαυμάζαμε. Συγκρούονταν και με την αστυνομία… Κάποτε μπήκα στη μέση μιας συμπλοκής τους όταν ήμουν παιδί και με έβγαλε από εκεί… Είχε γίνει ήρωάς μου. Βλέπαμε αυτούς τους αμπήδες ότι υπερασπίζονται τη γειτονιά και τους θαυμάζαμε όλοι. Τι να ξέραμε ότι σκότωναν αριστερούς και μετά συγκρούονταν και με τους αστυνομικούς που έρχονταν. Με αυτή την αντίληψη τους αναζητούσα στο σχολείο, στο τζαμί, παντού. Στα τζαμιά έβριζαν συνεχώς τους Κούρδους, στο σχολείο είχαμε ρατσιστές δασκάλους. Και εμείς φουσκώναμε το στήθος μας…
Είχαμε μείνει στην τελευταία στιγμή του τραυματισμού, μετά τι έγινε…
Ξεκουράστηκα, συνήλθα λίγο, είπα «αν δεν φύγω από εδώ οι αντάρτες θα με βρουν και θα με σκοτώσουν, να φύγω από εδώ και να περιμένω τους δικούς μας»… Πέρασα ακόμα και το ρέμα σέρνοντας, δεν μπορούσα να περπατήσω… Στην άκρη της κοίτης του ρέματος υπήρχε ένα σπίτι. Είπα «να μπω εδώ», ξεκουράστηκα εκεί, ήταν ένα εκκενωμένο χωριάτικο σπίτι. Ήξερα ότι είχαν φύγει χωρίς να πάρουν τίποτα από τα πράγματά τους, μπήκα για να βρω ρούχα να φορέσω… Έβρεχε… Ενώ ήμουν μέσα άκουσα θόρυβο στην πόρτα. Αμέσως πήρα τις χειροβομβίδες στα χέρια μου. Δεν είχα δει ακόμα ζωντανό αντάρτη. Τα μάτια μου μεγάλωσαν, ετοίμασα τις χειροβομβίδες. Η πόρτα άνοιξε αργά. Κοίταξα, ήταν γάτα. Είπα «να φύγω από εδώ, δεν θα γίνει έτσι». Βγήκα από εκεί και βρήκα ένα μικρό μέρος σαν σπηλιά, έτσι τελείωσε η πρώτη μέρα, τη δεύτερη μέρα το βράδυ καθώς σκοτείνιαζε λιποθύμησα από την αιμορραγία…
Οι αντάρτες θα έτρωγαν εκεί. Μια γυναίκα αντάρτισσα ενώ μάζευε κλαδιά για φωτιά με βρήκε λιπόθυμο. Είδε και το ταυτότητας στο λαιμό μου και κατάλαβε ότι είμαι στρατιώτης. Πριν φωνάξει κάτω με ξύπνησε και μετά φώναξε κάτω. Στην πραγματικότητα δεν έπρεπε να το κάνει, είχα χειροβομβίδες πάνω μου, έπρεπε πρώτα να τις πάρει. Ξύπνησα, κοίταξα τη γυναίκα, τι δουλειά έχει εδώ, και πάνω μου χειροβομβίδες κ.λπ… Προσπάθησα να σηκώσω το χέρι μου αλλά δεν σηκωνόταν… Από κάτω έτρεξαν οι άλλοι αντάρτες και πήραν τις χειροβομβίδες από πάνω μου… Αν ήμουν στα λογικά μου, αν μπορούσα να σηκώσω το χέρι μου, θα τις είχα πυροδοτήσει…
«Δεν δέχτηκα θεραπεία, δεν έφαγα τα φαγητά τους»
Αυτοί που με πήραν ήταν τρία τμήματα ανταρτών, περίπου 60 άτομα. Σε περιοχή κοντά στα σύνορα με το Ιράκ. Με κατέβασαν κάτω… Μου πρότειναν θεραπεία αλλά δεν δέχτηκα. Με ρώτησαν αν θέλω φαγητό, δεν δέχτηκα να φάω τα φαγητά τους. Ήρθε ο γιατρός της μονάδας, δεν άφησα να μου κάνουν επίδεση στις πληγές… Μου είπαν ότι είμαι αιχμάλωτος πολέμου και ότι θα συμπεριφερθούν σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις… Στο μεταξύ λιποθύμησα, αρπάξαν την ευκαιρία και μου έκαναν επίδεση και μου έκαναν ενέσεις για να σταματήσει η αιμορραγία… Όταν συνήλθα είπα «αυτοί θα προσπαθήσουν να πάρουν πληροφορίες με βασανιστήρια». Δεν περίμενα τίποτα καλό από αυτούς. Γιατί εσύ δεν έχεις συμπεριφερθεί σύμφωνα με κανένα δίκαιο, περιμένεις το ίδιο και από την άλλη πλευρά. Είπα «αυτοί σίγουρα θα με κάνουν κομμάτια»…
Έναν μήνα πριν από μένα είχαν πάρει όμηρο έναν ανθυπολοχαγό, και με μένα γίναμε δύο… Για όσους είχαν πάρει πριν, το κράτος είχε κάνει τα πάντα για να τους κάνει να μετανιώσουν. Στον υπαξιωματικό για παράδειγμα δεν άφησαν τίποτα άθικτο. Ο Γινέρ Σοϊλού έγραψε αργότερα και βιβλίο μάλιστα, πήρε την οικογένειά του και εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη.
Μετά από λίγο ήρθαν εκεί για συνεντεύξεις, για παράδειγμα έκανα έκκληση στις μητέρες να είναι ήσυχες, το έκοβαν εκεί. Αυτοί που μου έκαναν συνέντευξη τότε έδωσαν τα περισσότερα ελλιπή.
«Χτυπούσαμε τους Κούρδους, τι σου συνέβη;»
Ενώ πήγαινες ως κομάντο για να «καταπολεμήσεις την τρομοκρατία», σύντομα θα γίνεις Γιάννης Βασίλης, πώς εξελίχθηκε αυτή η διαδικασία;
Αλήθεια, κι εγώ ο ίδιος ξαφνιάστηκα με αυτό. Αν μου έλεγαν πριν τριάντα χρόνια ότι στο μέλλον θα γίνω Ρωμιός, θα τους έβριζα. Στο Μπαφρά της Σαμψούντας οι Κούρδοι κάνουν τις πιο βαριές, τις πιο κακές δουλειές και ο ρατσισμός είναι πολύ έντονος. Πολλές φορές όταν ήμασταν νέοι χτυπούσαμε Κούρδους νέους… Αφού έζησα αυτή τη διαδικασία, ένας φίλος μου μου είπε «ρε εμείς μαζί χτυπούσαμε τους Κούρδους, τι σου συνέβη;». Εγώ είπα «τότε ήμασταν παιδιά, δεν ξέραμε τι κάναμε»… Από μια τέτοια σκέψη έφτασα σε αυτή την κατάσταση.
Αυτό που ξεκίνησε τις αντιφάσεις μέσα μου είναι το εξής… Ενώ είχα μια εικοσαετή αποστήθιση, σε μια περίοδο πολέμου δυόμισι μηνών λογαριάστηκα με εκείνα τα είκοσι χρόνια. Πήρα ως δεδομένα την κακή συμπεριφορά σε ανθρώπους με τρόπο που αποτελεί έγκλημα πολέμου, τις καύσεις χωριών. Αλλά δεν μπορούσα να τα καταλήξω. Μετά έπεσα στα χέρια των ανταρτών. Στην αρχή αντιλήφθηκα όσα έλεγαν ως παιχνίδι και προπαγάνδα. Σκέφτηκα «αυτοί μου παίζουν παιχνίδι». Ένας υπεύθυνος στους αντάρτες μιλούσε συνέχεια. Εγώ δεν άκουγα καθόλου, τι να ακούσω τον τρομοκράτη, κοιτούσα αν μπορώ να δραπετεύσω.
Από την άλλη υπήρχε ένα πτώμα μέσα σε χαλί δίπλα στη φωτιά. Το κοίταζα… Έθαβαν έναν νεκρό αντάρτη στα δικά τους μαρτυρολόγια. Καθ’ όλη τη διάρκεια του διήμερου δρόμου κατέβηκα στον Νότο μαζί με εκείνο το πτώμα αντάρτη. Σε ένα μουλάρι ο τραυματίας εγώ, στο άλλο μουλάρι το πτώμα του αντάρτη, πήγαμε δύο μέρες…
Μπορείς να παίξεις παιχνίδι αλλά πώς το συνεχίζεις… Περίμενα μέρες πότε θα με βασανίσουν… Είχαν δίπλα τους νεκρούς συντρόφους και δεν με πλησίαζαν με μίσος. Εκείνος ο δρόμος, οι συμπεριφορές που είδα μέχρι να περάσουμε στον Νότο, με μεταμόρφωσαν.
Ενώ ήμουν εκεί είχα διαβάσει ένα βιβλίο του Ισμαήλ Μπεσικτσί, «Μέθοδος της Επιστήμης», και αυτό με επηρέασε. Τα άλλα βιβλία δεν με επηρέασαν, ήταν ιστορίες… Αυτό που με επηρέασε κυρίως ήταν η συμπεριφορά τους απέναντί μου και οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους. Μεταξύ μας έχουμε ογδόντα παιχνίδια ποδιών. Εκεί βλέπεις ότι κανείς δεν κάνει απάτη σε κανέναν, δεν βρίζει, δεν μιλάει πίσω από την πλάτη. Εγώ τους έβλεπα σαν ένα διαλυμένο πλήθος σαν το σημερινό Ισλαμικό Κράτος.
Πόσο κράτησε η διαδικασία της μεταμόρφωσής σου;
Οκτώ μήνες… Νομίζεις ότι οι οκτώ μήνες είναι πολύ;… Είκοσι χρόνια άλλαξαν σε οκτώ μήνες, τι είναι οι οκτώ μήνες δίπλα στα είκοσι χρόνια… Μετά από οκτώ μήνες είχα βγει έξω από το σύστημα. Στο στρατόπεδο της Χαφτανίν ήμασταν μαζί με ακόμα έναν αιχμάλωτο στρατιώτη…
Λες είμαι καλός, καίνεις χωριά, βασανίζεις, κομματιάζεις και το πτώμα. Λες στον άνθρωπο ότι είναι κακός, ο άνθρωπος σε παίρνει και σου συμπεριφέρεται καλά.
Όταν παίρνουν αιχμαλώτους στρατιώτες ενημερώνουν αμέσως τον Ερυθρό Σταυρό. Δεν μπορούν να ενημερώσουν τον Ερυθρό Ημισέληνο γιατί δεν τους νοιάζει… Ο Ερυθρός Ημισέληνος στην πραγματικότητα δεν είναι θεσμός του κράτους, είναι ανεξάρτητος, πολιτικός, παίρνει τον κανονισμό του από τον Ερυθρό Σταυρό. Το έβδομο άρθρο αφορά την επαφή με τους αιχμαλώτους. Έχει υποχρέωση να τον βγάλει από εκεί και να τον μεταφέρει στη δική του χώρα αν θέλει, ή σε άλλη χώρα αν δεν θέλει. Αλλά στον τόπο μας συμπεριφέρεται σαν θεσμός του κράτους… Την πρώτη εβδομάδα κάλεσαν τον Ερυθρό Σταυρό, ήρθαν και κοίταξαν την κατάσταση της υγείας μου, μου έδωσαν χαρτί και με έκαναν να μεταφέρω λεπτομερώς την κατάστασή μου. Ποιος σε τραυμάτισε, πώς σου συμπεριφέρθηκαν μετά την αιχμαλωσία κ.λπ.
Έμεινα εκεί 2 χρόνια και 3 μήνες… Κατάλαβα ότι δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Αυτή η πλούσια γεωγραφία προσπάθησε να ομογενοποιηθεί αλλά είδα εκεί ότι αυτό δεν γίνεται.
Κατά διαστήματα μπορούσαμε να γράφουμε γράμματα στις οικογένειές μας, να τηλεφωνούμε. Τον τρίτο μήνα της αιχμαλωσίας μου τηλεφώνησα στον πατέρα μου… Του είπα έτσι κι έτσι, η μητέρα μου δεν πίστεψε, μετά λιποθύμησε, πήρε το τηλέφωνο ο πατέρας μου, του εξήγησα ότι υπάρχει τέτοια κατάσταση. Του είπα να πάτε στο τμήμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο στρατολογικό γραφείο και να ρωτήσετε για την κατάστασή μου… Προηγουμένως είχα τηλεφωνήσει και είπα στη μητέρα μου «μαμά πάω στο βουνό σε συμπλοκή, μην ανησυχείς αν δεν έχεις νέα για έξι-εφτά μήνες», γι’ αυτό δεν είχαν ρωτήσει καθόλου… Και το κράτος δεν έλεγε τίποτα στην οικογένειά μου.
Το κράτος γνωρίζει καλά το PKK. Ξέρει ότι όσοι αιχμαλωτίζονται από αυτούς σίγουρα θα μεταμορφωθούν, εγώ δεν είδα κανέναν που να γύρισε αρνητικά.
Το στρατολογικό γραφείο λέει ότι δεν μπορεί να δώσει πληροφορίες, ο πατέρας μου μετά πάει στην τουρκική μαφία, αυτοί πηγαίνουν στην κουρδική μαφία νομίζοντας ότι θα με σώσουν. Είχε μόλις συνταξιοδοτηθεί, τους δίνουν λεφτά. Ο θείος μου έχει γνωστό αξιωματικό στο Γενικό Επιτελείο στην Άγκυρα, πηγαίνουν να μιλήσουν μαζί του. Έρχεται άλλος άνθρωπος στη θέση του, ο πατέρας μου λέει «δεν μας δίνουν καθόλου πληροφορίες, δεν δέχεστε καν ότι ο γιος μου πήγε στον πόλεμο». Ο άνθρωπος λέει «θείε σας ξέρουμε, είστε Ρωμιοί έτσι κι αλλιώς, λέμε Ρωμιοί του PKK, αν το πούμε αυτό θα μπείτε σε κακή κατάσταση, μην ανακατεύεστε με αυτή την υπόθεση»…
Τι ένιωσε ο πατέρας σου;
Δεν μπορεί να πει τίποτα… Αυτοί ξέρουν ότι είναι ντονμέ αλλά πλέον αισθάνονται Τούρκοι, νομίζουν ότι επειδή βλέπουν τον εαυτό τους ως Τούρκους θα τους βλέπει έτσι και το κράτος, αλλά να, το κράτος δεν ξεχνάει.
Και σε μένα το είπαν οι δημοσιογράφοι, ο Ναμίκ Ντουρουκάν κ.λπ. ερχόταν και πήγαινε συνέχεια… Τους δίναμε γράμματα, τα πήγαιναν και έφερναν νέα από την οικογένειά μου… Αυτή την είδηση την πήρα τον όγδοο ή ένατο μήνα, δηλαδή ότι είπαν στην οικογένειά μου ότι είμαι ρωμικής καταγωγής, ότι τους είπαν να μην ανακατεύονται με αυτή την υπόθεση. Οι δημοσιογράφοι το έμαθαν ενώ έκαναν συνέντευξη με την οικογένειά μου και μου το μετέφεραν.
Ενώ πολεμούσες για την τουρκικότητα έμαθες ότι είσαι Ρωμιός. Τι συναίσθημα ήταν;
Το μυαλό μου είχε ήδη αλλάξει, αυτό έγινε η επιβεβαίωση όσων μου έλεγαν. Ό,τι έλεγε ο στρατός αποδείχτηκε ψέμα, ό,τι έλεγε η άλλη πλευρά η ζωή το επιβεβαίωσε. Αυτά δεν τα έμαθα διαβάζοντας, αλλά με τις πράξεις μου, με αυτά που έκανε το κράτος, με τον τρόπο ζωής των ανταρτών…
Με αυτό το μυαλό γιατί επέστρεψες στην Τουρκία, δεν κινδύνευε η ζωή σου μετά από αυτά;
Είπα να συμβάλω στην ειρήνη. Όταν με άφησαν ξεκινήσαμε με ένα μίνι λεωφορείο και μια Mercedes, εγώ ήμουν στη Mercedes, στο άλλο λεωφορείο υπήρχαν στρατιώτες, μπήκαν πολίτες στα χέρια μου. Με πήγαν στην υπηρεσία πληροφοριών και μου ζήτησαν πληροφορίες πάνω σε χάρτη, «τα ξέρετε όλα τι ρωτάτε» είπα και δεν έδωσα πληροφορίες. Μετά με έβγαλαν στο ΔΓΜ (Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας) του Ντιγιαρμπακίρ… Ο δικαστής είπε «είμαι κι εγώ από τον Πόντο, πες μας Ιμπραήμ τι σου συνέβη;». Μόλις άρχισα «σε αυτή τη διαδικασία…», ο δικαστής άρχισε να φωνάζει, «προδότη της πατρίδας, τι είδους Πόντιος είσαι, μιλάς με στόμα του PKK»… «Τη λέξη διαδικασία τη χρησιμοποιούν οι του PKK. Το PeKeKe το χρησιμοποιούν οι τρομοκράτες» είπε. Συνεχείς προσβολές, βρισιές… Εγώ δεν πλησίασα καθόλου ιεραρχικά στο δικαστήριο και απάντησα ανοιχτά σε όλα όσα ήξερα. Ο άνθρωπος κάλεσε τον υπαξιωματικό, «πάρτε τον αμέσως, φροντίστε τον καλά μέσα» είπε… Εγώ βέβαια δεν κατάλαβα τότε ότι αυτό ήταν μήνυμα…
Μόλις μπήκα μέσα μου επιτέθηκαν, άρχισαν να με χτυπούν… Με συνέλαβαν για προπαγάνδα οργάνωσης και λιποταξία. Είχαν κάνει πολλές καταθέσεις εναντίον μου, ισχυρίζονταν ότι είχα δραπετεύσει. Ενώ εγώ είχα χτυπηθεί, τους είχα περιμένει… Τη δεύτερη μέρα ήξεραν από τα έγγραφα του Ερυθρού Σταυρού ότι είχα πέσει στα χέρια των ανταρτών. Πρέπει να μείνεις επτά μέρες μακριά από τη μονάδα για να θεωρηθεί λιποταξία, μετά βέβαια έπεσε, αυτό δεν μπόρεσαν να το αποδείξουν νομικά.
Στη φυλακή για 3,5 μήνες από τα χτυπήματα τραυματίστηκε το θωρακικό μου κλουβί, μετέτρεψαν την κατηγορία από προπαγάνδα οργάνωσης σε μέλος οργάνωσης. Απολύθηκα με προσωρινή ελευθερία για να δικαστώ χωρίς κράτηση. Αυτή η δίκη συνεχίστηκε μέχρι το 2013 και αθωώθηκα. Στο μεταξύ εγώ γινόμουν όλο και πιο καθαρός. Με τις επιθέσεις του κράτους έμαθα στο ίδιο μου το σώμα πώς είναι αυτό το σύστημα.
Ώρα επιστροφής της ταυτότητας
Πώς αποφάσισες να γίνεις Γιάννης Βασίλης;
Η επιθυμία μου να αλλάξω το όνομά μου δεν είναι εχθρότητα προς τον αδελφό και γείτονα λαό, τον τουρκικό λαό. Είναι εντελώς για να πάρω το δικό μου δικαίωμα, σκοπός είναι η επιστροφή της ταυτότητας.
Γι’ αυτό υπέβαλα αίτηση στο δικαστήριο. Αυτό το κάνουμε και με χρήματα. Δικαστήριο διόρθωσης ονόματος. Κανονικά θα έπρεπε να μπορώ να το κάνω χωρίς αυτό. Είναι παγκόσμιο δικαίωμα, δεν μπορείς να το περιορίσεις. Αλλά σε χώρες σαν τη δική μας όταν θέλεις να πάρεις όνομα εκτός της τουρκικής ταυτότητας σου δημιουργούν ειδικές δυσκολίες. Κανονικά θα έπρεπε να μου δώσουν αυτό το δικαίωμα χωρίς να δείξω κανέναν μάρτυρα… Από μένα ζητάνε δύο μάρτυρες. Φίλοι μου που ξέρουν ότι είμαι ρωμικής καταγωγής δέχτηκαν να κάνουν αυτή τη μαρτυρία…
Όταν προσπαθείς να ερευνήσεις το ληξιαρχείο μπαίνουν εμπόδια. Όταν θέλεις να ερευνήσεις το παρελθόν σου το κράτος θα έπρεπε να το διευκολύνει αλλά μπορείς να πας το πολύ δύο γενιές πίσω… Εσύ, ο πατέρας σου και ο παππούς σου. Τότε πήρα και τον πατέρα μου και μπορέσαμε να φτάσουμε μέχρι τον πατέρα και τον παππού του.
Το όνομα του πατέρα του παππού μου ήταν Κωνσταντίνος… Υπάρχουν χωριά στη συνοικία Ασάρ του Μπαφρά. Στη συνοικία Γιαϊλά υπάρχει και στα κρατικά αρχεία ότι το κράτος επιτέθηκε και σκότωσε τον ρωμικό πληθυσμό εκεί. Ο πατέρας του παππού μου ο Κωνσταντίνος σκοτώθηκε εκεί και τον τρίχρονο ακόμα παππού μου τον έδωσαν σε μια οικογένεια αντί για το ρωμικό ορφανοτροφείο. Παρόμοια πράγματα έγιναν και στις σφαγές του Ντερσίμ και των Αρμενίων, έδιναν τα ορφανά παιδιά σε διάφορες οικογένειες. Το 1908 η οικογένεια που πήρε αυτό το παιδί που αργότερα θα γινόταν ο παππούς μου του έδωσε το όνομα Μεχμέτ. Δεν του έδωσαν το δικό τους επώνυμο για κάποιο λόγο, του έκαναν το επώνυμο Γιαϊλαλί από τη συνοικία από όπου προερχόταν.
Ο παππούς σου ο Μεχμέτ ίσως να μην ήξερε καθόλου ότι είναι Ρωμιός… Ο πατέρας σου όμως;
Τους το είπε η θεία μου… Ο θείος μου για παράδειγμα μας έφτιαχνε ψέματα, ότι ο μεγάλος μας παππούς πήγε στον πόλεμο, στον πόλεμο της ανεξαρτησίας κ.λπ.…
Πώς λέγεται ο πατέρας σου;
Γιαβούζ… Τους έδιναν πάντα ονόματα φονιάδων…
Γιατί θέλεις να πάρεις το όνομα Γιάννης Βασίλης, υπάρχει ειδικός λόγος στην επιλογή του ονόματος;
Το Γιάννης το αγαπώ στην προφορά. Το Βασίλης είναι αποτελεσματικό στους Ρωμιούς του Πόντου, είναι το άτομο που έκανε τις πρώτες παρτιζάνικες οργανώσεις για να υπερασπιστούν οι Ρωμιοί εκεί τις επιθέσεις… Στην πραγματικότητα το «Βασίλης» σημαίνει Βασιλιάς, είμαι αντίθετος σε αυτό ως προέλευση βέβαια. Αλλά επέλεξα αυτό το όνομα για τις αξίες του ατόμου που το έφερε…
Μπορούν να με λένε και Ιμπραήμ, και Γιάννη. Το δικό μου πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι, αλλά από φόβο δεν θέλουν να βγουν στην επιφάνεια. Θέλω να τους δώσω θάρρος. Δεν λέω οι άνθρωποι να κάνουν εθνικισμό αλλά οι άνθρωποι να υπερασπίζονται τις αξίες και τις ταυτότητές τους. Και αυτά που γίνονται στον τουρκικό λαό δεν είναι δίκαια. Προσπαθούν συνεχώς να κρατήσουν σταθερή την ψυχολογία του καταπιεστή έθνους. Αν ο καθένας υπερασπιστεί τον δικό του πολιτισμό τότε ίσως μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την ενιαία ταυτότητα που επιβάλλει αυτό το σύστημα. Αυτό είναι το δικό μου πρόβλημα.
Τώρα εγκαταστάθηκες στο Ρομπόσκι και προσπαθείς να διεξάγεις από εκεί αγώνα για την ειρήνη. Δεν θα ήταν καλύτερα να είναι στο Ρομπόσκι ο Ιμπραήμ Γιαϊλαλί αντί για τον Γιάννη Βασίλη; Άλλωστε προσπαθούν να παρουσιάσουν τους Ρωμιούς ως κύριο εχθρό, μήπως πουν «ο Γιάννης Βασίλης εγκαταστάθηκε εκεί για να ανακατέψει το Ρομπόσκι»;
Όταν περνάω από το Ρομπόσκι υπάρχουν οκτώ περιοχές, και όταν ήμουν Ιμπραήμ περνάω με το ζόρι ήδη, περιέργεια έχω κι εγώ πώς θα είναι οι συμπεριφορές όταν είμαι Γιάννης.
Να κάνουμε ό,τι μπορέσουμε μέσα από σωματεία, αδελφότητες, μέσα από την προσωπική μας έκφραση στα δημόσια μέσα και προφίλ για να αποτρέψουμε την παράδοση του στην Τουρκία.
Γ.Κ.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.