Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Μοναξιά και μοναχικότητα


   

Απόγευμα της Καθαρής Δευτέρας και αφήσαμε -ο φίλος μου ο Μ. κι εγώ- τα άλλα μέλη των δυο οικογενειών μας να παίζουν trivial pursuit περιτριγυρισμένοι από σαρακοστιανά εδέσματα κι εμείς ξεκινήσαμε να αναζητάμε ίχνη της Άνοιξης στις όχθες του ποταμού που είχαν καεί το προηγούμενο καλοκαίρι.

-«Η δύναμη της Φύσης», ο Μ. μου έδειξε πρώιμες λευκές μαργαρίτες που περικυκλώνανε ένα τραυματισμένο από τις φλόγες δεντράκι -μάλλον κουτσουπιά θα ήταν.
-«Ναι, όλα και πάλι επανέρχονται στην πρώτη τoυς μορφή, έως ότου…», σχολίασα με μια κάπως απαισιόδοξη διάθεση.
-«Επανέρχονται…» αναστέναξε ο Μ. κι αμέσως μετά πρόσθεσε «Δυστυχώς…».

Ξαφνιάστηκα. Τόσα χρόνια φίλοι και πάντα μου πίστευα πως ο Μ. είναι από τους ανθρώπους που αγαπάνε τις διαδοχές. Κάποτε μου είχε εξομολογηθεί πως είχε αγαπήσει τον Λουντέμη από μια του φράση και μόνο…
-«Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά» , του τη θύμισα. Ο Μ. χαμογέλασε.
-«Ε, μπορεί και να έφτασα…» σχολίασε.

Εικόνες που δεν φεύγουν…

Είχαμε αφήσει τη δημοσιά, περπατούσαμε στο νωπό χώμα κάποιου κτήματος που για χρόνια κανείς δεν είχε φροντίσει να το καλλιεργήσει.
-«Πού;» η ερώτησή μου ίσως και να έκρυβε ένα φόβο. Του συνέβαινε κάτι που δεν μου το είχε εξομολογηθεί;
-«Ας πούμε πως έφτασα σε κάποιους άλλους στίχους…», ο Μ. μισόκλεισε τα βλέφαρα καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί. «Αυτά που μ’ αρέσουν είναι η μοναξιά μου. Δεν σιμώνει κανένας. Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές, αλλά φρέσκες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού. Δεν σιμώνει κανένας…», οι φράσεις λες και ακουμπούσανε άλλοτε σε μικρές παροικίες πράσινων αγριόχορτων κι άλλοτε σε καμένα κλαδιά που κανείς δεν είχε φροντίσει να τα μαζέψει.

-«Δεν σε καταλαβαίνω…», είχα σταματήσει να περπατώ. Τον έπιασα από τον ώμο.
-«Α, όχι… Μην τρομάζεις! Γερός είμαι και γεμάτος νέα σχέδια… Απλώς…», δίστασε, χαμογέλασε, συνέχισε. «Είχα μάθει στους περιορισμούς λόγω της πανδημίας… Μια ευκαιρία να αποφύγω… την πολλή συνάφεια του κόσμου, τες πολλές κινήσεις κι ομιλίες…Παραφράζω τον αγαπημένο μας αλεξανδρινό» μου υπενθύμισε.
-«Γίνεσαι παράλογος… Ίσως και σκληρός…» τον αποπήρα. «Τι θα ήθελες δηλαδή; Να συνεχίζεται όλη αυτή η τραγικότητα;»
-«Μα ασφαλώς και όχι… Και το ξέρεις!», ο Μ. ίσως να πληγώθηκε που ο πιο στενός του φίλος παρερμήνευε τα λόγια του.
Μα εγώ επέμεινα. «Εγωκεντρικός τρόπος σκέψης. Επειδή σου αρέσει η μοναξιά, επιστρατεύεις αυτές τις παραδοξολογίες!»
Παραδοξολογίες, λοιπόν;» ο Μ. δεν έκρυψε τον εκνευρισμό του και πήρε να περπατά με πλέον ταχύ βηματισμό.

Τα χρώματα της μοναξιάς…


 Η συνέχεια...Μοναξιά και μοναχικότητα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.