Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Από τους Ινδιάνους της Αμερικής στην Ελλάδα: η αθέατη διαδρομή μιας πολιτισμικής ήττας
Μπορεί να χαθεί ένας λαός χωρίς να εξαφανιστούν οι άνθρωποί του; Να εξακολουθούν να γεννιούνται (πολύ λιγότερα) παιδιά, να υπάρχουν πόλεις και χωριά, να κυματίζει η σημαία, να μιλιέται ακόμη η γλώσσα, να λειτουργεί το κράτος, να γιορτάζονται οι εθνικές επέτειοι, κι όμως κάτι βαθύτερο να έχει αρχίσει να υποχωρεί;
Να μην χαθεί δηλαδή η βιολογική παρουσία του λαού, αλλά να εξαφανιστεί η βεβαιότητά του ότι ο δικός του τρόπος να υπάρχει έχει αξία και αξίζει να συνεχιστεί;
Ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη μορφή πολιτισμικής ήττας. Όχι όταν σου παίρνουν απλώς κάτι που έχεις, αλλά όταν αρχίζεις να αμφιβάλλεις για αυτό που είσαι. Όταν ο πολιτισμός σου παύει να αποτελεί πηγή νοήματος και γίνεται είτε αιτία ντροπής είτε ένα όμορφο αντικείμενο προς έκθεση. Όταν δεν "κατοικείς" πια πραγματικά την παράδοσή σου, αλλά την παρατηρείς από απόσταση, περίπου όπως ο επισκέπτης παρατηρεί ένα έκθεμα σε μουσείο.
Η ιστορία των Αυτόχθονων λαών της Βόρειας Αμερικής προσφέρει ένα ακραίο και οδυνηρό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας, όσο κι αν δεν μπορεί να υπάρξει ιστορική εξίσωση ανάμεσα στην εμπειρία των Native Americans και στη νεότερη ελληνική εμπειρία. Βέβαια, οι Αυτόχθονες λαοί υπέστησαν και αυτοί κατάκτηση, βίαιες μετακινήσεις, απώλεια εδαφών, σφαγές, καταστολή γλωσσών και θρησκευτικών πρακτικών και οργανωμένες πολιτικές αφομοίωσης. Εντούτοις, ο παραλληλισμός που επιχειρείται εδώ αφορά όχι την κλίμακα της βίας αλλά έναν ψυχοκοινωνικό μηχανισμό: τι συμβαίνει όταν ένας λαός αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια ενός ισχυρότερου πολιτισμικού Άλλου.
Στην περίπτωση των Native Americans η απώλεια άρχισε από τον τόπο. Και ο τόπος δεν ήταν απλώς ιδιοκτησία. Δεν ήταν στρέμματα γης με μια συγκεκριμένη οικονομική αξία. Ήταν μνήμη, πρόγονοι, τροφή, τελετουργία, κοσμολογία. Ήταν το σημείο όπου συναντιούνταν οι ζωντανοί με τους νεκρούς και οι άνθρωποι με τη φύση. Η αφαίρεση του εδάφους επομένως δεν σήμαινε μόνο οικονομική αποστέρηση. Σήμαινε ρήξη ενός ολόκληρου συστήματος νοήματος.
Αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που δυσκολεύεται να κατανοήσει ο σύγχρονος άνθρωπος. Έχουμε μάθει να θεωρούμε τον τόπο κυρίως χώρο. Ένα σημείο στον χάρτη. Ένα οικόπεδο. Ένα ακίνητο. Μια επένδυση. Για τις παραδοσιακές κοινότητες όμως ο τόπος ήταν κάτι πολύ περισσότερο: ήταν ένας τρόπος να απαντάς στην ερώτηση «ποιος είμαι;».
Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη, πολύ προσεκτική, γέφυρα προς την Ελλάδα. Δεν μας αφαιρεί κάποιος βίαια τον τόπο. Έχουμε όμως αποξενωθεί πια από αυτόν. Το χωριό αδειάζει. Η μικρή κοινότητα γερνά. Ο νέος μετακινείται στην πόλη και από την πόλη στο εξωτερικό. Το πατρικό γίνεται εξοχικό και ύστερα ακίνητο προς αξιοποίηση. Το νησί μετατρέπεται σε destination. Η κατοικία σε επενδυτικό προϊόν. Η γειτονιά σε περιοχή βραχυχρόνιας διαμονής. Το τοπίο εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η σχέση μαζί του αλλάζει.
Και ένας λαός αρχίζει να αποεδαφικοποιείται πολύ πριν χάσει το έδαφός του. Αποεδαφικοποιείται όταν ο τόπος παύει να του λέει ποιος είναι.
Ύστερα έρχεται η ρήξη ανάμεσα στις γενιές. Αυτό υπήρξε ένα από τα πιο δραματικά στοιχεία της πολιτικής αφομοίωσης των Native Americans. Η απομάκρυνση παιδιών από τις οικογένειες και η μεταφορά τους στα boarding schools δεν είχε μόνο εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Το παιδί έπρεπε να απομακρυνθεί από εκείνους που μπορούσαν να του μεταδώσουν τη γλώσσα, τις τελετουργίες, τη μνήμη, την κοσμοθεωρία, ακόμη και την αίσθηση του ποιος είναι.
Γιατί κάθε πολιτισμός γνωρίζει, ακόμη κι αν δεν το ομολογεί, ότι η σημαντικότερη μονάδα πολιτισμικής μετάδοσης δεν είναι το μουσείο. Είναι η σχέση. Είναι ο παππούς που διηγείται. Η γιαγιά που μαγειρεύει. Ο πατέρας που δείχνει. Η μητέρα που ονομάζει.
Το παιδί που ρωτά. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται στο τραπέζι.
Το τραγούδι που κάποιος μαθαίνει χωρίς ποτέ να θυμάται πότε ακριβώς το έμαθε.
Όταν κοπεί αυτή η αλυσίδα, ο πολιτισμός μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στα βιβλία και στα αρχεία, αλλά αρχίζει να παύει να υπάρχει μέσα στα σώματα των ανθρώπων.
Δεν χρειάζεται ασφαλώς να αναζητήσουμε στην Ελλάδα κάποιο ανάλογο των boarding schools. Δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ένα διαφορετικό ερώτημα: πόσα από όσα γνώριζε μια γενιά εξακολουθεί να θεωρεί σημαντικό να μεταδώσει στην επόμενη;
Δεν μιλώ μόνο για δημοτικά τραγούδια, συνταγές ή έθιμα. Μιλώ για τον τρόπο που φροντίζεις έναν ηλικιωμένο. Για το πώς πενθείς. Για το πώς υποδέχεσαι τον ξένο. Για το τι σημαίνει γειτονιά. Για τις οικογενειακές αφηγήσεις. Για τη γνώση του τόπου. Για τα ονόματα των φυτών. Για τις λέξεις της διαλέκτου. Για τις μικρές τεχνικές που δεν γράφτηκαν ποτέ σε εγχειρίδιο. Για εκείνο το παράξενο απόθεμα βιωμένης γνώσης που περνούσε κάποτε από άνθρωπο σε άνθρωπο χωρίς κανείς να το ονομάζει «πολιτιστική κληρονομιά».
Μια κοινωνία γίνεται πολιτισμικά εύθραυστη όταν τα παιδιά της γνωρίζουν περισσότερα για την παγκόσμια καταναλωτική κουλτούρα απ' όσα γνωρίζουν για την ιστορία των ανθρώπων που κάθονται μαζί τους στο ίδιο τραπέζι.
Και ύστερα έρχεται η γλώσσα. Στους Ινδιάνους της Αμερικής η καταστολή των γλωσσών υπήρξε άμεση και συστηματική. Παιδιά τιμωρούνταν επειδή μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα. Και το τραύμα αυτής της εμπειρίας μπορούσε να συνεχιστεί ακόμη και όταν η εξωτερική απαγόρευση είχε τελειώσει. Ένας άνθρωπος που έμαθε ότι η γλώσσα των γονιών του προκαλεί ταπείνωση μπορεί αργότερα να αποφασίσει να μη τη διδάξει στα δικά του παιδιά. Όχι επειδή τη μισεί, αλλά επειδή θέλει να τα προστατεύσει.
Κι εκεί βρίσκεται μια από τις πιο παράξενες νίκες κάθε πολιτισμικής κυριαρχίας: όταν ο γονιός, προσπαθώντας να προστατεύσει το παιδί του, διακόπτει ο ίδιος το νήμα που το συνδέει με τους προγόνους του.
Στην Ελλάδα κανείς δεν απαγορεύει τα ελληνικά. Το ζήτημα είναι διαφορετικό. Είναι η σταδιακή φτωχοποίηση του βιωμένου λεξιλογίου, η υποχώρηση των διαλέκτων, η απώλεια λέξεων που περιέγραφαν σχέσεις, συναισθήματα, τόπους, εργασίες και τρόπους ζωής που δεν υπάρχουν πια. Μια γλώσσα δεν φτωχαίνει μόνο όταν χάνει λέξεις. Φτωχαίνει όταν χάνει εμπειρίες που χρειάζονταν αυτές τις λέξεις για να ειπωθούν. Και η γλώσσα που έρχεται να καλύψει το κενό δεν είναι ουδέτερη. Performance, branding, networking, lifestyle, brunch, success, management, investment. Χρειαζόμαστε ασφαλώς νέες λέξεις για έναν καινούργιο κόσμο. Το ερώτημα όμως είναι αν, μαζί με αυτές, χάνουμε σιγά σιγά τη γλώσσα με την οποία μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο σχέσεων και όχι μόνο συναλλαγών.
Κάπου εδώ εμφανίζεται ίσως το πιο κρίσιμο στάδιο: η ντροπή.
Ο Frantz Fanon είχε καταλάβει ότι η αποικιοκρατία δεν ολοκληρώνεται όταν ο κυρίαρχος κατακτήσει το έδαφος. Ολοκληρώνεται όταν καταφέρει να εγκαταστήσει το βλέμμα του μέσα στον ίδιο τον αποικιοκρατούμενο. Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να κοιτάζει τον εαυτό του με τα μάτια εκείνου που τον θεωρεί κατώτερο. Τότε δεν χρειάζεται πλέον να του πεις ότι η γλώσσα του είναι πρωτόγονη. Ντρέπεται μόνος του να τη μιλήσει. Δεν χρειάζεται να του πεις ότι οι γονείς του είναι καθυστερημένοι. Αρχίζει ο ίδιος να τους κρύβει. Δεν χρειάζεται να του απαγορεύσεις την παράδοση. Αρχίζει να τη θεωρεί εμπόδιο στην πρόοδό του. Η εξωτερική υποτίμηση έχει γίνει εσωτερικός μονόλογος.
Και εδώ ο ελληνικός παραλληλισμός γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρων. «Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά». «Εδώ είναι Βαλκάνια». «Τι περιμένεις από τον Έλληνα;» «Αυτή η χώρα δεν αλλάζει». «Τι γίδια είμαστε». «Καλά να πάθουμε». «Όλοι μαζί τα φάγαμε».
Οι φράσεις αυτές μπορεί να μοιάζουν απλώς με εκφράσεις αγανάκτησης απέναντι σε πραγματικές ελληνικές παθογένειες. Και πολλές φορές αυτό ακριβώς είναι. Η Ελλάδα έχει λόγους να ασκεί αυστηρή κριτική στον εαυτό της: θεσμικές ανεπάρκειες, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά, αναξιοκρατία, ανοχή στην αυθαιρεσία.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην αυτοκριτική και στην αυτοπεριφρόνηση. Η αυτοκριτική λέει: «Αυτό που κάνουμε είναι λάθος». Η αυτοπεριφρόνηση λέει: «Εμείς είμαστε λάθος». Η πρώτη αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα αλλαγής. Η δεύτερη την κλείνει.
Γιατί αν ένα πρόβλημα βρίσκεται σε έναν θεσμό, μπορώ να αλλάξω τον θεσμό. Αν βρίσκεται σε μια πολιτική, μπορώ να αλλάξω την πολιτική. Αν βρίσκεται σε μια συμπεριφορά, μπορώ να αλλάξω τη συμπεριφορά.
Αν όμως το πρόβλημα είναι ότι «τέτοιος λαός είμαστε», τότε τι ακριβώς απομένει να κάνουμε; Τίποτε. Μόνο να ντραπούμε. Και η ντροπή, σε αντίθεση με την ευθύνη, σπάνια κινητοποιεί. Συχνά παθητικοποιεί. Η ευθύνη ρωτά: «Τι έκανα και τι μπορώ να αλλάξω;» Η ντροπή ψιθυρίζει: «Κάτι δεν πάει καλά με μένα».
Κι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για να καταλάβουμε και την ελληνική εμπειρία της οικονομικής κρίσης. Τα χρόνια των Μνημονίων δεν υπήρξαν μόνο περίοδος οικονομικής δοκιμασίας. Για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας υπήρξαν και μια κρίση συλλογικής αυτοεικόνας. Οι οικονομικές και πολιτικές αποτυχίες μεταφράστηκαν συχνά σε ηθικές κατηγορίες για έναν ολόκληρο λαό: τεμπέληδες, σπάταλοι, διεφθαρμένοι, ανεύθυνοι.
Βεβαίως υπήρχαν ελληνικές ευθύνες. Η αναγνώρισή τους είναι προϋπόθεση πολιτικής ωριμότητας. Άλλο όμως είναι να πεις «έχουμε ευθύνη για συγκεκριμένες ιστορικές επιλογές» και άλλο «είμαστε ένας αποτυχημένος λαός». Το πρώτο είναι αυτογνωσία.
Το δεύτερο είναι ταυτότητα ντροπής.
Και ίσως εδώ αρχίζει μια άλλη, πολύ πιο λεπτή μορφή πολιτισμικής εξάρτησης. Όταν ο άλλος δεν είναι πλέον απλώς κάποιος από τον οποίο θέλεις να μάθεις, αλλά γίνεται το μέτρο με το οποίο αξιολογείς αν αξίζεις. Για τους Ιθαγενείς της Αμερικής ο κυρίαρχος λευκός πολιτισμός παρουσιάστηκε ως ο πολιτισμός στον οποίο έπρεπε να αφομοιωθούν. Το μήνυμα ήταν ωμό: για να προχωρήσεις, πρέπει να γίνεις περισσότερο σαν εμάς και λιγότερο σαν εσένα.
Η Ελλάδα έχει μια εντελώς διαφορετική ιστορία, αλλά κουβαλά εδώ και δύο περίπου αιώνες μια παράξενη αμφιθυμία απέναντι στη Δύση. Θέλει να ανήκει σ' αυτήν, αλλά συγχρόνως αισθάνεται ότι βρίσκεται διαρκώς στην περιφέρειά της. Θέλει να αναγνωριστεί ως ευρωπαϊκή, αλλά συχνά κοιτάζει τον εαυτό της σαν μαθητή που περιμένει τον βαθμό του δασκάλου.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η έννοια της αυτο-αποικιοποίησης του Alexander Kiossev: η περίπτωση κοινωνιών που, χωρίς να έχουν υποστεί την κλασική αποικιακή κατάκτηση, συγκροτούν την αυτοεικόνα τους υπό το βλέμμα ενός πολιτισμικού κέντρου το οποίο θεωρούν ανώτερο.
Τότε η ερώτηση παύει να είναι «τι μπορούμε να μάθουμε από τη Δύση;» - μια απολύτως γόνιμη ερώτηση. Γίνεται: «Πόσο ακόμη πρέπει να αλλάξουμε για να γίνουμε επιτέλους σαν αυτούς;» Και αυτή είναι εντελώς διαφορετική ερώτηση. Γιατί η πρώτη προϋποθέτει συνομιλία. Η δεύτερη προϋποθέτει μειονεξία.
Η πολιτισμική αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει να πιστεύεις ότι ο πολιτισμός σου είναι ανώτερος. Σημαίνει να μπορείς να συναντήσεις έναν άλλο πολιτισμό χωρίς να χρειάζεται ούτε να τον υποτιμήσεις ούτε να εξαφανιστείς μέσα του. Όταν αυτή η αυτοπεποίθηση χαθεί, ο ξένος πολιτισμός παύει να είναι ένας πολιτισμός ανάμεσα σε άλλους και γίνεται το μέτρο του ανθρώπινου.
Και τότε φτάνουμε σε μια από τις πιο παράξενες αντιφάσεις της σύγχρονης Ελλάδας. Την ίδια στιγμή που ο βιωμένος ελληνικός κόσμος υποχωρεί, η «ελληνικότητα» αποκτά τεράστια εμπορική αξία. Το πανηγύρι γίνεται event. Η φιλοξενία γίνεται hospitality.
Το σπίτι γίνεται accommodation ή Airbnb. Η παραδοσιακή διατροφή γίνεται brand. Το χωριό γίνεται destination. Το σπίτι γίνεται location. Το νησί γίνεται product. Η θέα γίνεται asset.
Ο τόπος γίνεται real estate. Και η παράδοση επιβιώνει ως αισθητική ακριβώς τη στιγμή που μπορεί να χάνει τη λειτουργία της ως κοινωνικός δεσμός.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο παράδοξα χαρακτηριστικά της πολιτισμικής ήττας: ένας πολιτισμός μπορεί να είναι εξαιρετικά επιτυχημένος ως προϊόν την ίδια στιγμή που αποδυναμώνεται ως βιωμένος κόσμος.
Μπορούμε να πουλάμε «Greek lifestyle» σε ολόκληρο τον πλανήτη και ταυτόχρονα να χάνουμε τη γειτονιά, το κοινό τραπέζι, τον διαθέσιμο χρόνο, την αίσθηση του ανήκειν και τη δυνατότητα των νέων ανθρώπων να κατοικήσουν στον ίδιο τον τόπο που διαφημίζεται ως παράδεισος στους άλλους.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά τον πολιτισμό με τη στενή έννοια. Γίνεται υπαρξιακή. Γιατί ένας πολιτισμός δεν συνεχίζεται απλώς επειδή επιβιώνουν τα μνημεία του ή επειδή αναπαράγονται τα έθιμά του. Συνεχίζεται όταν μια νέα γενιά αισθάνεται ότι υπάρχει κάτι μέσα σε αυτόν τον κόσμο που αξίζει να μεταφέρει στην επόμενη.
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα της πολιτισμικής συνέχειας:
Υπάρχει κάτι εδώ που αξίζει να συνεχιστεί; Και ίσως αυτή η ερώτηση βρίσκεται κρυμμένη πίσω από πολλά από τα προβλήματα που συζητούμε σήμερα ξεχωριστά. Πίσω από τη δημογραφική συρρίκνωση. Πίσω από τη φυγή των νέων. Πίσω από την εγκατάλειψη της περιφέρειας. Πίσω από την αποδυνάμωση των κοινοτήτων. Πίσω από την αίσθηση ότι η επιτυχία σημαίνει συχνά να καταφέρεις να φύγεις.
Όταν για έναν νέο άνθρωπο το «τα κατάφερα» σημαίνει σχεδόν αυτονόητα «έφυγα από εδώ», τότε ίσως δεν έχουμε μόνο οικονομικό πρόβλημα. Έχουμε πρόβλημα πολιτισμικής αυτοσυνέχειας.
Και εδώ ακριβώς η ιστορία των Ιθαγενών της Αμερικής προσφέρει κάτι περισσότερο από μια ιστορία καταστροφής. Προσφέρει και μια ιστορία αντίστασης. Γιατί οι ινδιάνικοι πολιτισμοί δεν εξαφανίστηκαν ολοκληρωτικά. Παρά την καταστροφή, πολλές κοινότητες διατήρησαν ή ανακτούν σήμερα γλώσσες, τελετουργίες, ιστορική μνήμη, εκπαιδευτικές πρακτικές, κοινοτικές μορφές ζωής και σχέσεις με τον τόπο. Και αυτή η αναγέννηση έχει ένα εξαιρετικά σημαντικό μήνυμα: η πολιτισμική αποκατάσταση δεν σημαίνει επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Δεν σημαίνει να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Σημαίνει να αποκατασταθεί η συνέχεια. Να μπορέσει μια κοινότητα να πει: «Δεν χρειάζεται να πάψω να είμαι αυτό που είμαι για να συμμετέχω στον σύγχρονο κόσμο».
Και ίσως εδώ βρίσκεται και το ελληνικό ζητούμενο. Η απάντηση δεν είναι να επιστρέψουμε στην Ελλάδα του 1950. Δεν είναι ίσως να αρνηθούμε τη Δύση. Δεν είναι να φοβηθούμε. Δεν είναι να κατασκευάσουμε έναν εθνικιστικό μύθο περί ενός ανώτερου, καθαρού και αυτάρκους ελληνικού πολιτισμού.
Ο εθνικιστικός ναρκισσισμός και η πολιτισμική αυτοπεριφρόνηση είναι, κατά βάθος, δύο όψεις της ίδιας ανασφάλειας. Ο ένας φωνάζει «είμαστε καλύτεροι από όλους». Η άλλη ψιθυρίζει «είμαστε χειρότεροι από όλους». Και οι δύο χρειάζονται τους άλλους για να αποφασίσουν ποιοι είμαστε.
Η πολιτισμική ωριμότητα βρίσκεται αλλού. Στη δυνατότητα να πεις: Δεν είμαστε ανώτεροι. Δεν είμαστε κατώτεροι. Είμαστε ένας ιδιαίτερος ιστορικός τρόπος ανθρώπινης ύπαρξης που έχει δικαίωμα να συνομιλεί ισότιμα με τους άλλους.
Και ίσως γι' αυτό η θεραπεία της ελληνικής πολιτισμικής ανασφάλειας δεν χρειάζεται τόσο μια «επιστροφή στο παρελθόν» όσο μια επιστροφή στη σχέση με το παρελθόν. Να ξαναρωτήσουμε τι υπήρχε μέσα σε λέξεις και πρακτικές που βιαστήκαμε να θεωρήσουμε παρωχημένες. Τι σήμαινε κοινότητα. Τι σήμαινε γειτονιά. Τι σήμαινε φιλοξενία. Τι σήμαινε κοινό τραπέζι. Τι σήμαινε γιορτή και πένθος. Τι σήμαινε τόπος. Τι σήμαινε μέτρο. Όχι για να τα αντιγράψουμε. Αλλά για να αναρωτηθούμε αν περιείχαν κάποια ανθρώπινη γνώση που ο σύγχρονος κόσμος, μέσα στην ταχύτητα και στην ατομικότητά του, έχει αρχίσει να χρειάζεται ξανά.
Γιατί παράδοση δεν είναι να λατρεύεις τις στάχτες. Είναι να αναρωτιέσαι αν υπάρχει ακόμη φωτιά μέσα τους.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό υπαρξιακό πρόβλημα της Ελλάδας. Όχι ότι κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Αλλά ότι κινδυνεύει να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να συνεχίσει. Να κρατήσει το όνομα και να χάσει το νόημα. Να διατηρήσει τα μνημεία και να χάσει τη μνήμη. Να πουλήσει τον τόπο και να χάσει το ανήκειν. Να εξάγει την ελληνικότητα και να μην ξέρει πια πώς να την κατοικήσει. Να μιμείται το αλλού επειδή δεν έχει αποφασίσει τι αξίζει από το εδώ. Σαν ένα "πουκάμισο αδειανό".
Και τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι: «Πώς θα γίνουμε επιτέλους σαν τους άλλους;» Ούτε: «Πώς θα ξαναγίνουμε αυτό που ήμασταν;»
Το πραγματικό ερώτημα είναι: Πώς μπορούμε να γίνουμε σύγχρονοι χωρίς να γίνουμε ξένοι προς τον ίδιο μας τον εαυτό;
Η ιστορία των ιθαγενών της Αμερικής μας θυμίζει κάτι θεμελιώδες. Μπορεί να σου πάρουν έναν τόπο. Μπορεί να καταστείλουν μια γλώσσα. Μπορεί να διαρρήξουν τη συνέχεια των γενεών. Μπορεί να προσπαθήσουν να σε πείσουν ότι ο πολιτισμός σου αποτελεί εμπόδιο στην πρόοδό σου.
Η βαθύτερη ήττα όμως έρχεται αργότερα. Έρχεται όταν αρχίσεις εσύ ο ίδιος να πιστεύεις ότι τίποτε από όσα σου παραδόθηκαν δεν αξίζει να παραδοθεί παρακάτω.
Και ίσως εκεί ακριβώς αρχίζει και η θεραπεία ενός συλλογικού τραύματος. Όχι όταν ένας λαός πείσει τον εαυτό του ότι υπήρξε πάντοτε αθώος. Ούτε όταν κατασκευάσει έναν μύθο ότι υπήρξε πάντοτε σπουδαίος. Αλλά όταν μπορέσει να κοιτάξει την ιστορία του ολόκληρη -τις δημιουργίες και τις αποτυχίες, τις αδικίες που υπέστη και εκείνες που προκάλεσε, το φως και τη σκιά του- χωρίς ούτε να την εξιδανικεύσει ούτε να τη μισήσει.
Και να πει: Αυτός είναι ο τόπος μου. Αυτή είναι η ιστορία μου. Δεν είναι ανώτερη από την ιστορία των άλλων. Δεν είναι κατώτερη. Είναι δική μου. Και δεν χρειάζεται να την εγκαταλείψω για να μπορέσω να προχωρήσω.
Γιατί ίσως ένας λαός αρχίζει πραγματικά να χάνεται όταν παύει να αισθάνεται σπίτι μέσα στην ίδια του την ιστορία. Και αρχίζει να ξαναβρίσκει τον εαυτό του όταν μπορεί να επιστρέψει σ' αυτήν όχι για να κλειστεί μέσα της, αλλά για να αποκτήσει επιτέλους κάπου να σταθεί, ώστε να μπορέσει να πάει παραπέρα.
Σχόλιο από Ανδρέα Σινόπουλο:
Όλα όσα γράψατε, η συγκριτική ανάλυση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, κατά τη γνώμη μου είναι εντελώς εύστοχα, διεισδυτικά, και με αλήθεια που όταν μας την παρουσιάζει κάποιος, τότε την καταλαβαίνουμε. Θα περιορίσω: Ένας "ψυχοκοινωνικός μηχανισμός: τι συμβαίνει όταν ένας λαός αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια ενός ισχυρότερου πολιτισμικού Άλλου". Και: "Η αποικιοκρατία δεν ολοκληρώνεται όταν ο κυρίαρχος κατακτήσει το έδαφος. Ολοκληρώνεται όταν καταφέρει να εγκαταστήσει το βλέμμα του μέσα στον ίδιο τον αποικιοκρατούμενο. Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να κοιτάζει τον εαυτό του με τα μάτια εκείνου που τον θεωρεί κατώτερο". Και: "η περίπτωση κοινωνιών που, χωρίς να έχουν υποστεί την κλασική αποικιακή κατάκτηση, συγκροτούν την αυτοεικόνα τους υπό το βλέμμα ενός πολιτισμικού κέντρου το οποίο θεωρούν ανώτερο". Νομίζω ότι ακόμα και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, δεν είχαμε κοιτάξει τον εαυτό μας με τα μάτια των (αναγκαστικά όχι άλλων, αλλά) των ανώτερων δυτικών και ευρωπαίων. Αυτό άρχισε να γίνεται με την επανάσταση του 1821, και ειδικότερα με την εγκατάλειψη της συλλογικής όσο και εύλογης πρόθεσης, ένας ελεύθερος λαός να έχει έναν δικό του άρχοντα. Πολύ τραγικά, δεν αποκτήσαμε. Τότε ακριβώς, μετά τον Καποδίστρια, είναι που αρχίζουμε να γινόμαστε αποικία. Σταδιακά όλο και πληρέστερη. Αυτή ήταν και η δραματική αποτυχία της επανάστασης του 1821. Στα τελευταία που γράφετε, για το ότι "δεν είμαι κατώτερος, δεν είμαι ανώτερος" θα μπορούσα ίσως να διαφωνήσω λίγο. Ασφαλώς είναι απόλυτα σωστό από την άποψη της ισορροπίας. Συζητήσιμο όμως σε έναν πραγματικό κόσμο, που διατείνεται ότι εκείνος, δηλαδή οι άλλοι από εμάς, είναι "καλύτεροι". Επίσης συζητήσιμο -κατά τη γνώμη μου πάντα-, από την άποψη της τεχνικής: δηλαδή ποια είναι τα βήματα για να αλλάξουμε μια τέτοια κατάσταση; Ίσως να μην ξεκινάει κανείς με την ισορροπία για να βρει την ισορροπία. Όμως πρέπει να ξεκινάει -και εδώ συμφωνώ απολύτως- έχοντας στο μυαλό του μελλοντικά, την ισορροπία. Άραγε όμως, η τεχνική θα μας χρειαστεί, δηλαδή θα φτάσουμε στο σημείο της έλλογης εξέγερσης; Καταληκτικά, σας συγχαίρω για την οξύτατη ματιά σας.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.