Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η “Οδύσσεια” του Ομήρου, ένα έπος, ενέπνευσε διαχρονικά όλο τον πολιτισμό στον κόσμο, για τον πλούτο της γλώσσας, των νοημάτων, των ανθρώπινων χαρακτήρων, κατορθωμάτων, αδυναμιών και των λεπτών αποχρώσεων της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, βουτηγμένο σ’ ένα κόσμο που αναδύεται μέσα από πληθώρα μυθολογικών στοιχείων, θεϊκών παρεμβάσεων, δεισιδαιμονιών και μοναδικών μεταμορφώσεων.
Το μοναδικό αυτό αριστούργημα, που δε σταμάτησε ποτέ να διδάσκεται, προσπάθησε να διασκευάσει ο Κρίστοφερ Νόλαν (Christopher Nolan), διακεκριμένος Βρετανός σκηνοθέτης που έχει δώσει αρκετές και ιδιαίτερες κινηματογραφικές στιγμές (“Οπενχάιμερ”, κ.α.). Εν πολλοίς τα κατάφερε.
Ο Νόλαν δίνει ένα έπος σε τρεις ώρες, ένα στοίχημα απίθανα δύσκολο για να πετύχει, και ένα όραμα ακόμα πιο δύσκολο για να ερμηνευθεί. Ο Νόλαν δεν αφήνει απείραχτο το κείμενο, το κάνει ουσιαστικό δικό του, δίνει μία δική του εκδοχή για τον Οδυσσέα, βλέπει στον ήρωα, με μία υπαρξιακή πεσιμιστική διάσταση, το σύγχρονο άνθρωπο, την παραίτησή του, τη λήθη του, τον τρόπο που οδεύει στο τέλος του πολιτισμού όπως τον ξέραμε, και ενός καινούργιου που διακρίνει να έρχεται.
Η καταστροφή, τα επιτεύγματα του παρελθόντος, οι ηρωισμοί του κεντρικού χαρακτήρα, περνούν υπό αίρεση, αναστοχασμό. “Τι έκανα; “Τι κατάφερα;”, αναρωτιέται ο Οδυσσέας όταν βλέπει την καταστροφή που προκάλεσε μία, εκ των πραγμάτων, ευφυέστατη ιδέα του για να κατακτήσουν οι Έλληνες την Τροία μετά από δεκαετή πολιορκία. Τα πάντα γύρω του καίγονται, οι πάντες σφάζονται, η οργή και η οδύνη του πολέμου εκτυλίσσεται σαν
ταινία που ο ίδιος πρωταγωνιστεί, συνειδητοποιώντας αυτά που προκάλεσε.