Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

Θαλασσινό αεράκι

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Γ. ΜΑΓΡΙΠΛΗ

Κάθισα στο θρανίο. Γράφω τα στοιχεία μου και περιμένω. Περιμένω όπως όλοι. Μόνος απέναντι στο γραπτό, αμίλητος και σοβαρός. Σκέφτομαι  τα αδέλφια μου. Το πέρασαν πριν από εμένα. Έτσι θα ήταν. Μέσα σε σκέψεις και βουτηγμένοι στο άγχος. Όλη η προσπάθεια σε μια εξέταση. Όλα τα χρόνια σε μια στιγμή. «Τι άδικο…», είπα και τρόμαξα. «Είμαι πανέτοιμος», επανέλαβα δις. «Τίποτα δεν με πτοεί. Ότι και να βάλουν θα τους ξεσκίσω». Κάποιος σπάζει τη σιωπή:

-Που είναι τα θέματα; ρωτάει ευγενικά.

Πιάνω το στυλό. Τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει.

-Δεν μας τα έχουν δώσει ακόμη, λέει η κυρία και γελάει επιτηρώντας μας. 
Ξεσφίγγομαι. Κοιτάζω έξω. Άνοιξη. Μια γάτα κυνηγάει μια άλλη. Έρωτας και αναζητώ τα μάτια της Μαίρης. Βουρκωμένα. «Τί;» της γνέφω, με συμπάθεια. Δαγκώνει τα χείλη της και κάτι μου λέει. Δεν ακούω, είναι μακριά. Κάποιος μπαίνει στην αίθουσα. Ετοιμάζομαι. Κρύος ιδρώτας με λούζει... Η ώρα της κρίσης…

-Άκυρο, σχολιάζει ο μπροστινός μου. Σκουπίζω τη στάλα λίγο πιο πάνω από το φρύδι. Γυρίζω πάλι και κοιτάζω με διάθεση τη Μαίρη. Έχει πιάσει το κεφάλι της και κοιτάζει το πάτωμα. Απέναντι κάποιος έχει γράψει στο τοίχο:  Κάτω από τα βιβλία υπάρχει παραλία. Βάζω τα γέλια. Η κυρία με κοιτά με απορία. «Βλαμμένο θα ‘ναι», θα σκέφτεται. Σοβαρεύομαι ξανά και περιμένω. Αρχίζω  να νοιώθω πόνο στο στομάχι. Δεν μπορούσα να βάλλω μπουκιά τις τελευταίες μέρες. Τίποτα δεν με ευχαριστούσε. Ήθελα μόνο να περάσει ο χρόνος. Μου ήρθε στο νου ο πατέρας. Δυο μήνες άνεργος. Για να πληρώσει το φροντιστήριο, συμφώνησε να το βάψει το καλοκαίρι. Θα τον βοηθήσω και εγώ. Αν έρθουν και τα αδέλφια μου τότε θα περάσουμε όμορφα. Τι φαί να έχουμε σήμερα; Πεινάω, γράφω πάνω στο θρανίο με τρόπο. Η κυρία το παίρνει χαμπάρι και με κακοκοιτάει. Σαλιώνω το δάχτυλο και σβήνω τη διάθεση. Είμαι έτοιμος.
-Μήπως έχετε πληροφόρηση, πότε μπορούν να έρθουν τα θέματα; ρωτώ με ευγένεια.
-Βιάζεσαι;, μου απαντά ειρωνικά η επιτηρήτρια.
Την κοιτώ με οργή. Αυτή γελά και μου γυρίζει τη πλάτη.
-Δυστυχώς υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση, ανακοινώνει ο υπεύθυνος και φεύγει προτού ακούσει παράπονα.
Πόσο θα ήθελα να είμαι αλλού. Το αεράκι κουνά τις κουρτίνες και χάνεται μόνο στην αυλή. Ζηλεύω.
Ο κόσμος αρχίζει να νοιώθει παράξενα. Κάποιοι σηκώνονται, άλλοι ζητούν τουαλέτα, κάποιοι διαμαρτύρονται έντονα. Η κυρία τα έχει παίξει. Τι φταίει και αυτή.
Κάνω υπομονή και σκέφτομαι. Σε λίγες ώρες όλα αυτά θα είναι παρελθόν. Και μετά, Πάτρα! Φοιτητής και ύστερα πτυχιούχος! Το μυαλό μου σκοτείνιασε. Τι μέλλον και αυτό… Και με τι βάσανα χτίζεται… Τι κόπους, πόσα χρήματα, τι άγχη... «Α!» φωνάζω στην πάρτη μου και γυρίζω σε όμορφα. Σπίτι στην μεγάλη πόλη, φραπεδάκια, παρέες και γέλια, ζωή ανέμελη.
«Να θυμάσαι μέχρι τα όρια της περιφέρειας», μου είχε εξαγγείλει η μάννα. «Λεφτά δεν υπάρχουν για αλλού». Πρέπει να δηλώσω λοιπόν με βάση τις χιλιομετρικές αποστάσεις και όχι αυτό που ζητά η καρδιά μου. Κοιτάω τα κάγκελα του παραθύρου. Θέλω να το σκάσω. 
Επιτέλους ακούγεται κίνηση.
-Ησυχία τα θέματα.
Τα έχω δικά μου. Γκολ από τα αποδυτήρια. «Ήρεμα τώρα και γράφε», παροτρύνω τον εαυτό μου. Μα αυτός δεν πειθαρχεί. Σηκώνεται παίρνει την κόλλα και βαδίζει προς την σαστισμένη καθηγήτρια.
-Τι κάνεις παιδί μου; Δεν θα προσπαθήσεις;
-Όχι απαντάω κοφτά
-Γιατί;;;, επιμένει αυτή.
-Δεν βρίσκω τον λόγο. Ο ένας αδελφός μου σπούδασε γεωπόνος  και ο άλλος βιολόγος. Και οι δύο δουλεύουν σε σούπερ μάρκετ. Εγώ θα κάνω καριέρα χωρίς πτυχίο!!! της λέω και χάνομαι στην αυλή, κυνηγώντας το θαλασσινό 

 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.