30 Μαΐου 2026

Ψυχοσάββατο

Ψυχοσάββατο

 Ἰωάννης Πολέμης  (1862-1924)

Χτυπάει του ψυχοσάββατου βαριὰ-βαριὰ ἡ καμπάνα,
καὶ νυσταγμένος ὁ παπᾶς τὸν ὄρθρο του ἀρχινᾶ.
Στὸ φτωχικό της κείτεται ἄρρωστη χήρα ἡ μάνα,
καὶ μὲ παράπονο ξυπνοῦν τα δυό της ὀρφανά.

Σ’ ἕνα τραπέζι ξύλινο χωρὶς κανένα ξάρτι,
ξηρὸ ἕνα πιάτο κόλλυβα στὴ μέση καρτερεῖ.
Δίπλα τοῦ ἀντρός της τὄνομα σ᾿ ἕνα συγχωροχάρτι,
καὶ πάρα πέρα ἕνα μικρὸ πεντάρικο κερί.

-Σύρτε παιδιὰ τὰ κόλλυβα στὴν ἐκκλησιὰ τρεχᾶτοι,
νἄβρῃ ἡ ψυχὴ τοῦ δύστυχου πατέρα σας δροσιά.
-Μάνα, πεινᾶμε, δῶσε μας πρῶτα νὰ φᾶμε κάτι
κι’ ὕστερα πᾶμε τρέχοντας κι’ οἱ δυὸ στὴν ἐκκλησιά.

-Ἀπ’ τὸ καρβέλι τὸ στερνὸ τρεῖς φέτες ἔχουν μείνει,
φᾶτε τις δυὸ κι’ ἀφήσατε σὲ μὲ τὴν πιὸ μικρή,
κι ἂν δὲν χορτάσετε μ’ αὐτὲς φᾶτε παιδιὰ καὶ κείνη,
τί εἶναι στεγνὰ τὰ χείλη μου κι’ ἡ γλῶσσα μου πικρή.

Τρῶνε τις δυό, τρῶνε τὶς τρεῖς, μ’ ἀχόρταγο τὸ στόμα,
καὶ δὲν ἀφήνουν ψίχουλο νὰ πέσει χάμω ἐκεῖ.
-Μάνα ἤτανε λίγο τὸ ψωμί, μάνα πεινᾶμε ἀκόμα,
μάνα πῶς θέλεις νἄβγουμε στὸ δρόμο νηστικοί;

Θωρεῖ ἡ φτωχὴ τὰ κόλλυβα κι ἄθελα ψιθυρίζει:
Βουβάσου πόνε μέσα μου καὶ θλίψη περισσή!
-Ἔδωσα ἐγὼ τὴ φέτα μου κι ἡ πεῖνα μὲ θερίζει
δῶσε πατέρα δύστυχε τὰ κόλλυβά σου ἐσύ.

Κι ἁπλώνοντας τρεμουλιαστὸ στεγνὸ κι ἄσαρκο χέρι
παίρνει κι ἀνάβει τὸ κερὶ μὲ θλίψη στὴν καρδιά
μοιράζει καὶ τὰ κόλλυβα σὲ δυὸ μονάχα μέρη
καὶ λέει ἀναστενάζοντας: χορτάσατε παιδιά...

ΠΗΓΗ -Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.