Του Γιώργου Βιδάκη
Αμπέλι μέγα έβαλεν αλλού καρπόν γεμάτο,
καλό, χρυσό κι εμαύριζαν ολούθε τα σταφύλια·
τα κλήματ' ήσαν σ' αργυρά σταλίκια στυλωμένα.
Και λάκκον από χάλυβα και κασσιτέρου φράκτην
έσυρε γύρω· και άνοιξε στην άκρην μονοπάτι,
για να περνούν, όταν τρυγάν το αμπέλι, οι καρποφόροι.
Και αγόρια, κόρες λυγερές, αμέριμνα στην γνώμην
εφέρναν τον γλυκύν καρπόν μέσα εις τα καλάθια.
Γλυκιάν κιθάραν έπαιζε στην μέσην τους αγόρι
και με την λυγερή λαλιά τον λίνον τραγουδούσε
μελωδικά, και όλοι μαζί τριγύρω του εσκιρτούσαν
Ιλιάδα, Ραψωδία Σ΄(Η περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα), στίχοι 560-571, μτφρ. Ιάκωβος Πολυλάς.
_____***_____
Ένα τέτοιο κρασί, (Πράμνειος Οίνος *) δεν θα μπορούσε να μην πέσει στην προσοχή του Αριστοφάνη. Η μαρτυρία που έχουμε στους ΙΠΠΕΙΣ είναι αποκαλυπτική.
Δυο δούλοι συζητούν, παραπέμποντας στον μύθο του Ικάριου και των δούλων του που ήπιαν το κρασί. Ωστόσο, οι δούλοι κρατούν μάσκες και παίζουν θέατρο, κοροϊδεύοντας τους πολιτικούς. Ο ένας φοράει το προσωπείο του στρατηγού Δημοσθένη και ο άλλος του στρατηγού και πολιτικού Νικία, και διαμαρτύρονται για το ξύλο που τρώνε από τον Κλέωνα.
Β’ Δούλος (Νικίας): Το καλύτερο λοιπόν για μας είναι να πεθάνουμε.
Α’ Δούλος (Δημοσθένης): Σκέψου τότε πώς θα πεθάνουμε σαν άντρες.
Β’: Πώς αλήθεια; Πώς θα πεθάνουμε σαν άντρες; Ας πιούμε αίμα ταύρου! Ο θάνατος του Θεμιστοκλή είναι ο προτιμότερος από όλους.
Α’: Όχι μα το Δία! Κάλλιο να πιούμε άκρατο οίνο για το αγαθό δαιμόνιο. Ίσως έτσι μας κατεβεί καμιά καλή ιδέα..
Β’: Ά ναί, άκρατο οίνο! Το πώς θα πιούμε τώρα λογαριάζεις! Και γίνεται μεθυσμένος άνθρωπος να σκεφτεί κάτι σωστό;
Α’: Αληθινά το λες φίλε; Είναι ένας μωρολογονεροκανατάς! Τολμάς να αρνηθείς στο κρασί την έμπνευση; Και μπορείς να βρεις κάτι καλύτερο από το κρασί γι αυτό; Τάχα Δε βλέπεις πως όταν οι άνθρωποι πίνουν, τότε πλουτίζουν, πετυχαίνουν, κερδίζουν τις δίκες τους, γίνονται ευτυχισμένοι και βοηθούν τους φίλους τους; Έλα, τρέχα και φέρε μου γλήγορα μια κανάτα κρασί, για να ποτίσω το μυαλό μου και πω κάτι ξυπνό!
Β’: Δυστυχία! Τι τάχα να μας μαγειρεύει αυτό σου το πιοτί;
Α’: Κάτι καλό. Φέρε το όμως...
(ο Β’ δούλος πάει και κλέβει κρασί από το αφεντικό)
Α’: Χύσε μου μπόλικο άκρατο οίνο, όπως αν ήταν για σπονδή.
Β’: Πάρε και πρόσφερε σπονδή στο αγαθό δαιμόνιο.
Α’: Ρούφα, ρούφα το Πράμνιο δαιμόνιο! (έπειτα που άδειασε το ποτήρι:) Ω αγαθό δαιμόνιο, δική σου είναι αυτή η ιδέα όχι δική μου!”.
Είναι εντυπωσιακή η παρομοίωση του Πράμνειου Οίνου με το αίμα του ταύρου. Επίσης, ότι άκρατος οίνος και Πράμνειος οίνος είναι συνώνυμα. Τέλος, ο συντηρητικός Νικίας δεν μπορεί να νοιώσει ελεύθερος και χαλαρός, ενώ ο Δημοσθένης τον προτρέπει να πιει και να ευφρανθεί, να αισθανθεί το πνεύμα του Πράμνειου οίνου και να ξεχάσει τον πόνο του.
*Ο Πράμνειος οίνος είναι ποικιλία κρασιού, μαύρο και βαρύ από άποψη αλκοολικών βαθμών, γνωστό από την εποχή ακόμη του Ομήρου (περίπου δηλ. από το 850 π.Χ).
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.