05 Ιανουαρίου 2026

''Εἰ ἐμεγαλοφρόνησα, εἰ περιεβλήθην πλούσια ἱμάτια...''.



Στό ἀποχαιρετιστήριο γεῦμα του στοῦ Μπαρμπαγιάννη ὁ κύρ Ἀλέξανδρος κερνάει ὅποιον περάσει ἀπ' τό μαγαζί.

 Τοῦ διαλέγει μονάχος του μεζέ, τοῦ γεμίζει τήν κούπα καί τόν βάζει νά τσουγκρίσουν καί νά συχωρεθοῦν. Ὁ Μαλακάσης τόν ρωτάει ἄν ἀγόρασε, ὅπως ἔπρεπε, παπούτσια καί ροῦχα γιά νά πάει στό νησί του. 

- Ἀγόρασα, Μιλτιάδη μου. Δέν ψεύδομαι ἐγώ. Ἀλλά τά πῆρα παλιά. Θέλεις ν' ἁμαρτήσω τώρα στά γεροντάματα; Κι ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα μου, πῶς θά ἐπικαλεστῶ τή μεγάλη εὐχή: ''Εἰ ἐμεγαλοφρόνησα, εἰ περιεβλήθην πλούσια ἱμάτια...''.   

Ὅταν  ἔρχεται ἡ ὥρα γιά τό λογαριασμό ὁ Μπαρμπαγιάννης κάνει τόν ἀνήξερο. Δέ θέλει νά πάρει χρήματα. 

- Δέν πειράζει, κύρ Ἀλέξανδρε. Κρατησέ τα νά οἰκονομηθεῖς κι ἀργότερα μοῦ τά στέλνεις. 

-Ὄχι. Ὄχι. Τόν πιάνει ἀπ' τό μπράτσο, τό Μπαρμπαγιάννη, τόν τραβάει λίγο παράμερα καί τοῦ βάζει στό χέρι δυό χαρτονομίσματα. 

-Εἶσαι καλός ἄνθρωπος καί σ' ἔχω στήν ψυχή μου. Κι ἄν σοὔφταιξα καμμιά φορά, ἄνθρωποι εἴμαστε. Δῶσε μου ἄφεση. 

Τήν ἄλλη μέρα, πρωί, ὁ κύρ Ἀλέξανδρος παίρνει παράμερα τήν κυρά-Μαρία, τή σπιτονοικοκυρά του. 

-Αὐτά τά ὀλίγα διά τό ἐνοίκιον. 

 -Μά γιατί, κύρ- Ἀλέξανδρε; Ἀκόμα δέ βγῆκε ὁ μήνας. 

-Λάβε τα τώρα ὁπού τά ἔχω. Ἄλλωστε εἶναι τά τελευταῖα. Φεύγω γιά τήν πατρίδα.

 - Ἀργότερα τῆς λέει: νά μοῦ ἀνάβεις κανένα κερί, κυρά -Μαρία, ὅταν πεθάνω.

 -Καί ποῦ θά τό μάθω  ἐγώ, κύρ- Ἀλέξανδρε, ὅταν πεθάνεις; Ἐσύ θἄσαι στήν πατρίδα σου.

 -Θά τό μάθεις, κυρά-Μαρία. Νά εἶσαι βέβαιη πώς θά τό μάθεις...".   

Αὐτή ἤτανε στά θλιβερά σκοτάδια τῆς Ἀθήνας ἡ ἐκπληχτική ἀποκορύφωση τοῦ μουσικοῦ συχώριου τῆς Ὀρθοδοξίας μέσα σ' ἕνα παπαδοπαίδι πού βασανίστηκε ἀνυπεράσπιστο. 
Ὑποκλίνομαι.




Νίκος Καροῦζος, Πεζά κείμενα, σ. 263-264

Για την αντιγραφή Δημήτρης Μπαλτάς 

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/1BWt6DiziB/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.