Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

«Λιαντίνης - Έζησα έρημος και ισχυρός»

Ο Λιαντίνης φαντάρος – έφεδρος αξιωματικός τεθωρακισμένων (1966)
_________________________________ 
«Έλαχε, λοιπόν, εκείνη την εποχή διοικητής στη Μονάδα ένας άντρακλας που ξέπλενε τα άπλυτα ολάκερης επαρχίας. Μάλαμα άνθρωπος. Ψηλός, καστανόξανθος, βαριοπάτητος, σέρπετος, με μια φωνή μπακίρι. Φορούσε πάντα το μαύρο μπερέ, ποτέ το πηλίκιο, με την κορόνα ριχτή στον αριστερό του κρόταφο, σα να σκαρφάλωνε ένας χρυσός κάβουρας στα μαλλιά του.

Ποτέ δεν αγρίευαν τα χέρια του. Ποτέ δεν έχανες το μέταλλο της φωνής του. Κι αν πεις για δίκαιος; Από τη φυλή του Ροδάμανθυ και του Πολυζωίδη. Ο Παίδαρος! έτσι τον εφώναζαν τα φαντάρια.
Ένα πρωινό είχα εκπαίδευση με τους οδηγούς στις ρεμίζες. Το αντικείμενο δεν το θυμάμαι πια. Ασφαλιστικές δικλείδες; υπέρυθρες; εδαφική ανοχή και αυτονομία; Υδροστατική εμπλοκή; Δε θυμάμαι λέω.
Εκείνο που θυμάμαι ήταν το διαβολεμένο κρύο. Τσάταλο. Είχαμε μπει μέσα στ’ άρματα, είχαμε βάλει μπροστά τους βοηθητικούς κινητήρες, και ζεσταινόμασταν. Οπότε, ξαφνικά έπεσε σύρμα.

- Ο στρατηγός από την ΧΧ Μεραρχία!
Σε μισό μινούτο, όσο να φτάσει το τζιπ με το κόκκινο σημαιάκι στον Όρχο αρμάτων, είχαμε πηδήξει από τους πύργους και τις θυρίδες διαφυγής των αρμάτων. Κούμπωσα το χιτώνιο, σύναξα τους στρατιώτες, στάθηκα κόκαλο μπροστά στις ασημένιες κλάρες, βρόντηξα δυνατά την αρβύλα στη γη, έκαμα το σχήμα και ανάφερα:
- Ανθυπίλαρχος τάδε! Ειδικότης εκπαιδευομένων οπλιτών τάδε! Αντικείμενο εκπαιδεύσεως τάδε!
Ο στρατηγός στράφηκε στο διευθυντή του 3ου Γραφείου:
- Δόστε μου, ίλαρχε, το πρόγραμμα εκπαιδεύσεως της Μονάδας, είπε.
Ο ίλαρχος του τό ‘δωσε. Κοίταξε.
- Ναι. Μπορώ να ιδώ το Σχέδιο μαθήματος που έχετε κάνει; μου λέει.
- Βεβαίως, στρατηγέ.

Χωρίς να σκεφτώ, και χωρίς να διστάξω ξεκουμπώνω το φαιοπράσινο χιτώνιο εκστρατείας, βγάζω από τον κόρφο μου ένα βιβλιαράκι, το ανοίγω, ξεφυλλίζω, βρίσκω και του δίνω το Σχέδιο μαθήματος που είχα συντάξει στο ειδικό έντυπο που μας έδινε το 3ο Γραφείο.
- Καλώς! μου απαντά. Μου ξαναδίνει το Σχέδιο, χαιρετά, και φεύγει. Ο διοικητής μου μένει πίσω δύο βήματα, και μου λέει.
- Μπορώ να ιδώ το βιβλίο που κρατάτε; το πήρε, διάβασε το εξώφυλλο, μού ‘ριξε μια ακαθόριστη ματιά, μου το ξανάδωσε, και βιάστηκε να προφτάξει το στρατηγό.

Αμάν! τι παλούκι που πήδηξα! είπα μόλις συνήλθα. Ευτυχώς και ο στρατηγός δεν πρόσεξε το βιβλίο. Μιναρέ θα μου κατέβαζε στο δόξα πατρί, που λέει ο Παπαδιαμάντης μας. (Ένα μήνα φυλακή). Ήταν το Αντίδωρο του Σικελιανού σε μια έκδοση τσέπης. Γαλαξίας, αν δε γελώ τον αναγνώστη.
Από κείνη την αυγινή, κάθε φορά που ο διοικητής της Μονάδας με συναντούσε κάπου μέσα στο στρατόπεδο, αντί για καλημέρα, μού ‘λεγε στερεότυπα:
- Δε μου λέτε, κ. ανθυπίλαρχε, τι θέλει να ειπεί ο Σεφέρης εκεί που γράφει «Κατά το πλάγιασμα της βροχής»; Πλαγιάζει και η βροχή;

Μέσα σε δυο τρεις μήνες θά ‘χα ακούσει καμιά εικοσαριά φορές εκείνο το «Δε μου λέτε, κ. ανθυπίλαρχε, κλπ.». Που μια φορά του στάθηκα.
- Κάτι, κάτι πρέπει να εννοεί, κ. διοικητά. Ίσως κάποτε το εξηγήσουμε.
Ο ίλαρχος της ίλης μου, ένας κοντακιανός ναξιώτης με μάτι αστρίτη κι ένα μουστακάκι ριχτό αλά Χίτλερ, σαν έβλεπε το διοικητή νά ‘ρχεται κατά τους χώρους της ίλης, μου φώναζε:
- Καλώς τα δέχτηκες. Έρχεται το «Πλάγιασμα της βροχής».
- Θέλει να το επιβάλει σύνθημα στη Μονάδα φαίνεται.
- Μα τι διάβολο εννοεί κι ο Σεφέρης; άρχισε στο τέλος ν’ αναρωτιέται κι ο ίλαρχος.
- Δύσκολο πράμα, συλλογιζόμουνα.

Ένα χειμωνιάτικο πρωί, η ώρα τέσσερις, με την ομίχλη στους κάμπους της Θράκης, και με τις κάργιες έτοιμες για φτερό πάνω στις γυμνές λέυκες, έγινε συναγερμός στη Μονάδα. Ο ταχυδρόμος δεν ήρθε να με ειδοποιήσει. Είχα αλλάξει μια δυο μέρες προτύτερα σπίτι, και δεν ήξερε την καινούργια διεύθυνση. Πηγαίνοντας, λοιπόν, κανονικά στις εφτά βρήκα έρημη την Ε.Μ.Α. Τα είχαν σηκώσει όλα. Από τις ψήκτρες των ατομικών τυφεκίων ως τα οχήματα περισυλλογής Μ62.

- Τι γίνεται; ρωτώ τον Αλφαμίτη στην πύλη.
- Το γεναμένο, με ειρωνεύεται.
- Πού είναι η Μονάδα;
- Στο χώρο της διασποράς. Κάλυψη, απόκρυψη, παρατήρηση. Χάζευα σαστισμένος, όταν έφτασε ένα τζιπ Μ35. Το οδηγούσε ο υπίλαρχος Γ.Γ. Στο πίσω κάθισμα ο οδηγός και ο ασύρματος GRC4.
- Έλα, μου φωνάζει, σάλταρε. Σε ζήτησε ο διοικητής. Ο συναγερμός πέτυχε. Η απουσία σου πινέζα στη σόλα της αρβύλας σου. Καλιγούλα.
[...]
Πήδηξα στο τζιπ. Πήραμε το δρόμο ανάδρομα σ’ ένα κατεβασμένο ρέμα. Είχε βρέξει τη νύχτα και το νερό κατέβαινε και έσπαζε χτυπώντας στα φτερά του ξέσκεπου οχήματος. «Και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι», συλλογίστηκα. Σα φτάσαμε, χαιρέτησα έτοιμος να δώσω εξηγήσεις. Απάνω στο «ο αγγελιοφόρος της Επιλαρχίας δεν…», μ’ έκοψε.

- Δε μου λέτε, κ. ανθυπίλαρχε, άρχισε. Τι εννοεί ο Σεφέρης εκεί που γράφει «Κράτησα τη ζωή μου κατά το πλάγιασμα της βροχής»;
Επιτέλους. Με είχε μπάσει στα στενά.
- Κύριε διοικητά, άρχισα. Ο ποιητής εγνώριζε ότι οι αξιωματικοί απαγορεύεται από τον κανονισμό να χρησιμοποιούν εν στολή το αλεξιβρόχιον. Ήγουν την ομπρέλα. Με το πλάγιασμα της λοιπόν η βροχή τους χτυπά στα αδιάβροχα, και ποτέ στη σβερκαριά και το κεφάλι. Μα είναι, θαρώ, φανερό. Για να μη βρέχουνται, δηλαδής!

- Λαμπρά. Αυτό θα ειπεί ερμηνεία. Από τη μεγάλη πνευματική σας αγρύπνια ήταν φυσικό ο συναγερμός να σας εύρει στον ύπνο. Ο κόσμος χάλασε γύρω, και σεις το όνειρό σας. Σαν το Σωκράτη στην Ποτείδαια. Που όλη τη νύχτα κοιμότανε όρθιος, με τα μάτια ολάνοιχτα.
- Δικαιολογημένος, απόσωσε, γυρίζοντας στον υποδιοικητή. Και ο θίασος διαλύθηκε με κάποιον που απάγγειλε τον Πραματευτή του Γρυπάρη.

Την άνοιξη του 1973, μόλις που είχα γυρίσει από την πικρή ξενιτιά, φίλος παλιός, ο υπίλαρχος Γ.Γ., πολίτης κι εκείνος, μου μήνυσε ένα πρωί ότι την προηγούμενη μέρα είχε γίνει η κηδεία του παλιού διοικητή μας της 23ης Ε.Μ.Α. στον Άβαντα. Το φέρετρό του ήταν σκεπασμένο με την ελληνική σημαία. Είχε αυτοκτονήσει με το υπηρεσιακό πιστόλι του στον τόπο της εξορίας του.

Πολύ αργότερα, καθώς σκάλιζα κάποια χαρτιά, βρήκα που μαζί με πολλούς άλλους πολιτικούς εξόριστους από τη Χούντα, είχε στείλει κι αυτός συλλυπητήριο τηλεγράφημα στην οικογένεια του Σεφέρη για το θάνατο του ποιητή. 
Ήταν ο συνταγματάρχης Ιωάννης Βάρσος.»

Δημήτρης Λιαντίνης – "Νηφομανής" (κεφ. "Μνημόσυνο")

________________
(Πηγή φωτογραφίας: Δημήτρης Αλικάκος, «Λιαντίνης - Έζησα έρημος και ισχυρός», 2006 (σε διαδικασία επανέκδοσης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.