04 Αυγούστου 2026

ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ



Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη 

Πριν από μερικούς μήνες, στις 17/4,  δημοσιοποίησα μια Δήλωση Διάψευσης, διευκρινίζοντας ότι δεν έχω καμία οργανική σχέση με το πολιτικό εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού. Το έκανα παρότι εξακολουθούσα -και εξακολουθώ- να τρέφω βαθύ σεβασμό για τον αγώνα της ως μητέρας που διεκδικεί την αλήθεια και τη δικαιοσύνη για το έγκλημα των Τεμπών.

Αρκετοί τότε δεν κατάλαβαν την επιλογή μου, ενώ οι γνωστοί και πάντα σοφοί «εγωσταλεγάκηδες» έσπευσαν να πανηγυρίσουν την προβλεπτική τους ικανότητα. Η πραγματικότητα είναι λιγότερο εντυπωσιακή. Ήδη από τις πρώτες εβδομάδες είχα ο ίδιος βιωματική εμπειρία και σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο λήψης αποφάσεων, τις σχέσεις εμπιστοσύνης και τη λειτουργία του εγχειρήματος - επιφυλάξεις που σήμερα επανέρχονται δημόσια μέσα από τις διαδοχικές αποχωρήσεις στελεχών και τις αιχμές που διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, και από τον πολύ αγαπητό μου Θανάση Αυγερινό. Η αλήθεια είναι ότι η πολιτική μου πρόταση για μια Φροντιστική Δημοκρατία "πήγε κουβά", αλλά δεν έχει και πολύ νόημα να σταθώ σε καταθεση "αποδείξεων" ότι αυτές οι αιτιάσεις ήταν και είναι βάσιμες. Εκείνο, όμως, που γνωρίζω είναι ότι η επανάληψη ενός μοτίβου αξίζει πάντοτε να μας προβληματίζει περισσότερο από την αναζήτηση ενόχων.

Το ερώτημα δεν είναι πραγματικά ποιος έχει δίκιο. Με ενδιαφέρει κάτι βαθύτερο.

Μπορεί άραγε το ψυχικό τραύμα να επηρεάζει όχι μόνο την προσωπική μας ζωή αλλά και τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούμε συλλογικά κινήματα, επιλέγουμε συνεργάτες, εμπιστευόμαστε ανθρώπους ή διαχειριζόμαστε τη διαφωνία; 
Ιδιαίτερα, μάλιστα, σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου εξαιρετικά οργανωμένοι μηχανισμοί επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής αντιπαράθεσης γνωρίζουν πώς να αξιοποιούν τις ήδη υπάρχουσες ρωγμές εμπιστοσύνης.

Ο Bessel van der Kolk γράφει: «Το τραύμα μας καθιστά ευάλωτους στην εξαπάτηση και στη χειραγώγηση.» Πρόκειται για μια φράση που συνήθως διαβάζεται ως προειδοποίηση απέναντι στους άλλους. Ίσως όμως αφορά και εμάς τους ίδιους. Γιατί το τραύμα δεν αλλάζει μόνο αυτό που αισθανόμαστε. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους. Όταν ο ψυχισμός λειτουργεί σε κατάσταση επιβίωσης, ο κόσμος παύει να είναι ένας χώρος διερεύνησης και γίνεται ένας χώρος πιθανών απειλών.

Και τότε μπορεί να εμφανιστούν δύο φαινομενικά αντίθετες αλλά βαθιά συγγενείς στάσεις. Η πρώτη είναι να εμπιστεύεσαι υπερβολικά εκείνον που μοιάζει να υπόσχεται ασφάλεια/αλλαγή ή "επανάσταση". Η δεύτερη είναι να δυσκολεύεσαι να εμπιστευθείς σχεδόν οποιονδήποτε. Παραδόξως, και οι δύο αυτές κινήσεις αποτελούν εκφράσεις της ίδιας τραυματικής προσαρμογής.

Αυτό είναι ίσως το πιο τραγικό σημείο της ιστορίας. Δεν συγκρούστηκαν απλώς διαφορετικοί χαρακτήρες ή διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις. Ίσως εδώ να συναντήθηκαν δύο διαφορετικές δυναμικές που συχνά παρατηρούμε μετά από σοβαρά τραυματικά γεγονότα.

Από τη μία, μια κοινωνία που, ύστερα από δεκαπέντε χρόνια οικονομικής κατάρρευσης, αλλεπάλληλων διαψεύσεων, θεσμικής απαξίωσης και του συλλογικού σοκ των Τεμπών, διψούσε να εμπιστευθεί ξανά. Είχε ανάγκη να πιστέψει ότι υπάρχει ακόμη κάποιος που δεν θα την προδώσει.
Από την άλλη, άνθρωποι που βρέθηκαν αντιμέτωποι με το πιο αδιανόητο τραύμα που μπορεί να βιώσει ένας γονιός. Ένα τραύμα που, όπως μας δείχνει η σύγχρονη ψυχοτραυματολογία, μπορεί να κάνει τον ψυχισμό να λειτουργεί πρωτίστως με όρους επιβίωσης και προστασίας. Όχι επειδή ο άνθρωπος είναι κακόβουλος ή ανεπαρκής, αλλά επειδή η ίδια η εμπειρία του τραύματος μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την εμπιστοσύνη, την απειλή και την ασφάλεια. 

Έτσι δημιουργείται μια σχεδόν τραγική συνάντηση. Η κοινωνία ζητά απόλυτη εμπιστοσύνη. Από την άλλη, άνθρωποι που έχουν βιώσει ακραία τραυματικά γεγονότα ενδέχεται να λειτουργούν περισσότερο με γνώμονα την προστασία παρά τη διερεύνηση. Η ψυχοτραυματολογία περιγράφει αυτή τη δυνατότητα χωρίς να σημαίνει ότι ισχύει στον ίδιο βαθμό για κάθε άνθρωπο.
Ο ηγέτης δυσκολεύεται να την παραχωρήσει. Η κοινωνία εξιδανικεύει. Ο ηγέτης ενδέχεται να δυσκολεύεται περισσότερο να εμπιστευθεί. Η μία πλευρά επενδύει υπερβολικές ελπίδες, η άλλη αισθάνεται ότι πρέπει να προστατευθεί. Και κάπως έτσι, χωρίς απαραίτητα να υπάρχουν κακές προθέσεις, αρχίζει να διαβρώνεται εκείνο ακριβώς που αποτέλεσε την αφετηρία του εγχειρήματος: η εμπιστοσύνη.

Το τραγικό δεν είναι ότι οι τραυματισμένοι άνθρωποι κάνουν λάθη. Το τραγικό είναι ότι, όταν μια τραυματισμένη κοινωνία συναντά έναν τραυματισμένο ηγέτη, το ίδιο το τραύμα μπορεί να αρχίσει να οργανώνει τη σχέση τους.  
Αν αυτή η ερμηνεία έχει βάση, τότε ίσως ένα κίνημα ελπίδας κινδυνεύει να αναπαράγει, άθελά του, τις ίδιες δυναμικές δυσπιστίας, φόβου και διάψευσης από τις οποίες γεννήθηκε.

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι γιατί φαίνεται να καταρρέει ένα ακόμη πολιτικό εγχείρημα. 

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μια κοινωνία που δεν έχει ακόμη επεξεργαστεί τα τραύματά της μπορεί να δημιουργήσει συλλογικά εγχειρήματα που δεν θα αναπαράγουν τις ίδιες δυναμικές δυσπιστίας, εξιδανίκευσης, διάσπασης και απογοήτευσης.

Ίσως τελικά το τραύμα να μην αλλοιώνει μόνο τον τρόπο που αγαπάμε. Αλλοιώνει και τον τρόπο που συνεργαζόμαστε, που εμπιστευόμαστε, που ηγούμαστε και που ακολουθούμε.

Αν αυτό ισχύει, τότε το μεγαλύτερο πολιτικό διακύβευμα της εποχής μας δεν είναι μόνο η αλλαγή των προσώπων ούτε η ίδρυση νέων κομμάτων. 

Είναι η   θ ε ρ α π ε ί α   του  τ ρ ό π ο υ  με τον οποίο  σ χ ε τ ι ζ ό μ α σ τ ε. 

Γιατί οι δημοκρατίες δεν καταρρέουν μόνο όταν διαφθείρονται οι θεσμοί τους. Καταρρέουν όταν τραυματίζεται η ικανότητα των ανθρώπων να εμπιστεύονται χωρίς να εξιδανικεύουν, να διαφωνούν χωρίς να διαλύονται και να συνεργάζονται χωρίς να φοβούνται ο ένας τον άλλον.

Ίσως λοιπόν ο Van der Kolk να είχε δίκιο με έναν τρόπο πολύ βαθύτερο απ' όσο συνήθως αντιλαμβανόμαστε. Το τραύμα δεν μας καθιστά ευάλωτους μόνο στην εξαπάτηση και στη χειραγώγηση. Μας καθιστά ευάλωτους στην απώλεια της ίδιας της δημοκρατικής σχέσης. Γιατί δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα πολίτευμα. Είναι μια ψυχική ικανότητα: η ικανότητα να εμπιστεύομαι, να αμφισβητώ, να συνεργάζομαι και να συνδημιουργώ με ανθρώπους που δεν είναι ίδιοι με εμένα.

Και ίσως από εκεί να πρέπει να αρχίσει η πραγματική ανασυγκρότηση της χώρας. Όχι μόνο από την ανασυγκρότηση των θεσμών της. Αλλά από την αποκατάσταση της συλλογικής μας ικανότητας να σχετιζόμαστε.

Οι τραυματισμένες κοινωνίες αναζητούν σωτήρες. Οι ώριμες κοινωνίες χτίζουν θεσμούς. Οι πρώτες επενδύουν την ελπίδα τους σε πρόσωπα. Οι δεύτερες τη μοιράζονται μεταξύ ανθρώπων που εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον αρκετά ώστε να δημιουργήσουν κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους. Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο βαθιά μορφή συλλογικής θεραπείας.

Υ.Γ. Ως ψυχολόγος δεν επιχειρώ να διαγνώσω ή να ερμηνεύσω τη συμπεριφορά συγκεκριμένων προσώπων. Χρησιμοποιώ έννοιες της ψυχοτραυματολογίας ως ένα πιθανό ερμηνευτικό πλαίσιο για τη μελέτη ενός δημόσιου κοινωνικού φαινομένου. Το ενδιαφέρον μου δεν είναι τα πρόσωπα αλλά οι δυναμικές. Γιατί οι ίδιες δυναμικές που διαλύουν σήμερα ένα κίνημα ελπίδας μπορούν αύριο να διαλύσουν οποιοδήποτε άλλο, αν δεν μάθουμε να τις αναγνωρίζουμε εγκαίρως. 
Αν το πλαίσιο αυτό μας βοηθήσει να προστατεύσουμε στο μέλλον συλλογικά εγχειρήματα, αλλά και τους εαυτούς μας, από τις δυναμικές που τα υπονομεύουν, τότε ίσως η συζήτηση να έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα.

ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/p/1cRmDxAfaX/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.